Ο αρλεκίνος λένε ήταν του Θεού.
Τις ώρες που ο Ύψιστος μελαγχολούσε
αναθυμούμενος τον επίγειο βίο του,
τα πάθη της σάρκας του
όταν ξυπνούσαν μανιασμένα
και οι φαύλες τον έπνιγαν επιθυμίες
– αυτές που δεν τον άφησαν να ζήσει
κάθε που το σάπιο αίμα κόχλαζε στα σωθικά του-
ο αρλεκίνος φορούσε το χαμόγελό του
την πλήξη της ιουδαϊκής να σκορπίσει αποστείρωσης
αυτού που κλήθηκε κάποτε σε μια της Μεσογείου γη
να πλύνει του Ορφέα τα χέρια με το αγίασμα
που ξερνούσαν των προφητών οι τοιχογραφίες
ζωγραφισμένες στο σκήνωμα του σαλού Βαπτιστή.
Τις ώρες, όμως, που της Παρθένου ο γιος αφηνόταν
στη νωθρότητα της θλίψης του,
ο αρλεκίνος έξυνε με τα γαμψά του νύχια
– ίδια με του αρπακτικού που ξελόγιασε τον Προμηθέα
στην κορφή καθώς αναπαυόταν του Καιάδα
εκεί που ποδηλατούσε η ματαιωμένη των νιογέννητων ζωή –
το ψεύτικο χαμόγελο και τις ξεφτισμένες
του προσώπου του έβγαζε μπογιές
που κάλυπταν τα ίχνη της αμαρτίας και του θανάτου.
Βουτούσε το πρόσωπό του στο αγίασμα.
Σ’ αυτό που μούλιαζαν τα βράγχια τους
ερμαφρόδιτοι γυρίνοι και ανθρωπόμορφα βατράχια
με τις παλάμες τους στιγματισμένες από τον ακτινωτό ήλιο
ριζωμένο στα άρρωστα σπλάχνα των σκιάχτρων
που τρομάζουν τα πετούμενα των Ευαγγελιστών λόγια
στα πάντερπνα του Γηρυόνη λιβάδια.
Αφαιρούσε από το στραβοχυμένο σώμα του τη σάρκα
και σαν ένα – όπως απέμενε- σκέλεθρο
τη σκάλα της κόλασης κατέβαινε μέχρι τα καταγώγια του παραδείσου.
Εκεί που κρύβουν οι Θεοί τα ανομολόγητα πάθη τους
όταν τα μέλη ζητούν του αλλουνού τη σάρκα.
Ακόλουθος γινόταν του Εωσφόρου
και με ένα των κολασμένων εκκλησιαστικό όργανο
έψελνε τους ψαλμούς από το αλφαβητάρι του Σολομώντα.
Ακέφαλες κουκουβάγιες με μια γλώσσα τραγόμορφο φίδι
που έβγαινε από τα ακρωτηριασμένα ράμφη τους
για να γλύψει το μεδούλι που έσταζαν τα άκρα του
διαλαλούσαν το επερχόμενο του Ιωάννη τέλος.
Από την κόλαση ξεκίνησαν το μακρύ του θανάτου ταξίδι
οι Κένταυροι της Αποκάλυψης
σκορπώντας τη χολή του Εσταυρωμένου
κατακέφαλα στους απογόνους της τελευταίας ανθρώπινης λεγεώνας
που χόρεψε εκστατικά στον κήπο της Γεσθημανή
πάνω στις καιόμενες σελίδες ενός απόκρυφου ευαγγελίου
συντεταγμένο από τυφλούς παγανιστές προφήτες.
Τα δάχτυλά του χόρευαν στις παρτιτούρες της κόλασης
και το ζωγραφισμένο χαμόγελο πέτρωνε στα χείλη που απεκδύθηκε.
Ο αρλεκίνος λένε ήταν του Θεού.
Αυτός που τελικά απέμεινε στον Άδη
εσώκλειστος στην κολυμβήθρα του Σατανά
με το φαρμάκι του Όφι να οξειδώνει τα οστά του,
εγκαταλείποντας για πάντα το χαμόγελό του.
Αυτό που τώρα εγώ καλούμαι να φορέσω
και ο γελωτοποιός να γίνω του Θεού.









