Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, «Πλησμονή οστών», εκδ. Μελάνι, 2018 (μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα / Katharina Liatzoura)

Τα οστά

…κι ωστόσο ο θάνατος λευκαίνει τα οστά

μα τ’ ανομήματα δεν φθάνει να τα νίψει

κι αν τα κρανία, γεγυμνωμένα, εξαγνίζονται

οι σκέψεις κι οι προθέσεις

που ως πράξεις πόνεσαν και πίκραναν

ανθρώπους, εν ζωή,

μέσα στις ψυχικές πληγές που ανοίξανε,

ζούνε και ζουν κι υπάρχουν κι αγκυλώνουν.

 

*

Die Knochen

…und dennoch der Tod bleichtdie Knochen

aber die Sünden reicht er nicht aus zu säubern

auch wenn die Schädel, entblößt, sichläutern

die Gedanken und die Absichten

die als Taten schmerzten und verbitterten

Menschen, am Leben noch,

innerhalb der seelischen Wunden die sieaufrissen,

leben und leben und existieren und verletzen.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Georg Heym (1887-1912), “O πόλεμος” (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Αναστήθηκε αυτός που κοιμόταν καιρό,
αναστήθηκε από βαθύ υπόγειο, σκοτεινό.
Στο λυκόφως στέκει, τεράστιος, κανείς δεν τον ξέρει
και το φεγγάρι συνθλίβει στο μαύρο του χέρι.

Στον βραδινό αχό των πόλεων απλώνεται παντού
η σκιά και η παγωνιά ενός περίεργου σκοταδιού,
κι η αέναη δίνη της Αγοράς παγώνει, δε γυρίζει.
Σιωπή. Κοιτούν γύρω. Και κανείς δε γνωρίζει.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Oscar Wilde, “Ο καλλιτέχνης” (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Κάποιαν ἑσπέραν ἐφώλιασεν ἐντὸς τῆς ψυχῆς του ἡ ἐπιθυμία νὰ πλάσῃ μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή». Καὶ ἀνεχώρησεν ἐντὸς τοῦ κόσμου πρὸς ἀναζήτησιν ὀρειχάλκου. Ὅτι μόνον μὲ ὀρείχαλκο μποροῦσε νὰ ὁραματίζεται.
Ὅμως ὅλος ὁ ὀρείχαλκος τοῦ κόσμου ὁλάκερου εἶχεν ἐξαφανισθῆ, μήτε ὁπουδήποτε ἐντὸς τοῦ κόσμου ὁλάκερου ὑπῆρχε λίγος ὀρείχαλκος γιὰ νὰ βρεθῇ, ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο στὴν ἀπεικόνισι «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα».

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jakob van Hoddis (1887 – 1942), Ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Πετάνε τα καπέλα απ’ τα μυτερά κεφάλια των αστών
Παντού οι ανέμοι μια κραυγή, η ίδια.
Πέφτουν, συντρίβονται στα δυό απ’ τις σκεπές τα κεραμίδια
Και η παλίρροια, λένε, σκεπάζει τα μήκη των ακτών.

Η καταιγίδα έφτασε, τα φράγματα χτυπούν
Οι άγριες θάλασσες, μαστίζουν τη γη μας ολοένα.
Από συνάχι οι πιο πολλοί νοσούν.
Από τις γέφυρες πέφτουνε πιά τα τρένα.

Η ΠΟΛΗ

Είδα το φεγγάρι και του αγριωπού
Αιγαίου πελάγους τ’ ολόλαμπρο θάμβος.
Τα μονοπάτια μου παλεύουν με τη Νύχτα.

Τη συννεφιά φωτίζουν όμως εφτά πυρσοί,
για κάθε νίκη έτοιμοι, που μου ‘ναι συνοδοί.

“Στο τίποτα να υπέκυπτα, των πόλεων να με βασανίσει,
των απέραντων, ο άνεμος ο κακός;
Στη ζήση αφού πιά τσάκισα την έρημη την μέρα!”

Χαμένες διαδρομές! Έχει περάσει πιά ο καιρός
που οι νίκες σας έχουν κιόλας τρεμοσβήσει.
Βιολιά ηχούν μάταια τη θλίψη μου και η στριγγή φλογέρα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Charles Bukowski, Πέντε ποιήματα (απόδοση: Νεοκλής Κυριάκου)

Ήθελα να ρίξω την κυβέρνηση όμως
εκείνο που κατάφερα ήταν να ρίξω την
γυναίκα κάποιου
30 σκυλιά, 20 άνδρες σε 20 άλογα και μια αλεπού
και κοίτα εδώ, γράφουνε,
πως είσαι ένα θύμα του κράτους, της εκκλησίας,
είσαι μέσα στο ατομικό-όνειρο,
διάβασε την ιστορία σου, μελέτησε το νομισματικό σύστημα,
σημείωσε πως ο φυλετικός πόλεμος διαρκεί εδώ και 23,000 χρόνια.
λοιπόν, θυμάμαι πριν 20 χρόνια, καθόμουνα μ΄ένα γέρο Εβραίο
ράφτη,
η μύτη του στο φως της λάμπας σαν ένα κανόνι που σημάδευε
τον εχθρό• κι
ήταν ένας Ιταλός φαρμακοποιός που ζούσε σ΄ένα
ακριβό διαμέρισμα
στο καλύτερο μέρος της πόλης• συνωμοτήσαμε να ρίξουμε
μια σαθρή δυναστεία, ο ράφτης ράβοντας κουμπιά σ΄ένα γιλέκο,
ο Ιταλός μπήγοντας το πούρο του στο μάτι μου, ανάβοντάς με,
εγώ μια σαθρή δυναστεία, πάντοτε μεθυσμένος όσο μπορώ,
μορφωμένος, πεινασμένος, απογοητευμένος, όμως στην πραγματικότητα
ένα όμορφο φρέσκο κωλαράκι θα μαλάκωνε όλο το
θυμό μου,
όμως δεν το ξερα, άκουγα τον Ιταλό μου και τον Εβραίο
μου
και κατέβηκα σε σκοτεινά δρομάκια καπνίζοντας δανεικά
τσιγάρα
παρακολουθώντας πίσω τα σπίτια να παραδίδονται στις φλόγες,
όμως κάπου χαθήκαμε: δεν είμασταν αρκετά άνδρες,
μεγάλοι ή μικροί αρκετά,
ή το μόνο που θέλαμε ήταν να μιλάμε ή βαρεθήκαμε, έτσι
η αναρχία
απέτυχε,
κι ο Εβραίος πέθανε κι ο Ιταλός θύμωσε γιατί
πήγαινα
με τη
γυναίκα του όταν κατέβαινε στο φαρμακείο,
Διαβάστε περισσότερα