Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Θάλεια Ιερωνυμάκη, «Η νεοελληνική ωδή έως το 1880/ Ιστορική διαμόρφωση και θεωρία του είδους», εκδ. Σμίλη, 2018

`

Ανδρέας Κάλβος, Τα ηφαίστεια (αποσπάσματα)

`
α’

Χλωρά, μοσχοβολούντα
νησία του Αιγαίου πελάγους,
ευτυχισμένα χώματα
όπου η χαρά κι η ειρήνη
πάντα εκατοίκουν.

β’

Τι τα θαυμάσια εγίνηκαν
κοράσια σας οπ’ είχαν
ψυχήν σαν φλόγα, χείλη
σαν δροσισμένα ρόδα,
λαιμόν σαν γάλα;

γ’

Στα πλούσια περιβόλια σας
βασιλικός και κρίνοι
ματαίως ανθίζουν· έρημα,
ούτ’ ένα χέρι ευρίσκεται
να τα ποτίζη.

δ’

Τα δάση, τα λαγκάδια σας,
όπου οι φωναί αντιβόουν
των κυνηγών, σιωπώσι·
σκύλοι εκεί τώρα αδέσποτοι
μόνον βαυίζουν.

ε’

Ελεύθερα, αχαλίνωτα
μέσα εις τ’ αμπέλια τρέχουν
τ’ άλογα, και εις την ράχην τους
το πνεύμα των ανέμων
κάθεται μόνον.

`
************************************************************

`
Είδος υψηλό και, σύμφωνα με την ποιητική θεωρία της Αναγέννησης και του Νεοκλασικισμού, σχεδόν ταυτόσημο με τη λυρική ποίηση, η ωδή είναι ιδιαίτερα προσφιλής σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Αν και στη νεοελληνική λογοτεχνία έχει συνδεθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου, ωστόσο, από την εμφάνιση, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, έως τη διαμόρφωσή της, μεταξύ 1860-1880, προκρίνεται για να εκφράσει ποιητικά την επικαιρότητα: εξυμνεί πρόσωπα και αφηρημένες έννοιες, φιλοδοξεί να διαιωνίσει ιστορικά γεγονότα, πλαισιώνει επετειακές εκδηλώσεις, καλείται ακόμη και να υπερβεί, σε συμβολικό επίπεδο, τον θάνατο.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Γιάννης Μαρκόπουλος, «Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους – και άλλα τραγούδια», Columbia, 1973

`

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης – Μ.Σπυράτου – Λ.Χαλκιάς – Ι. Κιουρτσόγλου

`
Ο Στράτης ο θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·

πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·
γιʼ αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω
κι α φωνάξω —
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τʼ ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,
θα ʼλεγες είναι φορτωμένοι σʼ ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,
οι αγάπανθοι τʼ ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Μίκης Θεοδωράκης, «Αρκαδία VIII», (ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης), EMI France, 1972

`

* Σήμερα συμπληρώνονται 13 χρόνια από τον θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη

`

Μιλώ…
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή

Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Πʼ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τούς πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε πʼ άκρη δεν έχει

Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Η Αλίκη Καγιαλόγλου διαβάζει και τραγουδά Παπαδιαμάντη», Συν Αθηνά και Χείρα Κίνει, 2004

`
[…] Θερινὴν νύκτα εἶχα βραδύνει ὁπωσοῦν νὰ ἐπανέλθω οἴκαδε. Εἶχα καθίσει ἐπὶ τῆς μεσημβρινῆς προκυμαίας, πρὸ τοῦ μικροῦ λιμένος, κ᾿ ἡ Σελήνη τότε ἤρχιζε νὰ ὑποφώσκῃ ὡς στιλπνὸν δρέπανον ἀπὸ τοῦ βουνοῦ. Ἦσαν περασμένα μεσάνυκτα. Καθὼς ἐτράπην τὴν ἀνατολικὴν προκυμαίαν, διὰ νὰ ὑπάγω νὰ κοιμηθῶ, ἀντικρύ μου ἐπὶ ὑψηλῆς πεζούλας μικροῦ προαυλίου, εἰς τὴν βάσιν τοῦ πετρώδους λόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο κτισμένη ἡ συνοικία τῶν Κοτρωνιῶν, ἓν κλεπτοφάναρον ἔλαμπεν εἰς τὸ ὕπαιθρον, καὶ φωνὴ ἠκούετο μελαγχολικῶς νὰ τραγουδῇ. Ἦτο ὁ Καλούμπας· πρὸ τῆς θύρας τοῦ κατωγείου του, ἐκχύνων τὸν πόνον του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὰ κύματα καὶ τὴν ἀνατέλλουσαν σελήνην, ἔψαλλεν:

Ἄναψε τὸ φαναράκι, καὶ κατέβα στὸ γιαλό·
Λῦσέ μας τὸ παλαμάρι, κι ἄιντε, κόρη μ᾿, στὸ καλό.

Τὸ ᾆσμα εἶχε τῷ ὅντι κάτι ποιητικόν. Ἀνεκάλει παλαιὰς ἀναμνήσεις τῆς ἀκμῆς τοῦ ναυτικοῦ τῆς μικρᾶς νήσου, κ᾿ ἦτο ὡς ἐκ μέρους ναυβατῶν ἀποπλεόντων ἱκεσία ἀπὸ τοῦ πλοίου ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν κόρην τὴν ὀνειρευτήν.

Εἷς γείτων, ὁ Βαγγέλης τοῦ Μορφούλη, ἐβγῆκε στὸ μπαλκόνι, κ᾿ ἔκραξε πρὸς τὸν τραγουδιστήν:

― Λούφαξε, βρὲ Γιάννη· ἄφησέ μας νὰ κοιμηθοῦμε.

Ὁ Καλούμπας ἀπήντησε:

― Σκάσε, βρὲ τέρατο!

Κ᾿ ἐξηκολούθησε τὸ ᾆσμά του.
`
[Ὁ Καλούμπας].
`
****************************************************************
`

Πρόκειται για μια δουλειά αποτέλεσμα της πρότασης που έγινε στον συνθέτη και μαέστρο Άλκη Μπαλτά από το Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής της Πάτμου.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Στέφανος Κορκολής , «Θαθελα αυτήν την μνήμη να την πω» (ποίηση: Κωνσταντίνος Καβάφης), Panic Platinum, 2018

`
Το έργο αυτό παρουσιάστηκε τονΟκτώβριο του 2017 στην ʽΌπερα του Καΐρου και στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, στα πλαίσια των “Καβαφείων 2017”. Στις 23 Απριλίου 2018 παρουσιάστηκε στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ με την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ, την χορωδία ΔΕΗ-ΔΕΔΔΗΕ και την παιδική χορωδία Δήμου Παπάγου-Χολαργού κα με κεντρική ερμηνεύτρια την Σοφία Μανουσάκη. Η μουσική διεύθυνση ήταν του Ιωακείμ Μπαλτσαβιά.
`
Του Mαγαζιού

Τα ντύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.

Aπό ρουμπίνια ρόδα, από μαργαριτάρια κρίνοι,
από αμεθύστους μενεξέδες. Ως αυτός τα κρίνει,

τα θέλησε, τα βλέπει ωραία· όχι όπως στην φύσι
τα είδεν ή τα σπούδασε. Μες στο ταμείον θα τʼ αφίσει,

δείγμα της τολμηρής δουλειάς του και ικανής.
Στο μαγαζί σαν μπει αγοραστής κανείς

βγάζει απʼ τες θήκες άλλα και πουλεί — περίφημα στολίδια —
βραχιόλια, αλυσίδες, περιδέραια, και δαχτυλίδια.

Διαβάστε περισσότερα