Στέργιος Ντέρτσας, «Θέρος»
11Ιου
Ι
Διψώ για μεσημέρι.
Για εκείνο το παλάτι ακινησίας
που ‘ναι μακριά-μέσα μας-
κι ο θάνατος δεν μπορεί να βρει τα κλειδιά του
κι οι ίσκιοι του μένουν δίχως δέντρα.
Εκεί που δεν μπορείς, Μελανέ, να μας βρεις
όσο κι αν ψάξεις.
`
ΙΙ
Στον στίχο κουκούτσια, δάση του μέλλοντος.
Στον τραυλισμό ο ρυθμός
που ζητά το κοτσύφι , μακριά να πετάξει.
Στον λυγμό μου το κύμα της .
Στο κύμα μου ο λυγμός της.
Προσευχή μου Βασίλισσα, του βυθού μου Ρήγισσα που για ύψη πεινάς.
Ωδή των ονείρων που κόβονται απότομα.
Κι αρχίζουν πάλι, όταν ξυπνώ, στη φωνή της:
τα νερά της τα κρύσταλλα , των πάντων συγχώρεση, ουτοπία της συνήθειας.
Παιδιά-χελιδόνια στο κατώφλι της υπόσχεσης.
Παιδιά-λαμπυρίσματα στην τραμπάλα του Ανείπωτου.
Αχινοί από ασήμι – από που να τους πιάσεις ορφάνια χωρίς να γίνεις αγάπη;









