Τα ποιήματα, που απαγγέλλει ο Γ. Ρίτσος είναι από τις ποιητικές συλλογές: «Στοιχεία ταυτότητας», «Οι νεκροί» και «Επίπεδα διάρκειας» από τη συλλογή «Μονοβασιά», «Επίλογος» από τη συλλογή «Τρακτέρ», «Προς το Σάββατο» και «Προετοιμασία τελετής» από τη συλλογή «Το Μακρινό», «Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά» και «Τα στοιχειώδη» από τη συλλογή «Διάδρομος και Σκάλα», «Πέτρες» από τη συλλογή «Μαρτυρίες Α’», «Το νόημα της απλότητας» από τη συλλογή «Παρενθέσεις», «Εργάτης του λόγου» από τη συλλογή «Ασκήσεις», «Ακίνητη ταλάντευση» από τη συλλογή «Χειρονομίες», «Ο Επαναστάτης» από τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής», «Υποθήκη» από τη συλλογή «Κιγκλίδωμα». Ακόμα ακούγονται αποσπάσματα από τα ποιήματα: «Το τραγούδι της αδελφής μου», «Επιτάφιος», «Γκραγκάντα», «Πέτρινος Χρόνος», «Ημερολόγια εξορίας», «Ισμήνη», «Οι γερόντισσες και η θάλασσα», «Ο Ξένος». Ακούγεται επίσης απόσπασμα από τα πεζά του με γενικό τίτλο «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων» και συγκεκριμένα από τον β’ τόμο «Τι παράξενα πράγματα».

Το θέμα της εισαγωγής παίζεται από τον ίδιο τον Γιάννη Ρίτσο και μάλιστα σε κάποια κομμάτια η μουσική και οι ήχοι ήταν μιξαρισμένοι με τη φωνή του. Ετσι βρέθηκαν στο αρχείο του, έτσι ατόφια χρησιμοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο ο οποίος έγραψε και κάποιες μελωδίες ειδικά για την έκδοση αυτή αλλά χρησιμοποίησε και αποσπάσματα από παλαιότερα μουσικά θέματα του. Με αυτά συνόδευσε την απαγγελία του ποιητή.

 

***************************************************

 

 

Οἱ γερόντισσες κ’ ἡ θάλασσα

– – – -…Μόλις σουρπώνει, βγαίνουμε δωνάς, στὸ πεζούλι, στὴν πέτρα, στὰ βράχια, / νὰ μᾶς χτυπήσῃ τὸ μπουγάζι… []
– – – -Σάμπως νὰ φύγανε ὅλα καὶ ξωμείναμε ὁλομόναχες / σ’ ἕνα ἁλώνι ἀψηλό καὶ μεγάλο, ποὺ τὸ φυσάει ὁλόγυρα ὁ ἄνεμος // – ἄνεμος ποὺ λιχνίζει τὸν ἄνεμο πάνω στὸ ἁλώνι τὸ ξάγναντο / δίχως στάρι, δίχως ἄχερα, δίχως δικράνια κι ἀλόγατα, / ἄνεμος βαθύς ἄνεμος, / δέ φυσάει, δέ βγάνει ἦχο, δέ σηκώνει σκόνη, δέν είναι τοῖχος μέσα κι ὄξω νὰ χτυπήσῃ, [] / νὰ σκοντάψῃ, νὰ πονέσῃ ν’ ἀκουστῇ… // [] Σιωπή [στὴ σιωπή]…
– – – -Τὰ καράβια φύγανε, οἱ ἄντρες μας φύγανε, τὰ παιδιά μας φύγανε / – δέν ξέρουμε ποιός ἔφυγε, ποιός ἔμεινε, δέν ξέρουμε / []ποιός πνίγηκε στὴ θάλασσα, ποιός σκοτώθηκε στὸ βουνό…[]
– – – -Ἡ θάλασσα ἡ κλειδοκρατόρισσα ποὔμπαινε σὰν ἀφέντρα στὰ σπίτια μας / κι ὥριζε τὴ ματιά τους, τὴν πορπατησιά τους, τὸ πουγγί τους / που ὥριζε τὸ ποτήρι τους, τὴ φωνή τους, τὸ τραγούδι τους / που αὐτή ὅπως ἤθελε τοὺς ἔσιαχνε τὴ χωρίστρα τους / καὶ τοὺς ἔστριβε μὲ τὸ σάλιο της τὰ μουστάκια τους / – δέν τῆς φτάνανε τὰ πέλαα, [] / μὲ τὸ ἔτσι θέλω μές στὶς κάμαρές μας ἔμπαινε, / ξαπλωνόταν στὸ στρῶμα, καθόταν στὰ σκαμνιά, / τὴν πιὸ γλυκειά μας ὥρα χωνότανε ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ τὸν κύρη μας / [] (τὰ μάτια του σὰν τοὺς θαλασσινούς σταυρούς μέσα στοῦ σκοταδιοῦ τὰ φύκια) // καὶ κάποτε ἕνα κῦμα της σὰν ἀνοιχτή ἀχηβάδα / στέκονταν ὄρθιο μπρός στὴν κούνια τοῦ μωροῦ καὶ τοῦ φωτοῦσε τὸ πρόσωπο…[]

– – – -Τὰ κάγκελλα τοῦ μπαλκονιοῦ τὰ πέταξε κ’ ἔβαλε ψάρια ἀντὶς γιὰ κάγκελλα / στὴν καρδιά τῶν ἀντρῶνε μας ἕναν κόκκινο σπάρο μ’ ἄγρια κόκκαλα φύτεψε / μαχαίρια ψάρια στὴ ζώνη τους ἔχωσε!.. // [] Φοράγανε ἀθώρητο / τὸ τετράγωνο σκοτάδι τῶν ἀμπαριῶν, κ’ οἱ ρυτίδες στὰ μάτια τους / [] σὰν τὸν μισόν ἴσκιο τοῦ τιμονιοῦ στὸ νοτισμένο σανίδι ὅταν ἔχῃ φεγγάρι / καὶ τὸ κορμί τους δέ μύριζε ἱδρῶτα, μύριζε φουρτοῦνα, / [] θυμωμένα κύματα καὶ φῶτα σπασμένα ἀπὸ ξένα λιμάνια / τὰ μαλλιά τους μύριζαν βελανίδια καὶ μηχανόλαδο / κ’ ἡ ματιά τους, κάτου ἀπ’ τὰ δασωμένα φρύδια τους, / σὰν πελαγίσιο ἀπόμακρο φεγγάρι ποὺ βγαίνει ἀπὸ δυὸ σύγνεφα…[]
– – – -…Τὰ ὄρθια καὶ στέρεα ἀγάπαγαν (ποιὰ στέρεα;) / Φουσκωμένοι ἀπὸ λαχτάρες ἤντουσαν σὰν τὸ παχύ κρομμύδι, / κι οὐδέ ποὺ ξέρανε πὼς τὸ κρομμύδι εἰναι ὅλο φλούδια-φλούδια, / κι ἂν βγάλῃς τόνα θ’ ἀνταμώσῃς τ’ ἄλλο, / ἔτσι ὅλο φλούδια ὥς τὸ τέλος, / οὐδέ σάρκα οὐδέ κουκκούτσι – / καὶ δέν ἔκανε νὰν τοὺς τὸ πῇς, νὰ κάνῃς τὴν πολύξερη δέν ἔκανε / νὰ βγάζῃς στὸ παζάρι τὰ γλυκά μυστικά τοῦ σπιτιοῦ… []

– – – -Ἐμεῖς ξέραμε, πολλάὰ ξέραμε… Σ’ ἄλλους τὰ μάθαμε, ἐμεῖς τὰ ξεχάσαμε… // [] Δέ μᾶς ἀγγίζει πιά ὁ ἀγέρας μὲ μικρές πονηριές, μὲ γαλιφιές καὶ παραμύθια / – τὸ μεσοφόρι μας σκλήρυνε, σὰ νἄγινε ἀπὸ καραβόπανο – / δέ μᾶς ἀγγίζει ὁ ἀγέρας – τὰ μαλλιά μας ἀσάλευτα, σὰν καλαθόβεργες – / κι ὡστόσο κάτου ἀπ’ τὰ φουστάνια μας μεγάλα καράβια ἀπαγγιάσανε ἄλλοτες…

– – – -Ἄλλοτες, ἄλλοτες… Ἄλλοτες //[] ἔβγαινε ὁ ἥλιος μὲς ἀπ’ τὶς θαλασσοσταγόνες, σάν τριανταφυλλί χταπόδι, / μὲ τὸ χοντρό κεφάλι του νωπό, καὶ τὰ πλοκάμια του μπλεγμένα στὰ σύγνεφα, / κ’ ἦταν ἡ μέρα δόξα καὶ καημός, ἀχορταγιά, λαχτάρα καὶ παραμονή μιᾶς γνώρας! / [] Τώρα μείναμε δωνάς, [] // καὶ μήτε ξέρουμε πιά τ’ ὄνομά μας… Κάποτες εἴχαμε ἕνα ὄνομα∙ / ὕστερις τ’ ἀλλάξαμε μὲ τ’ ὄνομα τοῦ κύρη μας∙ / ὕστερις τ’ ἀλλάξαμε [] μάνα∙ / ὕστερις [] βάβω∙ / ὕστερις: μόνο γριά∙ / ὕστερις τίποτις, κανένας δέ μᾶς φώναζε / ν’ ἀκούσουμε, νὰ πιστέψουμε, νὰ εἴμαστε. Κι ἄν κάποιος πέταγε καμμιὰ βλαστήμια ἢ παίνεμμα, δέν ἠταν πιά γιὰ ἐλόου μας∙ / [] γιὰ κάποιαν ἄλλη, ἀγνώριστη ἢ λησμονημένη, / σ’ ἕναν ἄλλο δρόμο, πίσω ἀπ’ τὰ βουνά, σ’ ἕνα ἄλλο σπίτι…[]
– – – -…Τὸ ἀσημένιο ψάρι τῆς καντήλας ἀνηφόριζε ὄρθιο μὲς στὸν ἴσκιο τοῦ καθρέφτη / καὶ μεγάλα καβούρια περπάταγαν στὸ ταβάνι / καὶ δίβουλοι ἀχινιοί χωνόντανε μὲς στὰ παπούτσια τῶν παιδιῶν μας κάτου ἀπ’ τὸ κρεββάτι..- // κ’ ἔπρεπε νὰ νοιαστοῦμε τὴ φωτιά, τὸ φαγί, [] τὸ λύχνο / νὰ κυνηγήσουμε τὸ σπίθισμα τῶν ψαριῶν ἀπ’ τὶς γωνιές τοῦ σπιτιοῦ / καὶ τὰ χίλια μενεξεδένια χέρια τῶν ἀχινιῶν / ποὺ κάναν μυστικά σινιάλα στ’ ἀγόρια μας…
– – – -Κάνεις καμμιὰ φορὰ νὰ ξαναφέρῃς στὸ νοῦ σου τὶς μέρες σου..- / σκορπᾶνε σάν τὸν ἄμμο μές ἀπ’ τὰ δάχτυλα… / Δέν εἰναι κεῖνες πιά, πέρασε ἡ ὥρα καὶ τὸ φῶς ποὺ τὶς γέννησε, / πέρασε ἡ λαχτάρα σου ποὺ τὶς ἔπαιρνε, τὶς τάιζε, τὶς ἔφτιαχνε..- / ἀλλάξανε, δέν εἰναι πιά oἱ δικές σου, / μόνο τόπους τόπους, ἕνα κομμάτι τόπος, ἕνα χρῶμα ποὔμεινε… // [] Κοιτᾶς, καμμιά φορά, πλάι στὰ κονίσματα τὰ στέφανα μὲ τὰ κερένια λεϊμονάνθια / μὲς στὸ τενεκεδένιο τους κουτί μὲ τὸ γυάλινο σκέπασμα / κ’ εἶναι σά δυό κουλουριασμένες λεμονίτσες μιᾶς παλιᾶς Ἄνοιξης / πνιγμένες στὸ νερό, σὲ μιὰ μικροῦλα θάλασσσα… // [] Κάνεις καμμιά φορά νὰ θυμηθῇς καὶ τὸ διπλό κρεββάτι μὲ τὴν τσίτινη κουρτίνα..- / καράβι ἠταν καὶ κεῖνο [] καὶ βούλιαξε…[]
– – – -Κάποτε μόνο ἀκοῦμε δυό ἀναπάντεχους χτύπους στὴν καρδιά μας / σά νἄρριξαν τὰ ζάρια μές στὸ τάβλι στὴ θαλασσινή ταβέρνα. / [] (Πάντοτες δυό, σκυμμένοι, σκοτεινοί… [] / Κι ὅποιος κι ἄν χάση, ἐ μ ε ῖ ς -πλερώνουμε!..) []
– – – -Ὅλα τ’ ἀφήκαμε ἔτσι, τὰ παραδεχτήκαμε / σκόρπια κι ἀφίλιωτα κι ἀντίμαχα / μές στὴν παραδοχή μας φιλιωμένα… // Κ’ ἡ τρῦπα τοῦ τζακιοῦ, ποὺ φαίνονταν σὰν καπνισμένο τριχωτό ρουθούνι, / ποὺ πότε ὠσμίζονταν τὴν πιστή μυρουδιά τοῦ σπιτιοῦ / πότε τὴν ἄστατη μυρουδιά τοῦ καιροῦ, τῶν ἀνέμων, τῶν ἄστρων, τοῦ χρόνου, / σάμπως νὰ ξεκαθάριζε τὴ διαφορά τοῦ μέσα καὶ τοῦ ἔξω / σμίγοντας μὲ τὴν ὄρθια τρῦπα του τὴ διαφορά, τὸ μέσα κ’ ἔξω, / τὸ χαμηλά καὶ τὸ ψηλά, / καὶ τ’ ἀνάποδο, / σάμπως μιά νὰ τραβάῃ, μιά νὰ φυσάῃ ἀέρα, / ἀλλάζοντας τὸν ἀέρα, σμίγοντας τὸ μέσα κ’ ἔξω ἀέρα, ὡς ἀνασαίνει / βαθιά καὶ ρυθμικά…[]
– – – -Ἀντίσταση – σὲ τί;.. Καὶ νὰ ρωτᾶς, καὶ ν’ ἀκοῦς τὸ ἴδιο σου τὸ ρώτημα / ν’ ἀκοῦς τοῦ καταρτιοῦ τὴν ἄκρη νὰ βουλιάζῃ τελευταῖα..- / [] κ’ ὕστερις μπορεῖ / ἕνα φανάρι νὰ σωθῇ πάνου σὲ μιὰ σανίδα / ν’ ἀρμενίζῃ μόνο του…[]
– – – -Τί νὰν τὸ κάνῃς τὸ ἔρημο φανάρι; τί νὰ δῇς; / Σπηλιές-σπηλιές τὰ κύματα ψυχές νὰ καταπίνουνε;.. / Πεντάλφες-ἀστροπέλεκα, κομμένα, πυρωμένα σύρματα μέσα στὰ σύγνεφα, / πόλεμους, σκοτωμούς καὶ στέρησες, // φουρτοῦνες καὶ φωνές καὶ γουρλωμένα μάτια / – καβαλλαρέοι τοῦ ἀνέμου, γένεια-φύκια / μαλλιά ἀπὸ καραβόσκοινα, μάτια παράταιρα / (τόνα ἀπο ἁλάτι, [] τ’ ἄλλο ἀπὸ σίδερο) – καὶ τὰ χαράμματα / ἕνα φεγγάρι νὰ σκαμπανεβάζῃ στὰ μελανιασμένα κύματα / σὰν ψωμί ποὺ μουλιάζει τοῦ πνιγμένου ποὺ δέν πρόφτασε νὰ τὸ φάῃ…
– – – -Δέν ξέρω τί ἔτρεξε, δέν εἶδα… Ἕνας ἴσκιος θεόρατος / σάν τῆς Μονοβασιᾶς τὸ κάστρο, σάν τὸ Παλαμήδι [] / πήδηξε μές στὸ κῦμα – τί νὰ δής; – δέν πρόλαβα!.. // [] Ἄλλοι ἔρχονταν τὴ νύχτα, ἄλλοι ἔφευγαν τὸ χάραμμα, / ξένα πρόσωπα [] οἱ λάμπες τῶν καραβιῶν φωτίζανε..- / ποῦ τοὺς εἴδαμε τάχατες; ποῦ τοὺς ἀνταμώσαμε; / Ἀπὸ μαντέμι μπράτσα λαμπαδιάζανε στῆς ἀστραπῆς τὸ πέρασμα / ἡ μυρουδιά τοῦ κίντυνου στὶς πατατοῦκες τους / τὸ σφύριγμα τοῦ ὠκεανοῦ μέσα στὰ νύχια τους…[]
– – – -Τίποτες πιά!.. Τὸ φίδι τοῦ σπιτιοῦ δέ χαρχαλεύει στὸ ταβάνι. Ψόφησε. // Καὶ τὸ τριζόνι τοῦ τζακιοῦ ἔθαψε τὸ λαγοῦτο του στὴ χόβολη. / Στὰ τζάμια τοῦ παράθυρου σκοινένιες σκάλες καὶ κατάρτια πιά δέ γράφουνται. / Μονάχα ὁ φάρος στὰ χαμένα ἀνοιγοκλείνει τόνα μάτι του… [] // Ἄχ, οὖλα μπλέχτηκαν στὸ σύθαμπο..-χάσανε τὶς γωνιές τους, τὰ σουσούμια τους!.. // Δέν ξέρεις κεῖνο κεῖ στὸν τοῖχο ἂν εἶναι τὸ καμάκι ἢ τὸ κοντάρι τ’ Ἅι Γιωργιού∙ / ἀπ’ τὸ πολύ ποὺ μπαῖναν τὰ καράβια μές στὶς κάμαρες / δέν ξέρεις ποιά ‘ναι ἡ κάμαρα [] ποιό [] τὸ καράβι / [] ποιά [] ἡ σκάφη ποιά [] ἡ κούνια ποιά ἡ νεκρόκασσα!.. [] Τὸ στάρι, στὴν ἀρχή, ἦταν για ἄλεσμα, / γιὰ ἀλεύρι καὶ γιὰ τραχανά καὶ γιὰ πληγούρι∙ / ὕστερις γένηκε γιὰ βράσιμο – στὰ τρίμερα, στὰ ‘νιάμερα, στὰ σαραντάμερα∙ / καὶ τὰ κόλλυβα τὰ στολίσαμε μὲ κουκκιά τοῦ ροδιοῦ καὶ μ’ ἀσημένια κουφέτα / κ’ ἕνα σταυρό ζαχαρένιο καταμεσῆς στὸ δίσκο φτιάξαμε, / ἄχ, τὸν πικρό σταυρό μὲ ζάχαρη τὸν φτιάξαμε, / μὲ τὴ ζάχαρη ποὺ ἠτανε γιὰ τὰ γλυκά τοῦ κουταλιοῦ καὶ τῆς Λαμπρῆς τοὺς κουραμπιέδες, / κουκκί σταριοῦ κουκκὶ ροδιοῦ, κουκκί-ἀναφιλητό τὰ κόλλυβα, // [] ὕστερις μὲ τὰ χρόνια γλύκανε καὶ τὸ βρασμένο στάρι, / τὸ τρώγαμε κι αὐτό, ἦταν νόστιμο, χορταίναμε – χορτάσαμε θάνατο. // Δὲν ξέραμε κάθε βολά ποιός πέθαινε, [] // δέν ξέραμε πιά ποιό τὸ πληγούρι, ποιό τὸ κόλλυβο, / δέν ξέραμε πιά ποιό τὸ ξερό χταπόδι κρεμασμένο στὸν τοῖχο, ποιός ὁ Σταυρωμένος, / δέν ξέραμε πιά ποιές οἱ πλεξοῦδες τὸ σκόρδο, ποιός ὁ ποταμὸς τοῦ Ἰορδάνη…
– – – -Καὶ πότε-πότε ἐρχόντανε κάτι ἥμερα πρωινά σάν τὴν πρώτη μέρα τῆς πλάσης / καὶ σοῦ ‘δείχνε ἡ ζωή μέσα στὸ φῶς ὥς μέσα τὰ σπλάχνα της, // τὰ πράμματα καὶ τὰ παιδιά κ’ ἡ ξερή δάφνη κρεμασμένη στὸν τοῖχο μ’ ἕνα σπάγγο, / ὅλα ἥμερα καὶ στὸ ἴδιο ψῆλος, / τὸ σκαμνί καὶ τὸ στεφάνι τῆς κουνουπιέρας, / ὅπως τυχαίνει νὰ κοιτάξῃς στὰ ρηχά τοῦ γιαλοῦ καὶ βλέπεις / κάτου ἀπ’ τὸ διάφεγγο νερό τὰ στρογγυλά χαλίκια, καστανά, λεμονιά, ρόδινα, / ἥμερα, νοικοκυρεμμένα, σάμπως ποτές νὰ μήν τὰ χτύπησε ὁ θυμός τοῦ νεροῦ καὶ τοῦ ἀνέμου, / καὶ τότες λὲς πὼς τὰ βαθιά εἰναι ψηλά, καὶ δέν πνίγεσαι, / μονάχα ἑνα ἄχ! ἀποκρεμιέται ἀπ’ τὸ στόμα σου, / ὅπως κρέμεται ἕνα ματσάκι κανελόκλωνα σὲ μιὰ κλωστή στὸ καρφί τῆς κουζίνας / ὅπως κρέμεται ἕνα κλωνάρι γιασεμί στὸ παράθυρο / ὅπως κρέμεται ἡ χελιδονοφωλιά κάτου ἀπ’ τὸ λούκι τῆς στέγης / καὶ μέσα στὴ φωλιά κάθουνται γαλανά, χλιαρά τ’ αὐγὰ / ἕτοιμα νὰ γενοῦνε φτερά καὶ τραγούδια…
– – – -Καὶ τότες ἔμοιαζε σὰν τίποτες νὰ μήν πῆγε χαμένο, / σὰν τίποτες νὰ μή μποροῦσε νὰ μᾶς πάρῃ ὁ Χάροντας, / γιατι ἐμεῖς ὅλα τὰ δώσαμε, τὰ παραδώσαμε ὅλα – νἄταν κι ἄλλα! –, / κι αὐτά ποὺ δώσαμε εἴμαστε (δέν εἴμαστε μονάχα αὐτό ποὺ γίναμε), / κι ὅ,τι γίνεται κεῖνο ποὺ δώσαμε γινόμαστε, / μήδε μιά τρίχα ἀπ’ τὴν πλεξοῦδα μας δέν πῆγε κατ’ ἀνέμου ! // Κι ὅταν ξάσπριζε μιὰ καινούργια τρίχα μας, ἐμεῖς ἀφουγκραζόμασταν / τὴ μαύρη μπογιὰ ποὺ λιγόστευε μέσα στὸ λούκι τοῦ μαλλιοῦ μας, / ὅπως ἀφουγκραζόμασταν τὸ σίγλο ν’ ἀνεβαίνῃ ἀπ’ τὸ πηγάδι, // κι ἄν ἠταν λίγο τὸ νερό ποὺ βγάναμε, κι ἄν δὲν ἔφτανε / νὰ ποτίσουμε τοὺς λάκκους γύρω ἀπ’ τὰ μεγάλα δέντρα τοῦ κήπου, / ποτίζαμε τὶς γλάστρες τὰ βασιλικά καὶ τὰ γεράνια / καὶ τὶς τριανταφυλλιὲς πού ἠταν σὰν κόκκινα στεριανά κοχύλια // ἢ παίρναμε νερό κι ἀπ’ τ’ ἄλλα πηγάδια, / γιατι ὅλα τὰ πηγάδια τοῦ καλοῦ θεοῦ εἶναι νὰ ποτιζόμαστε ὅλοι μας, / νὰ ποτίζουμε τὰ παιδιά, τὰ ζά, τὶς λεϊμονιές, τὰ τριαντάφυλλα, / νὰ ποτίζουμε ἀκόμα καὶ τ’ ἀστέρια, γιατὶ συχνά-πυκνά μᾶς ἔλαχε, / σά βράδιαζε καὶ στεκόμασταν μὲ τὸν κουβά στὸ χαγιάτι, / νὰ ξεφυτρώνουν πάνωθέ μας, ἀνάμεσα στὰ σπαθωτά νεραντζόφυλλα / ἢ ἀνάμεσα στὰ λιανά γιασεμόκλωνα, νὰ ξεφυτρώνουν τ’ ἀστέρια / καὶ νὰ μοσκοβολᾶνε πιότερο ἀπ’ τὰ γιασεμιά κι ἀπὸ τὰ νεραντζάνθια, // κ’ ἦταν σὰ νὰ ποτίζαμε ἐλόου μας καὶ τ’ ἄστρα…[] // Τὴν ἄλλη μέρα μὲ τὸ χάραμμα βγαίναμε στὴν ἀκρογιαλιά / νὰ μαζώξουμε φύκια γιὰ τὰ στρώματα, / νὰ μαζώξουμε ξύλα ἀπ’ τὰ σπασμένα καράβια γιὰ τὴ φωτιά // – κ’ ἡ φωτιά τότες ἤτανε καλή, δέ συλλογιότανε τοὺς πνιγμένους, / ζέσταινε καὶ φωτοῦσε ἡ φωτιά, ‘τοίμαζε τὸ φαγί, καλή φωτιά, / ἅγια ἁπλότητα, ἅγια πράξη γιὰ μᾶς καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ἡ φωτιά / ἔρριχνε τὸν ἴσκιο τοῦ τσουκαλιοῦ στὸ ταβάνι σὰν ἕνα μαῦρο φαρδύ φεγγάρι, / ἔρριχνε λοξά στὸν τοῖχο τὸν ἴσκιο τῆς ἀνέμης / σάν καγκελλόπορτα περβολιοῦ… Ὅλα ἀλλάζουνε, πᾶνε, τραβᾶνε, // τὰ χόρτα κ’ ἡ ντομάτα καὶ τὸ παστό ψαρὶ γίνονται γάλα / καὶ τὸ γάλα παιδί καὶ τὸ παιδί καράβι καὶ τὸ καράβι ταξίδι / κι οὖλοι ἀρμενίζουν μὲς στὴ θάλασσα, φεύγουν, / στὴν ἀρχή κάτι γιὰ νὰ πᾶνε, κάτι γιὰ νὰ φέρουν, / ὕστερις μοναχά γιὰ ν’ ἀρμενίζουνε, πάλι καὶ πάλι τὸ ταξίδι, ὕστερις μόνο ἡ θύμηση τοῦ ταξιδιοῦ, πάλι καὶ πάλι ἡ θύμηση, / σάμπως νὰ τοὺς τραβάῃ τὸ κῦμα μόνο του, ἀσυλλόγιστα, / σάμπως νὰ θέλουν νὰ σκεδιάσουν τὸ ταξίδι ὁλάκερο μέσα στὴ θύμηση, / σάμπως νὰ θέλουν νὰ σκεδιάσουνε τὴ θύμηση μέσα στὸν ἄνεμο / ἀθέλητα ἔτσι ὅπως κυλάει ἡ ἀνάσα μας καὶ τὸ αἷμα μας.
– – – -Ὅλα τραβᾶνε, πᾶνε, ἀλλάζουνε [] // – ὁ λύχνος τσιτσιρίζει, κόμπος λάδι, σώθηκε ἡ καρδιά μας! / Ἄχ, ἡ καρδιά μας πού ἠταν σφηνωμένη μὲς στὸν κόρφο μας / σὰν τὸ κόκκινο αὐγό [] στὴ φοῦχτα τοῦ λαμπρόψωμου / [] – τὸ λαμπρόψωμο μούχλιαζε, δέ μούχλιαζε τ’ αὐγό! Στεκόντανε, / σὰν κόκκινος τροῦλλος μικρῆς ἐκκλησίας, νὰ λέῃ τὰ πάθια καὶ τὴν ἀνάσταση !..[]
– – – -Ὅλα τὰ χάσαμε, ξεχάσαμε – δέν ξέρουμε πιὰ τίποτες… / Καὶ κεῖνα ποὺ ξέραμε: ἀνωφέλευτα… // [] Μόνε τὸ πάρε-δῶσε εἰναι γιοφύρι νὰ περνᾷ ἡ ζωή καὶ ν’ ἀνεμίζῃ τὸ χρωματιστό φουστάνι της / σάμπως σημαία στοὺς πέντε ἀγέρηδες καὶ νὰ φουσκώνουνε τὰ καραβόπανα / καὶ ν’ ἀρμενίζουν ὅλα τὰ καράβια!.. [] // Συνέχεια εἶναι – ἄχ, ναί! – [] συνέχεια [] δική μας, [] καὶ σὰν ξένη, // κ’ [] // ἡ γλῶσσα κολλημένη στὴ σιωπή..- [] / κ’ εἶναι μιὰ πράξη τελειωμένη, [] / κ’ εἶναι σάν τὴν ἄκερια τὴ φωνή, ποὺ πιὰ δέν ἔχει ἀνάγκη νὰ εἰπωθῇ, καὶ μένει… // [] Σάν ψέμματα ὁ χαμός κι ὁ μισεμός κι ὁ θάνατος / ὡς νὰ μήν ἦρθε, [] νὰ μήν ἔφυγε ποτέ κανείς καὶ τίποτα…[] // Σωπαίνεις. [] Τί νὰ πῇς;..[] Θάμμα τὸ θάμμα ὁ κόσμος [] // – κ’ εἶναι ὅλα, καὶ τὰ ξένα, δικά μας!..[]

– – – -Εὐλογημένη νἆναι ἡ ζωή – κι ὁ θάνατος εὐλογημένος!.. []

 

 

«Ο Γ. Ρίτσος είναι υπόδειγμα καλλιτέχνη όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και με έχει ταράξει το γεγονός ότι ο μέγιστος αυτός ποιητής, που μαζί με τον Καβάφη – κατά την ταπεινή μου άποψη – είναι οι δυο μεγαλύτεροι Ελληνες ποιητές του 20ού αιώνα, ήταν κυριολεκτικά θαμμένος επί 27 χρόνια από το σύστημα που κατέτασσε τις αξίες στην Ελλάδα».

Θάνος Μικρούτσικος