Θάλεια Ιερωνυμάκη, «Η νεοελληνική ωδή έως το 1880/ Ιστορική διαμόρφωση και θεωρία του είδους», εκδ. Σμίλη, 2018
7Ιου
`
Ανδρέας Κάλβος, Τα ηφαίστεια (αποσπάσματα)
`
α’
Χλωρά, μοσχοβολούντα
νησία του Αιγαίου πελάγους,
ευτυχισμένα χώματα
όπου η χαρά κι η ειρήνη
πάντα εκατοίκουν.
β’
Τι τα θαυμάσια εγίνηκαν
κοράσια σας οπ’ είχαν
ψυχήν σαν φλόγα, χείλη
σαν δροσισμένα ρόδα,
λαιμόν σαν γάλα;
γ’
Στα πλούσια περιβόλια σας
βασιλικός και κρίνοι
ματαίως ανθίζουν· έρημα,
ούτ’ ένα χέρι ευρίσκεται
να τα ποτίζη.
δ’
Τα δάση, τα λαγκάδια σας,
όπου οι φωναί αντιβόουν
των κυνηγών, σιωπώσι·
σκύλοι εκεί τώρα αδέσποτοι
μόνον βαυίζουν.
ε’
Ελεύθερα, αχαλίνωτα
μέσα εις τ’ αμπέλια τρέχουν
τ’ άλογα, και εις την ράχην τους
το πνεύμα των ανέμων
κάθεται μόνον.
`
************************************************************
`
Είδος υψηλό και, σύμφωνα με την ποιητική θεωρία της Αναγέννησης και του Νεοκλασικισμού, σχεδόν ταυτόσημο με τη λυρική ποίηση, η ωδή είναι ιδιαίτερα προσφιλής σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Αν και στη νεοελληνική λογοτεχνία έχει συνδεθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου, ωστόσο, από την εμφάνιση, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, έως τη διαμόρφωσή της, μεταξύ 1860-1880, προκρίνεται για να εκφράσει ποιητικά την επικαιρότητα: εξυμνεί πρόσωπα και αφηρημένες έννοιες, φιλοδοξεί να διαιωνίσει ιστορικά γεγονότα, πλαισιώνει επετειακές εκδηλώσεις, καλείται ακόμη και να υπερβεί, σε συμβολικό επίπεδο, τον θάνατο.














