Ida Travi, «Τά. Ποίηση της χαραμάδας και του χιονιού» (απόδοση-επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου)
15Δεκ
`
Αδύνατον να επιστρέψουμε στο παρελθόν, αδύνατον
να κοιτάξουμε στο μέλλον
Ίντα Τράβι
`
Χρόνος αναμονής ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους
Υπάρχει ένα ποιητικό σύμπαν κατοικημένο από ανθρώπινα όντα. Είναι κοινά όντα, είναι post. Μετ-εκπαιδευόμενοι, πρώην εργάτες, οδοιπόροι. Γυναίκες και άνδρες μεταλλαγμένοι από την ποίηση ζουν σʼ ένα χώρο ασκητικό. Ίσως σʼ ένα σπίτι, ίσως σε μια πρώην φάμπρικα… σʼ ένα μελλοντικό σχολείο ή στο κατώγι ενός θεάτρου. Ίσως σʼ ένα παλιό μοναστήρι. Είναι ένας χώρος φραγμένος με σανίδες, κλεισμένος με σεντόνια… Στο γύρισμα του χρόνου υπάρχει μια ενοχλητική ομίχλη, υπάρχει πολλή υγρασία.
Tά, όπως τα λεπτά που ο δείκτης ανακτά. Τά, όπως μια σχισμή στην τέντα.
Υπάρχει μια ρωγμή στο ξύλο. Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις μια σπιθαμή γης. Αν αφουγκραστείς προσεκτικά, θʼ ακούσεις ένα χτύπημα ραβδιού.
Υπάρχει κάτι που πέφτει και δεν κυλά. Υπάρχει μια σταγόνα που δεν ξεδιψά. Υπάρχει μια πέτρα καταμεσής της κάμαρης. Υπάρχει σε εξέλιξη μια λεηλασία. Υπάρχει ένα δέντρο, ένα ξεγύμνωμα.
Υπάρχει κάποιος στην πόρτα που χτυπά… Η πόρτα ανοίγει όπως κάθε πόρτα, παραπέρα υπάρχει ένας άλλος χώρος. Διακρίνονται όντα με κοσμοπολίτικα ονόματα: Όλιν, Αττέ, Ίνα, Αντόν, Κατρίν, Ούσοβ. Μπορείς να τους δεις μια στο τόσο, μόνο για μια στιγμή, σε μορφή κόμικ στριπς, πίσω από τη χαραμάδα. Πάνε κι έρχονται. Επαναλαμβάνουν πάντα τα ίδια πράγματα. Για μια στιγμή κάνει την εμφάνισή της και κάποια Σούντα.
Είναι όντα αυτού του κόσμου, το αντίθετο ακριβώς από τους θεούς. Δεν έχουν χώρα, δεν έχουν ηλικία. Τους αναγνωρίζεις από τις στολές, από τις φόρμες εργασίας.
Μιλούν μια γλώσσα αποστεωμένη. Είναι σε σύγκρουση καθένας με τον εαυτό του, είναι σε σύγκρουση μεταξύ τους. Ντρέπονται για μια λέξη παραπάνω. Κινούνται μʼ ένα είδος λάμψης που παγιώθηκε στο γκρίζο. Η φωνή τους ηχεί βαριά. Η φωνή τους είναι μπάσα. Περιμένουν, αλλά τί;
Αναμένοντας αυτό το κάτι, υπάρχει ένα πλάνο ανώτερης διαβίωσης, υπάρχει ένα ανώτερο κλαδί, μια απλή ακτίνα. Έκαστος μισός άγιος, έκαστος μισός αμαρτωλός. Εδώ το σκοτάδι μιας ενοχής που δεν διαπράχθηκε και το φως ενός πνευματικού βίου πάνε μαζί, καταλήγουν στο ίδιο κελί.
Υπάρχει ελάχιστη κίνηση, σαν μια κούρσα που επιβραδύνθηκε στο εσωτερικό μιας μινιατούρας. Υπάρχουν κενά που βασίζονται στο χτύπο ενός παλιού εκκρεμούς, σε μια καρδιά που ξαναχτυπά.
Αυτά τα ανθρώπινα όντα πλαγιάζουν, ξανασηκώνονται. Ξαναντύνονται βιαστικά. Κρυφοκοιτάζουν πίσω από το άνοιγμα. Μας δείχνουν το μάτι τους. Περιμένουν τη λέξη που αφυπνίζει, ένα κλικ. Αλλά στο μεταξύ… τί να κάνουν με τούτο το ποίημα;
Αυτός ο τόπος ονομάζεται Τά. Είναι σκληρός όπως ένα ρολόι τοίχου.
Τά, όπως τάβλι, τάμα, τάλαντο. Τά όπως αιωνιότητα… πραγματικότητα, πνευματικότητα… γενναιότητα… αληθινότητα, ματαιότητα, φιλότητα, φιλότητα, φιλότητα!
Φωνές σβησμένες που εκτινάχτηκαν στον ύπνο μας… Ωστόσο, καταμεσής του ονείρου, το σώμα θα ξυπνήσει, θα ξανανιώσει.
Λοιπόν, υπάρχει ένα πέρασμα εκεί έξω. Υπάρχει ένα ρήγμα στο σπίτι … ο Όλιν, η Αττέ, η Ίνα, ο Αντόν, η Κατρίν, ο Ούσοβ… Από τη μια πλευρά είναι εκείνοι κι από την άλλη είμαστε εμείς… Ποιοί εκείνοι; Ποιοί εμείς;
Οι αρχαίοι Έλληνες με Τά ανήγγειλαν την πλουραλιστική φύση των πραγμάτων και των όντων του κόσμου…
Τώρα όμως αν κοιτάξεις προσεκτικά, εδώ υπάρχει μόνο χιόνι… υπάρχει μόνο πολύ χιόνι.
Για την αγάπη της αλήθειας αρνηθήκαμε κάθε εξωραϊσμό.
«…μʼ ακούς ακόμα, Όλιν;» «Όλα είναι τόσο οικεία, όλα είναι τόσο σιωπηλά…»
Διαβάστε περισσότερα












