Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, “Ένα «μου», καθόλου αβλαβές”

Ναυτικός που καπνίζει, π. 1894-1895, Λάδι σε μουσαμά, 40 x 34 εκ.,

Λύτρας Νικηφόρος, Εθνική Πινακοθήκη, Κλ. Στέφανου Σκουλούδη

 

 

Καθισμένος με τις ώρες στη σκιά του πρίνου,

παραδόξως, χωρίς να μαλώνει πια τον εαυτό του,

μετρούσε και ξαναμετρούσε

τις κούπες απ’ τα βελανίδια,

τσακισμένα καράβια τα λογάριαζε,

τα δάχτυλα του σβηστά κεριά,

τους ρόζους στο γέρικο κορμό, ίδιοι πάντα,

έτσι του φαίνονταν,

κι άλλοτε μέσα στα δαχτυλίδια του καπνού,

μαζί με τα ενήλικα σημάδια,

και τα αδέσποτα λάθη,

έκαναν την εμφάνισή τους

και οι έκπτωτες, οι ξέμπαρκες μέρες,

τις έβαζε κι αυτές στη σοδειά.

 

Ολόκληρη η ζωή του, ένα ποτήρι αλισάχνη

που είχε πιει ως τον πάτο,

άπλωσε το χέρι, κάπως δισταχτικά,

έκοψε ένα χαμομηλάκι,

το έφερε στη μύτη, το μύρισε,

μετά στα χείλη,

κάπως γλύκανε ο κόσμος του.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Αντρέας Πολυκάρπου, «Ο αρλεκίνος του Θεού»

 

Ο αρλεκίνος λένε ήταν του Θεού.

Τις ώρες που ο Ύψιστος μελαγχολούσε

αναθυμούμενος τον επίγειο βίο του,

τα πάθη της σάρκας του

όταν ξυπνούσαν μανιασμένα

και οι φαύλες τον έπνιγαν επιθυμίες

– αυτές που δεν τον άφησαν να ζήσει

κάθε που το σάπιο αίμα κόχλαζε στα σωθικά του-

ο αρλεκίνος φορούσε το χαμόγελό του

την πλήξη της ιουδαϊκής να σκορπίσει αποστείρωσης

αυτού που κλήθηκε κάποτε σε μια της Μεσογείου γη

να πλύνει του Ορφέα τα χέρια με το αγίασμα

που ξερνούσαν των προφητών οι τοιχογραφίες

ζωγραφισμένες στο σκήνωμα του σαλού Βαπτιστή.

 

Τις ώρες, όμως, που της Παρθένου ο γιος αφηνόταν

στη νωθρότητα της θλίψης του,

ο αρλεκίνος έξυνε με τα γαμψά του νύχια

– ίδια με του αρπακτικού που ξελόγιασε τον Προμηθέα

στην κορφή καθώς αναπαυόταν του Καιάδα

εκεί που ποδηλατούσε η ματαιωμένη των νιογέννητων ζωή –

το ψεύτικο χαμόγελο και τις ξεφτισμένες

του προσώπου του έβγαζε μπογιές

που κάλυπταν τα ίχνη της αμαρτίας και του θανάτου.

Βουτούσε το πρόσωπό του στο αγίασμα.

Σ’ αυτό που μούλιαζαν τα βράγχια τους

ερμαφρόδιτοι γυρίνοι και ανθρωπόμορφα βατράχια

με τις παλάμες τους στιγματισμένες από τον ακτινωτό ήλιο

ριζωμένο στα άρρωστα σπλάχνα των σκιάχτρων

που τρομάζουν τα πετούμενα των Ευαγγελιστών λόγια

στα πάντερπνα του Γηρυόνη λιβάδια.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Μουζάκης, Τετράστιχα

Artwork: Ελισάβετ Μουζάκη

 

Μόνον όταν χορτάσει κι ο τελευταίος
μπορούμε να ποινικοποιήσουμε την κλοπή.
Η πείνα δεν μπορεί να κλέψει
μόνον να δικαιωθεί.

****************************************

Κανένας πεινασμένος δεν έκλεψε ποτέ.
Μόνον οι αχόρταγοι κλέβουν.
Επικαλούνται τους ανθρώπους που πεινούν
κλέβοντας στο όνομα της πείνας τους.

****************************************

Για την πείνα είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι.
Όσο μεγάλο κι αν είναι το κομμάτι μας
εμείς το βλέπουμ’ ένα
μοναδικό σαν το μάτι του Κύκλωπα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Επιτύμβιος άνεμος»

Μαζεύοντας τα δίχτυα, 1871, Κωνσταντίνος Βολανάκης, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη

 

 

Ένα νεκρό τοπίο που δε σημαίνει τίποτα,

μονολογούσε,

κι ας ήταν αυτό, που κάποτε σήμαινε τη ζωή,

το μικρό νησί,

που τον παρέπεμπε με όλες τις αισθήσεις,

σε άλλες εποχές

από τα δίχτυα τηςβάρκας

κατευθείαν στον έρωτα,

έρημο,

η εικόνα εισέβαλε αγνώριστη

στην ψυχή,

θαρρείς κι από εδώ

μόνο ένας επιτύμβιος άνεμος περνούσε.

 

Τώρα, ένα τοπίο σχεδόν νεκρό,

φορτωμένο αναστεναγμούς,

απογοήτευση

όταν το φως εξοστρακίζεται,

από τις παλιές ασβεστωμένες αυλές,

όταν το βλέμμα

γλιστρώντας με κραυγαλέα επίκληση βοήθειας

πάνω στη στέρφα γη,

επιστρέφει

μέσα από την άδεια γλάστρα

του βασιλικού αδικαίωτο.

Άδεια σοκάκια, ετοιμόρροπα σπίτια,

ξεχασμένο τ’ ακρογιάλι,

οι φωνές που δεν υπάρχουν πια,

οι κληματαριές που έχουν χαθεί,

τα γέλια, τα τραγούδια, τα μοιρολόγια,

και μαζί τους

οι υποψίες της πρώτης αφής του έρωτα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Παγώνα Παρασύρη, Τρία ποιήματα

Αναδυόμενο ξημέρωμα

 

Κάτω από τους ίσκιους

της ανατολής

λειψό λιβάδι.

Τη μοίρα κόβει στα δύο.

Ολόγιομος ο οίστρος

έπειτα

φανερώνεται.

Σε όψεις ατελεύτητες

σε στεναγμούς

που ολολύζουν

τη φρούδα μέρα,

σε δίχτυα σαγήνης

που απλώνονται

στραφταλίζοντας,

σε τοπία θολερά

μιας έρημης μπόρας∙

οι ριπές της ανασηκώνουν

λασπερό τον ολοφυρμό

της νιότης

για να περάσει

το σταυροδρόμι

της καλής ελπίδας.

Τα πατήματα

σημάδια

που φεγγίζουν αλύπητα

τη θύμηση

μιας άωρης πρώρας

μπλεγμένης

στου κεραυνού το ξέφωτο.

Διαβάστε περισσότερα