[Το Λιμάνι του Βόλου τη Νύχτα, Κωνσταντίνος Βολανάκης]
Σταματούσε ευθυτενής στον καθρέφτη της σάλας,
χτένιζε με τα δάχτυλα τα πυκνά γένια,
έκανε αστείες γκριμάτσες,
«γερασμένο καραβόσκαρο», χλεύαζε
μα έβγαζε απ’ έξω το νου,
«ο νους δε γερνά», ίσιωνε τα μαλλιά, τη γραβάτα,
το σακάκι του,
θά ’βρισκε χρόνο, κάποτε,
να ισιώσει και τη λοξή ρότα της ζωής του.
Από κοντά η θάλασσα, με τα κιάλια,
από κοντά και η ψυχή, αυτή που δεν περίμενε λύτρωση.
Τό ’ξερε πως αλόγιστα είχε σπαταλήσει τη νιότη
μα και πάλι, δεν τα λογάριαζε όλα όσα είχε ζήσει φαιδρά,
όχι, είχαν μείνει ανοικτά
κάποια μεγάλα φωτισμένα παράθυρα του κόσμου,
Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, ΠορτΣάιντ, Πειραιάς,
Σαγκάη, Τζέντα, Καλκούτα,
και κάποια φινιστρίνια κόντρα στ’ αδιάφορα.
Μόνο μια πόρτα έμενε κλειδωμένη, ανεπιεικής στο παρόν,
πνιγμένη στα ρόδα,
είχε και μια μηλιά στο πλάι της,
πόρτα πυργωμένη στο βουνό των Κενταύρων,
φαινόταν από το χαμήλωμα του λόφου
σε όποιο σημείο κι αν βρισκόταν την έβλεπε,
αμοιβή; τιμωρία; δεν ηξερε,
την είχε βάλει σημάδι
θαρρείς για να μη φοβάται πως θα μπορούσε να χαθεί,
ή να μην επιστρέψει, στεριανός πια στις Μηλιές.
Ανίκητη στο πέρασμα του χρόνου,
οι ταμπλάδες βαμμένοι μπλάβο σκούρο,
τα λερωμένα όνειρα από τη μέσα μεριά,
το χοντρό κλειδί απ’ έξω ακόμη εκεί,
το μπρούτζινο ρόπτρο με το κεφάλι της Μέδουσας
έφεγγε απόκοσμα, έτσι του φαινόταν,
στο άγγιγμα τα φίδια ζωντάνευαν
μα κανένα δεν θέλησε ποτέ να τον βλάψει,
τα μαύλιζε ψιθυρίζοντας το όνομα εκείνης,
μια εικασία είχε μείνει από τότε, από την πρώτη φορά…
Ανάμεσα στο χάδι και στον Άδη
σηκωνόταν η Όστρια,
φόρτωνε αλμύρα από τα στενά του Παγασητικού
έμπαινε στα χορταριασμένα περιβόλια,
ανέβαινε στα Πηλιορείτικα αρχοντικά, τρύπωνε στους εξώστες,
σαν έφτανε στη μεγάλη πηγή στην Άφυσσο,
κι έκανε ν’ ανηφορίσει κατά τα λιόδεντρα,
άλλαζε στη στιγμή,
σημαδεύοντας τ’ αρμυρίκια στην Αγριά
σήκωνε σύννεφο τη σκόνη,
τον συναντούσεστο λιμανάκι, στο λημέρι του,
σε διαρκή εξομολόγηση μα χωρίς φόβο,
θαρρείς έλεγε παραμύθια
στα γλαροπούλια και στους ίσκιους του νερού.
Συνηθισμένος στα δύσκολα,
ήξερε να ξεχωρίζει τις πεταλούδες από τις σαπουνόφουσκες,
τρελές οι πρώτες χόρευαν ανάμεσα στις βάρκες
και τους φανοστάτες της προκυμαίας,
τις παρατηρούσε που ανέβαιναν,
ανέβαιναν ψηλά
χωρίς περιφρόνηση για κανέναν, ύστερα,
με την πρώτη ευκαιρία
κατέβαιναν για να χαθούν σ’ ένα φράχτη,
ή να χωθούν σ’ ένα λουλούδι,
ψυχούλες, δεν είχε σημασία τι ζητούσαν
τού έφτανε που τις έβλεπε να χορεύουν,
εκείνος πάντα σκόνταφτε με λαχανιασμένη αναπνοή
στη θάλασσα, που δεν την έβρισκε ποτέ περιττή,
σε αντίθεση με τη στεριά, αυτή είχε πολλά περιττά
και χαλασμένα.
Στη θάλασσα μπορούσε να σωπαίνει,
να ειρηνεύει με τα μέσα του,
να σπαταλιέται πρόθυμα βάζοντάς τα με τη σκουριά,
να κρεμά πίστη και αγάπη στην πλώρη,
να μαντεύει δαίμονες στους Κάβους
κολακεύοντας ξεχασμένους θεούς.
Εδώ, ξαφνιαζόταν, κυρίωςστο σούρουπο,
ένιωθε να ταλαντεύεται στο μπράτσο της αλήθειας,
μικρές σκέψεις,
στένευε η ζωή, η αθωότητα τού ’πεφτε βαριά
παραφωνία στις αναμνήσεις του.
Κάποιες φορές άναβαν μονομιάς
και τα σαράντα καντήλια στο κοιμητήρι,
σαν από θαύμα,
τότε τον δάγκωνε η συνείδηση, μάζευε τα σύνεργά του,
στερέωνε το καλάθι στην παλιά κόκκινη βέσπα
έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής
πλάι στις ράγες του τρένου,
με μια βιασύνη,
να προλάβει ν’ αντικρύσει άλλη μια φορά
εκείνη την πόρτα του έρωτα,
την πυργωμένη στο βουνό των Κενταύρων,
ονειρευόταν
χωρίς παρηγορητικές απαντήσεις
στα χέρσα της ψυχής δυο κυκλάμινα,
εφικτή αθώωση στη βροχή.









