Juan Carlos Frebie, «Antagonia», εκδ. Editorial Nazari, 2015 (δίγλωσση έκδοση, μετφρ.: Νάνσυ Αγγελή)
2Ιου
`
II
Το γαλήνιο φως της απογευματινής ώρας
διαγράφει στον τοίχο τη σκιά από τα κάγκελα
σαν κισσός που σφυρηλατήθηκε με σχολαστική τρυφερότητα.
Το δειλινό χαράζει στον χειμωνιάτικο κήπο
περιπλανόμενα μουρμουρητά, σιλούετες αρωμάτων
που αποσύρονται στις κλίνες τους από κάλυκα
ανάμεσα σε χασμουρητά κοιμισμένου αέρα.
Σιωπούμε με γλυκιά φωνή, σε σιγανή φωτιά,
πιασμένοι απʼ το χέρι ο ένας δίπλα στον άλλο•
κανένας ζήλος δεν θα ευγνωμονούσε περισσότερο
την ελιά όπως έτεινε τα κλαδιά της στην κουμαριά.
Σαγηνεύεις αυτόν που σε κοιτά, χρονοτριβώ έτσι,
αφού ξέρω υπερβολικά καλά τί νιώθω
και η ύπαρξη, σε τέτοιες βεβαιότητες,
γίνεται άπληστη όσο περνάει ο καιρός
και σκέφτομαι ότι τόσο διαυγής απόλαυση,
τόσο απλή στιγμή, μυστήριο τόσο εφηβικό,
αν δεν πληρεί μια ζωή είναι από υπεροψία.
Σαν σε ένα λεξικό κάποια άγνωστη λέξη
ψάχνω μέσα μου να βρω τι σημαίνεις.
Πάνω απʼ το σπίτι ένα μπουκέτο αποξηραμένα λουλούδια
κι ένα φεγγάρι μετέωρο στο ψάθινο καλάθι τους.














