Δεν μου φτάνουν οι παλάμες.
Δεν έχω πια χέρια.
Και τώρα πως;
Αφού, εξ ανάγκης τα ‘ριξα καταγής, όπως πλεονέκτης χωρικός
στέρφες παραφυάδες,
όπως την ουρά της κυνηγημένη σαλαμάνδρα.
Έτσι κι εγώ σε έναν αόριστο κίνδυνο αυτομόλησα με αυτοτομή.
Κανείς δεν βλέπει πλέον ποιον χαϊδεύω με τα μάτια,
γλείφω με τη γλώσσα,
του σκάβω με τα δόντια την παλιά ουλή,
το αρχέγονο τραύμα –
άλλωστε κι οι παπάδες ασπάζονται εκ του πλησίον.
Πως να σου σφουγγίσω, λοιπόν, τα αίματα
δίχως απολήξεις;
Τον ιδρώτα πως να σου τον πάρω;
Σήκω κι έλα εσύ.
Στήσου στα πόδια και σύρσου πάνω μου.
Στέγνωσε τα υγρά σου μάτια στο στέρνο μου.
Κρύψου για λίγο μέσα στην μασχάλη μου.
Εκεί θα είσαι ασφαλής.
Ο Πολύφημος, τυφλός, θηλάζει τους αμνούς του.
Αν τα βράδια κοιτάζεις το δέρμα μου,
πάρεις τον λόφο, την ανηφόρα για τη θηλή μου,
θα τα ακούσεις να βελάζουν,
θα τα δεις να πηδούν από τις μάντρες,
τον οικόσιτο κύκλωπα να διηγείται
πως η διαδρομή Ενός ανάμεσα στον κόσμο,
για την επιστροφή στο νοικοκυρεμένο σπίτι του,
τον έκανε να χάσει το φως του,
πως Ένας για να γενεί τρανός
χαμήλωσε ο άλλος.
Διαβάστε περισσότερα