THE GREY COCK
«Πρέπει να φύγω, άλλο δε μένω,
τον πύρινο Τάμεση να διαβώ
να μ’ οδηγήσουν τα βήματά μου
μέχρι να φτάσω κει π’ αγαπώ».
Στην πόρτα φτάνοντας γονατίζει,
στο παραθύρι σκύβει σιμά,
«κοιμάσαι μόνη, αγαπημένη;»,
τήνε ρωτάει ψιθυριστά.
Άφησε εκείνη το μαξιλάρι,
χιόνι το στήθος της το λευκό:
«ποιός με φωνάζει στο παραθύρι,
και δε μ’ αφήνει σ’ ύπνο γλυκό»;
«Είμ’ ο καλός σου, γύρισα πάλι,
άνοιξ’ αγάπη, σε παρακαλώ,
μ’ έχει κουράσει τόσο ταξίδι,
μ’ έχει μουσκέψει τόσο νερό.»
Ευθύς σηκώθη και του ανοίγει,
τι ήταν η αγάπη της η αληθινή,
φιλιά και χάδια ώρες κρατήσαν,
μέχρι που ζύγωνε πια η αυγή.
«Πες μου, καλέ μου, πες ακριβέ μου,
πού’ναι το χρώμα σου που’χες παλιά;»,
¨Ο κρύος πηλός με έχει αλλάξει
κι απ’ ότι ήμουν, έμεινα σκιά.» *
Τότε κοκκόρι, γκρίζο κοκκόρι,
να μη λαλήσεις, το πρωινό,
και τα φτερά σου θα στα χρυσώσω,
χτένι σου παίρνω, ναν’ αργυρό.
Μα ο κόκκορας της λάλησε πρώτος,
πριν καν χαράξει λάλησ’ αυτός,
και ο καλός της κινάει να φύγει,
προτού του ήλιου να βγει το φως.
Όταν τον είδε να ξεμακραίνει,
χείμαρρος τρέχει δάκρυ πικρό,
«μην κλαις της λέει για μένα άλλο
και ο καλός σου δεν είμαι εγώ».
Πες μου, καλέ μου, πες ακριβέ μου,
θα μ’ έρθεις πάλι να σε ξαναδώ;
Μόν’ αν τα ψάρια πρώτα πετάξουν,
κι οι βράχοι λιώσουν, θα ξαναρθώ.
(Αγγλία)
* Σε μια απ’ τις πολλές – κυρίως ιρλανδικές – παραλλαγές του τραγουδιού, επιστρέφει η κοπέλα αντί για τον άντρα, και οι ερωταποκρίσεις έχουν ως εξής:
Πες μου, αγάπη, πού ν’ το κρεβάτι σου,
και τα σεντόνια σου πού ν’ τα λευκά;
Και τα κορίτσια που ‘χες γύρω σου,
να σε βοηθάνε, που ‘ναι κι αυτά;
Ο κρύος πηλός ειν’ το κρεβάτι μου,
σάβανα τα σεντόνια τα λευκά,
μον’ τα σκουλήκια έχω γύρω μου,
όσο κοιμάμαι, για αγκαλιά.
*****************************
SHE MOVED THROUGH THE FAIR
Μου λέει η καλή μου: «ναι η μάνα θα πει
κι ο πατέρας για πλούτη δε θα σ’ αρνηθεί»
κι όπως φεύγει, μου λέει «κάνε υπομονή
κι η μέρα του γάμου μας δε θ’αργήσει πολύ»
Την είδα ως περνούσε μέσα από τη γιορτή,
και μ’ αγάπη κοιτούσα πότε εδώ, πότ’ εκεί
καθώς προχωρούσε μ΄ ένα αστέρι ορφανό,
σαν τον κύκνο το βράδυ που κυλάει στο νερό.
Χθες βράδυ ήρθε πάλι με βήμα ελαφρύ,
θαρρούσες τα πόδια της δεν πατούσαν τη γη
κι επάνω μου σκύβοντας μου’πε στ’αυτί:
«η μέρα του γάμου μας δε θ’αργήσει πολύ»
(Ιρλανδία)









