Αναδυόμενο ξημέρωμα
Κάτω από τους ίσκιους
της ανατολής
λειψό λιβάδι.
Τη μοίρα κόβει στα δύο.
Ολόγιομος ο οίστρος
έπειτα
φανερώνεται.
Σε όψεις ατελεύτητες
σε στεναγμούς
που ολολύζουν
τη φρούδα μέρα,
σε δίχτυα σαγήνης
που απλώνονται
στραφταλίζοντας,
σε τοπία θολερά
μιας έρημης μπόρας∙
οι ριπές της ανασηκώνουν
λασπερό τον ολοφυρμό
της νιότης
για να περάσει
το σταυροδρόμι
της καλής ελπίδας.
Τα πατήματα
σημάδια
που φεγγίζουν αλύπητα
τη θύμηση
μιας άωρης πρώρας
μπλεγμένης
στου κεραυνού το ξέφωτο.
Η λύπη
τότε
διασώζεται
μέσα από ταξίδια
δίκοπων αναμνήσεων
που φορούν στολίδια γιορτινά
αλλά δεν μπορούν
να διώξουν την αντάρα
που καταφτάνει
με βήμα γοργό
όσο η μνήμη
δίψα γίνεται
και στέκεται ξανά
μπροστά από ένα σκονισμένο πηγάδι
σκεπασμένο
με λίγα ξερόκλαδα.
Κυριακάτικη η ελπίδα
απομένει μονάχη
να αφυπνίζεται
ενώ η αυγινή αύρα
ξεφουρνίζει
το πρώτο της λιθάρι
ψηλά
πάνω από το βαθυπύθμενο φαράγγι
ασπίδα στο σάρωθρο
των διαβατάρηδων αιώνων
με την πάνσεπτη ρίμα
να ξοδεύει την αίγλη της
σε ελεγείες δίσεκτες
σε φεγγάρια μυστικά
σε δείπνα σκαιά
σε δόξες δειλινές
σε χρόνια περασμένα
στον χαλκό.
*****
Σιγαλό τραγούδι
Τσακισμένοι λογαριασμοί
γράμματα
αφημένα πάνω στο τραπέζι
και η Σελήνη
ρίχνει το λιγοστό φέγγος της
στον τρυπημένο ιστό
της αράχνης
που παλεύει με τον άνεμο,
σαν ένα φάντασμα
που τρυπώνει
τη βοή του.
Θρυμματισμένο το τζάμι.
Στοίχειωσε ο τόπος.
Ρίγησαν τα όνειρα
στη γειτονιά.
Δεν πρόλαβαν
να φυλαχτούν.
Τα πρόλαβε ο καιρός.
Σιμά στα ρυτιδιασμένα ρείθρα
ανάβουν φωτιές.
Πυρπολημένες προσδοκίες
κεντούν χάμω τη γη
με τα αποκαΐδια τους.
Πάνω στις ερειπωμένες στέγες
η εγκατάλειψη κυκλοφορεί
παίζοντας ακορντεόν.
Η μουσική τρυπά
τους τοίχους
με τα βόλια της.
Από μακριά
ακούγεται
το σιγαλό τραγούδι
αειθαλών γερόντων
που κουβαλούν
ανεξίτηλο χνάρι
μέσα τους
τη φεγγαρόφωτη νύχτα.
Τέφρα αρχέγονη
σκορπίζεται.
Ενδόμυχα σκιρτήματα
αχούν προσδοκίες.
Έρχεται στο τέλος της
η ανομβρία.
Τα σπάρτα
θ ‘ανθίσουν μεθυστικά
και πάλι
στις άκρες των δρόμων.
*****
Στην απεραντοσύνη
Τούτες τις ώρες
της περισυλλογής
κλείνομαι σε πέτρινο κελί
κι αφήνω τον λογισμό μου
να ανεβεί στα όρη.
Στα ύψη διαχειμάζει
το εξαίσιο άρωμα
κιτρινισμένων σελίδων.
Σταλαγματιές ελευθερίας
ποτίζουν
τις κωνικές κορυφογραμμές.
Επαναστατημένες ωδές
αχούν ολόγυρα.
Στη στέψη του μεσημεριού
παρευρέθηκα,
εκεί όπου
πολύσημα όνειρα
περιπλανιούνται ξέσκεπα
κάτω από το ατόφιο χρυσάφι
του ήλιου.
Μία υποψία θάλασσας
με συγκλονίζει.
Ενδύομαι το πάφλασμά της
κι ακολουθώ
τον πανδαμάτορα χρόνο
στην πορεία του
στην πιο τρυφερή
και ατέρμονή του νότα.
Υποκλίνομαι
στην ιαχή
μιας επερχόμενης μπόρας.
Είναι η ζέστη της απεραντοσύνης
μες στα μάτια μου και δακρύζουν τον ήλιο.









