Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Βάσω Αλαγιάννη, «…κι έφυγε αθόρυβα σαν γλάρος»

Γλάρος

Έκανα τη μοναξιά μου
παραθύρι στα όνειρα μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος
και μου μίλησε με θάρρος.
Μου `πε: κοίτα πως πετάω
κι από τα ψηλά κοιτάω
έτσι είδα τα όνειρά σου
κι είμαι τώρα εδώ μπροστά σου.

Μου `πε κι άλλα μου `πε κι άλλα
ώσπου άρχισε ψιχάλα…
έλα, μου `πε, πάμε τώρα
δε φοβόμαστε τη μπόρα…

Θα πετάξουμε παντού
έχω θύελλα στο νου
αστραπή μες στην καρδιά μου
ουρανό τα όνειρά μου.

Έκανα τη μοναξιά μου
παραθύρι στα όνειρά μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος
και μου μίλησε με θάρρος.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Λέων Α. Ναρ, «”Να βρω ξανά του νήματος την άκρη…”. Σχεδίασμα ποιητικής βιογραφίας του Θανάση Παπακωνσταντίνου», εκδ. Πατάκης, 2022

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ [Αντί Εισαγωγής]

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ποιητή – ούτε τραγουδοποιό ούτε συνθέτη ούτε στιχουργό, αλλά ποιητή, ατόφιο ποιητή. Επικεντρώνονται κυρίως σε αυτό, χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζουν ότι οι μελωδίες του χαρίζουν επίσης αισθητική απόλαυση. Και προς τι αυτό το βιβλίο; Η ποίησή του αυτοσυστήνεται και δε χρήζει διαμεσολάβησης, θα πουν ίσως οι πιο επιφυλακτικοί αναγνώστες. Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε εδώ. Ο Παπακωνσταντίνου, όπως λίγοι ποιητές μάλλον, χαρακτηρίζεται από βαθιά ενσυναίσθηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είτε εμπνέεται από τα πατσατζίδικα, τα κομμωτήρια και τις μοσχαροκεφαλές είτε γράφει στίχους για την εξέγερση της Κροστάνδης και τον Φορτίνο Σαμάνο είτε περιγράφει τις περιπέτειες των μεταναστών που έφυγαν για την Αμερική ή ήρθαν από το Πακιστάν, έχει την ξεχωριστή ικανότητα να αφουγκράζεται τον υπαρξιακό γδούπο της ιστορίας. Η ποίησή του κινείται στο ευαίσθητο όριο ανάμεσα στο κοινωνικό και στο ατομικό, οι στίχοι του «αντανακλούν» αφενός τον ορίζοντα της μικροϊστορίας, αφετέρου την περίκλειστη οπτική της ιδιωτικότητας. Οι λέξεις του ανασκαλεύουν πολλάκις την ατομική του μνήμη, αλλά συχνά επίσης ακροβατούν στους στροβιλισμούς της ίδιας της ύπαρξης. Το βίωμά του εδράζεται άλλοτε στον κοινωνικό προβληματισμό και άλλοτε σε μια υπαρξιακή αγωνία. Η γλώσσα του ποικίλλει: μερικές φορές είναι απλή, πολύ άμεση, σχεδόν διάφανη, επηρεασμένη εμφανέστατα από το ρεμπέτικο και το παραδοσιακό τραγούδι. Άλλες φορές πάλι είναι πολύ ώριμη, εντέχνως επεξεργασμένη και στιβαρή, ενίοτε σκληρή, συχνά πολιτικοποιημένη, με ύφος προσωπικό που δεν υποτάσσεται σε τυποποιημένες νόρμες, σε συγκεκριμένους κανόνες.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Μάνος Μουντάκης, «Μελίσματα Οδύσσειας» (ποίηση: Νίκος Καζαντζάκης), Αερακης, 2022

Προσπάθησα να δώσω τα ΜΕΛΙΣΜΑΤΑ της Οδύσσειας του Νίκου Καζαντζάκη, σε μία ορχηστρική μορφή, στην οποία θα υπάρχει ο διάλογος των οργάνων  που συμμετέχουν, άλλοτε διαφωνώντας και άλλοτε  συμφωνώντας,ακολουθώντας την αρχική ατμόσφαιρα που περιγράφει ο συγγραφέας στο έργο του. Στα ΜΕΛΙΣΜΑΤΑ περιέχονται και 4 μουσικά κομμάτια της Λυρωδίας, (παιγμένα από μαθητές του Κώστα Μουντάκη το 1989),  που αποτέλεσαν και το 1ο ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΛΥΡΑΣ στην μουσική ιστορία της λύρας. Είμαι πολύ υπερήφανος για την έκδοση του CD «ΜΕΛΙΣΜΑΤΑ»

Μάνος Μουντακης

 

*****************************************

Υπόθεση

Η νέα Οδύσσεια αρχίζει όπου τελεύει η Οδύσσεια του Ομήρου. Αποτελούμενη από 33.333 17 σύλλαβους στίχους, δίκαια ονομάστηκε «το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής».

Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί⋅ δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.

Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.

Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα – πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Γιάννης Ρίτσος, «Του απείρου εραστής» [επιμέλεια παραγωγής: Θάνος Μικρούτσικος], His Master’s Voice», 2000

Τα ποιήματα, που απαγγέλλει ο Γ. Ρίτσος είναι από τις ποιητικές συλλογές: «Στοιχεία ταυτότητας», «Οι νεκροί» και «Επίπεδα διάρκειας» από τη συλλογή «Μονοβασιά», «Επίλογος» από τη συλλογή «Τρακτέρ», «Προς το Σάββατο» και «Προετοιμασία τελετής» από τη συλλογή «Το Μακρινό», «Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά» και «Τα στοιχειώδη» από τη συλλογή «Διάδρομος και Σκάλα», «Πέτρες» από τη συλλογή «Μαρτυρίες Α’», «Το νόημα της απλότητας» από τη συλλογή «Παρενθέσεις», «Εργάτης του λόγου» από τη συλλογή «Ασκήσεις», «Ακίνητη ταλάντευση» από τη συλλογή «Χειρονομίες», «Ο Επαναστάτης» από τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής», «Υποθήκη» από τη συλλογή «Κιγκλίδωμα». Ακόμα ακούγονται αποσπάσματα από τα ποιήματα: «Το τραγούδι της αδελφής μου», «Επιτάφιος», «Γκραγκάντα», «Πέτρινος Χρόνος», «Ημερολόγια εξορίας», «Ισμήνη», «Οι γερόντισσες και η θάλασσα», «Ο Ξένος». Ακούγεται επίσης απόσπασμα από τα πεζά του με γενικό τίτλο «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων» και συγκεκριμένα από τον β’ τόμο «Τι παράξενα πράγματα».

Το θέμα της εισαγωγής παίζεται από τον ίδιο τον Γιάννη Ρίτσο και μάλιστα σε κάποια κομμάτια η μουσική και οι ήχοι ήταν μιξαρισμένοι με τη φωνή του. Ετσι βρέθηκαν στο αρχείο του, έτσι ατόφια χρησιμοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο ο οποίος έγραψε και κάποιες μελωδίες ειδικά για την έκδοση αυτή αλλά χρησιμοποίησε και αποσπάσματα από παλαιότερα μουσικά θέματα του. Με αυτά συνόδευσε την απαγγελία του ποιητή.

 

***************************************************

 

 

Οἱ γερόντισσες κ’ ἡ θάλασσα

– – – -…Μόλις σουρπώνει, βγαίνουμε δωνάς, στὸ πεζούλι, στὴν πέτρα, στὰ βράχια, / νὰ μᾶς χτυπήσῃ τὸ μπουγάζι… []
– – – -Σάμπως νὰ φύγανε ὅλα καὶ ξωμείναμε ὁλομόναχες / σ’ ἕνα ἁλώνι ἀψηλό καὶ μεγάλο, ποὺ τὸ φυσάει ὁλόγυρα ὁ ἄνεμος // – ἄνεμος ποὺ λιχνίζει τὸν ἄνεμο πάνω στὸ ἁλώνι τὸ ξάγναντο / δίχως στάρι, δίχως ἄχερα, δίχως δικράνια κι ἀλόγατα, / ἄνεμος βαθύς ἄνεμος, / δέ φυσάει, δέ βγάνει ἦχο, δέ σηκώνει σκόνη, δέν είναι τοῖχος μέσα κι ὄξω νὰ χτυπήσῃ, [] / νὰ σκοντάψῃ, νὰ πονέσῃ ν’ ἀκουστῇ… // [] Σιωπή [στὴ σιωπή]…
– – – -Τὰ καράβια φύγανε, οἱ ἄντρες μας φύγανε, τὰ παιδιά μας φύγανε / – δέν ξέρουμε ποιός ἔφυγε, ποιός ἔμεινε, δέν ξέρουμε / []ποιός πνίγηκε στὴ θάλασσα, ποιός σκοτώθηκε στὸ βουνό…[]
– – – -Ἡ θάλασσα ἡ κλειδοκρατόρισσα ποὔμπαινε σὰν ἀφέντρα στὰ σπίτια μας / κι ὥριζε τὴ ματιά τους, τὴν πορπατησιά τους, τὸ πουγγί τους / που ὥριζε τὸ ποτήρι τους, τὴ φωνή τους, τὸ τραγούδι τους / που αὐτή ὅπως ἤθελε τοὺς ἔσιαχνε τὴ χωρίστρα τους / καὶ τοὺς ἔστριβε μὲ τὸ σάλιο της τὰ μουστάκια τους / – δέν τῆς φτάνανε τὰ πέλαα, [] / μὲ τὸ ἔτσι θέλω μές στὶς κάμαρές μας ἔμπαινε, / ξαπλωνόταν στὸ στρῶμα, καθόταν στὰ σκαμνιά, / τὴν πιὸ γλυκειά μας ὥρα χωνότανε ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ τὸν κύρη μας / [] (τὰ μάτια του σὰν τοὺς θαλασσινούς σταυρούς μέσα στοῦ σκοταδιοῦ τὰ φύκια) // καὶ κάποτε ἕνα κῦμα της σὰν ἀνοιχτή ἀχηβάδα / στέκονταν ὄρθιο μπρός στὴν κούνια τοῦ μωροῦ καὶ τοῦ φωτοῦσε τὸ πρόσωπο…[]
Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Φοίβος Δεληβοριάς, «Anime», Inner Ear Records, 2022

Ο ποιητής και το ποίημα

Κοιτάζει το φεγγάρι ο ποιητής
Και γεμίζει το κεφάλι του σκόνη
Κι εσύ είσαι λέξη που δεν θέλεις να ‘ρθεις
Προτιμάς την κρυψώνα σου, νιώθεις ασφάλεια μόνη
Στο πεζοδρόμιο σκάβει, βγαίνει χρυσός
Καταβρέχει τους πεζούς με τ’ αμάξι
Κι εσύ είσαι στίχος που ‘χει μείνει μισός
Δεν τελειώνεις ποτέ, δεν ταιριάζεσαι, δεν είσ’ εντάξει

Έχει ο πατέρας σου μια μαύρη ψυχή
Κι ως εδώ όλα είναι εντάξει, το καταλαβαίνω
Μα όταν πληρώνεις τη δική του ενοχή
Το τραγούδι σου πεθαίνει τη στιγμή που τρέχει να γεννηθεί

Ο κόσμος βρίσκει κάτι και προχωράει
Κάποια τραβηχτική θεωρία
Μα εγώ κοιτάζω κάποια και με κοιτάει
Με ρωτάει τι θέλω και λέω «Δεν ξέρω, κυρία»
Κοιτάει τον πλούσιο με ζήλεια ο φτωχός
Και μαθαίνει αριθμούς και προσθέσεις
Μα εγώ δεν βρίσκω πώς ανάβει το φως
Να κοιτάξεις τη λάμπα κατάματα και να πονέσεις

Έχει η μητέρα σου μια υπάκουη ψυχή
Κι ως εδώ όλα είναι εντάξει, το καταλαβαίνω
Μα όταν την θρέφει η δική σου ενοχή
Το τραγούδι σου πεθαίνει τη στιγμή που τρέχει να γεννηθεί

Κοιτάζει το φεγγάρι ο ποιητής
Και γεμίζει το κεφάλι του άχνη
Μα εσύ είσ’ ένα τραγούδι που αν δε γραφτείς
Θα χαθείς το πρωί, θα σε σβήσουν η μέρα κι η πάχνη

Διαβάστε περισσότερα