`

Michel

Στον Μιχάλη Κατσαρό

Ζωγράφισε ο Michel σ’ ένα χαρτί
ένα γυμνό μικρό παιδί με μια φλογέρα.
Λέει να το πουλήσει να γιατρευτεί
από τα μεγάλα μάτια του.
Φτωχέ Michel,
τι να σου δώσουν
για ένα γυμνό παιδί και μια φλγέρα;

Έχεις εσύ άλλο φάρμακο να γιατρευτείς;

`

*

Ήταν η πρώτη νύχτα που ήπια
τη λαχτάρα του θεριστή
πυροβολώντας
τους περαστικούς
ψαράδες απ΄τα Σόδομα

Την αυγή ξύπνησα νεκρός

`

*

Ξόβερα το σκοτάδι και ιώδιο
Μοτοσικλέτες και φορτηγά- φώτα πολλά
μέσα στη νύχτα οι σειρήνες

Τέσσερις νύχτες βρέχει καπνό
στα υπόγεια κρανία
καθώς κυλούν με κρότο άγνωστα χέρια το φεγγάρι

`

*

Οι άγγελοι αστροναύτες διαβάζουνε ηφαίστεια νερά
ερώτων καταρράκτες

Να ΄ρχονται βρύσες σ’ εμένα οι μαστρωποί
να τους γιατρεύω τα ποιήματα

`

*

Καθε φιλί στο παγωμένο μου μέτωπο
-μια τρύπα τ’ουρανού που βρέχει φως

Ωστόσο
Μένει ο ουρανός αδιάρρηκτος
-το φως πάνω στα νέφη
στεγανό

`

*

Για ένα στίχο του Μ. Σαχτούρη

Στον Χρίστο Τσιαμούλη

Καθε πρωί που κόβεις τη ζωή
το θυμάσαι

ποτέ καμία Βιολέτα
δεν φύτρωσε μ’ αγκάθια

μα
κρύψε από τους ληστές
τον ποιητή σου

`

*

Η σκηνή του φόνου ΙΙ

Ήταν το φεγγάρι του
γυάλινο μάτι
σίδερα, τροχαλίες
κι ένα φως νυχτερινό.
Από τις τσέπες του
βγαίναν γυμνά
αγέλαστα παιδιά