Η νουβέλα «Τη μέρα που πέθανε ο Bowie» γράφτηκε με αφορμή την επιστροφή σε μια ημερομηνία που ενώ φαινομενικά ανήκει στη σφαίρα της δημόσιας είδησης, λειτούργησε ως κατεξοχήν ιδιωτικό γεγονός: 11 Ιανουαρίου 2016, η μέρα της είδησης του θανάτου του David Bowie. Εκείνη η στιγμή δεν καταγράφηκε απλώς η απώλεια ενός καλλιτέχνη· βιώθηκε ως ασυνέχεια στον χρόνο, που οδήγησε στο ερώτημα πώς εγγράφεται η τέχνη στη ζωή και, τελικά, τι σημαίνει να χάνει κανείς κάτι που ποτέ δεν του ανήκε.
Το έργο γεννήθηκε από την ανάγκη κατανόησης της μετουσίωσης της αισθητικής εμπειρίας σε υπαρξιακό γεγονός. Δεν αποτέλεσε φόρο τιμής ούτε βιογραφική αντανάκλαση· αντιστάθηκε συνειδητά τον δρόμο της αγιογραφίας. Κεντρική είναι η ιδέα ότι το μουσικό σύμπαν του Bowie δεν λειτουργεί μόνο στη μνήμη ή στην αναφορά, αλλά προσφέρει έναν τρόπο βίωσης του χρόνου διαφορετικά, έναν ρυθμό που διαρρηγνύει τη γραμμικότητα και επιτρέπει την ταυτόχρονη συνύπαρξη παρελθόντος και παρόντος. Αυτή η διάρρηξη αντανακλά την ίδια την αμφισημία και τη ρευστότητα της προσωπικότητας του ειδώλου, ενός καλλιτέχνη που αρνήθηκε τη στατική ταυτότητα και τις βεβαιότητες.
Η Άβα και ο Φοίβος σχεδιάστηκαν ως φορείς εμπειρίας, δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας φθοράς, παρά ως παραδοσιακοί χαρακτήρες. Η Άβα κουβαλά το βάρος της τελειότητας, της πειθαρχίας, της έκθεσης, μια φυλακή από φως που την απομάκρυνε από την ουσία της ύπαρξης. Το σώμα και η φωνή της υπήρξαν εργαλεία τέχνης, αλλά και πεδία εξάντλησης, ειδικά μετά το σημείο μηδέν της ζωής της, τον θάνατο του πιο αγαπημένου της προσώπου. Ο Φοίβος κινείται στην περιοχή της διάλυσης, ένας Major Tom σε ελεύθερη πτώση, μια ύπαρξη που γνώρισε τη λάμψη δίχως να κατορθώσει να τη συγκρατήσει, καταλήγοντας αόρατος στα υπόγεια του Μάντσεστερ. Ανάμεσά τους δεν αναπτύσσεται μια αφήγηση ενός έρωτα με όρους πληρότητας, αλλά μια συνάντηση μέσα στην έλλειψη, που ξεκίνησε μέσα στον παλμό του κλαμπ Amnesia στην Ίμπιζα.
Η τριήμερη παύση που αποφασίζουν, με αφορμή τον θάνατο του Bowie, αποτέλεσε τον πυρήνα της αφήγησης, εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να αναστέλλεται. Οι πόλεις και οι διαδρομές επιστρέφουν θραυσματικά, συγκροτώντας ένα παλίμψηστο εμπειρίας που διατρέχει ψυχικά τοπία, από την Αθήνα, το Λονδίνο και το Παρίσι μέχρι το Ζερμάτ, την Ίμπιζα και τη Νέα Υόρκη.
Η μουσική του Bowie λειτούργησε δομικά στη γραφή, επιβάλλοντας μια λυρική οικονομία. Στόχος ήταν να μεταφερθεί στη γλώσσα μια διάρκεια παρόμοια μ’ εκείνη ενός τραγουδιού: μια ενότητα που αρχίζει, κορυφώνεται και σβήνει, αφήνοντας ένα ίχνος. Η αφήγηση ακολουθεί αυτόν τον ρυθμό, κινείται ανάμεσα στο ελάχιστο και στο απολύτως αναγκαίο, προσεγγίζοντας το ανείπωτο μέσα από μικρές, καθημερινές κινήσεις: το στρίψιμο ενός τσιγάρου, το βλέμμα από ένα παράθυρο.
Παράλληλα, το βιβλίο συνομιλεί με τη φθορά, ισορροπώντας ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η νιτσεϊκή κατάφαση· το απόλυτο «ναι» στη ζωή ακριβώς επειδή περιλαμβάνει το χάος και το τραγικό τέλος. Η αφήγηση κατοικεί εκεί όπου το φως της δημόσιας εικόνας σβήνει και δίνει τη θέση του στην ιδιωτική οδύνη. Στον αντίποδα αυτής της σκληρής αυτάρκειας , εισβάλλει η διδασκαλία του Χριστού περί αγάπης και θαύματος. Η σχέση της Άβας και του Φοίβου, που αψήφησε κάθε πρόβλεψη, περιγράφεται ως ένα βιολογικό θαύμα· μια πνευματική σύνδεση που λειτούργησε τελικά ως η μόνη δυνατή παράταση χρόνου. Η απόφαση της Άβας να αναβάλει την ευθανασία στο Άμστερνταμ αποτελεί μια πράξη amor fati πνευματικής αλληλεγγύης προς το Blackstar του Bowie, και μια ύστατη χειρονομία αγάπης.
Εν κατακλείδι, το έργο αποτυπώνει την εμπειρία των ηρώων που στέκονται απέναντι στο αναπόφευκτο και επιμένουν να αισθάνονται. Αυτό που απομένει είναι η ένταση της στιγμής, η επιλογή να χαμογελούν «με αίμα στα χείλη», να της δίνουν βάρος, μορφή και ρυθμό, να την καθιστούν, έστω και για λίγο, κατοικήσιμη, όσο διαρκεί ένα τραγούδι.
Διαβάστε περισσότερα