Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Vittorio Sereni, Αναφορά στον Ουμπέρτο Σάμπα (Μετάφραση από τα ιταλικά-επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

Βιττόριο Σερένι (Vittorio Sereni)
Αναφορά στον Ουμπέρτο Σάμπα
{2 ποιήματα}
Aπό τη συλλογή Gli strumenti umani

Kείνα τα παιδιά που παίζουν
[Quei bambini che giocano]

θα συγχωρέσουνε μια μέρα
άμα το γρηγορότερο φύγουμε απʼ τη μέση.
Θα συγχωρέσουνε. Μια μέρα.
Όμως τη στρέβλωση του χρόνου,
της ζωής το δρόμο που ʼστριψε σε ψεύτικες τροχιές,
την αιμορραγία των ημερών
μεσʼ από το πέρασμα της μολυσμένης συνείδησης:
αυτό όχι, δε θα το συγχωρέσουνε.
Δε συγχωρείς τον κάλπικο έρωτα σε μια γυναίκα,
το πρόσχαρο το τοπίο με τα νερά του και τα φύλλα
που σκίζεται κι αποκαλύπτει
ρίζες σαπρές, μαύρο βούρκο.
«Της αγάπης δεν υπάρχουν αμαρτίες,
ξεσπούσʼ οργισμένα ένας ποιητής στα γεράματα,
υπάρχουνε μόνο ενάντια στην αγάπη αμαρτίες».
Και τούτες, όχι, δε θα τις συγχωρέσουνε.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Τζιουζέππε Ουνγκαρέττι, Ποιήματα, Διαπολιτισμός, 2017 (μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς)


ΦΑΝΤΑΡΟΙ
(Δάσος του Κουρτόν, Ιούλιος 1918)

Σαν
τα φθινοπωρινά
φύλλα
στα δέντρα.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
(1925)

Έρωτα, νεαρό μου σύμβολο
Γύρισες για να μαλαματώσεις τη γη
Διασκορπισμένος στην βραχώδη μέρα
Είναι η τελευταία φορά που κοιτάω
(στης αμπολής το βάθος, πλούσιας σε ορμητικά νερά και πένθιμης σε κόλπους) τη φωτεινή γραμμή
Που σαν την τρυγόνα που θρηνεί
Χτυπιέται ξεχασμένη πάνω στο χορτάρι.

Αγάπη, λαμπερή σωτηρία,
Με βαραίνουν τα χρόνια που θα ʼρθουν.

Το πιστό ραβδί θα αφήσω
Στα σκοτεινά νερά
Και θα ξεγλιστρήσω δίχως λύπη.

Θάνατε, ξερό ποτάμι…
Θάνατε, αχάριστε αδερφέ,
Ίδιον με το όνειρο θες να με κάνεις
Φιλώντας με.

Το βήμα σου θα πάρω,
Και θα πηγαίνω δίχως νʼ αφήνω ίχνη.

Θα μου δώσεις την ακίνητη καρδιά
Ενός θεού, θα είμαι αγνός
Δεν θα ʼχω πια ούτε σκέψεις ούτε
καλοσύνη.

Με το μυαλό σφραγισμένο
Με τα μάτια πεσμένα στη λήθη
Θα οδηγώ την ευτυχία.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alexandra Bakonika, from The “World Openly”, Enteyktirio, 2018 (Translated from the Greek by Yannis Goumas)

`

THE STAGE DIRECTOR

An acquaintance of mine induced me to go with her
and see a play staged by an avant-garde theatre company.
Only afterwards did I realize that she was solely interested
in the director who flirted with her.
She had done her best to be admired.
She wore a provocative close-fitting miniskirt
and a tight leather jacket.
Obvious and not in the least controlled were her fluster,
her blushing,
and every now and then the stumbling of her speech.
She reminded me of a teenager on her first date,
regardless that she was rather getting on.

Everything had an inglorious end.
The stage directorʼs indifference turned her cold
when they spoke backstage –
the romance was immediately dissolved.
The theatrical performance was dull and boring.

Coming back in the cold winter night,
the provocative dress of my acquaintance
was to be pitied.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Natàlia Castaldi, Ποιήματα (μτφρ-επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου)

Όσα δεν βλέπεις

δεν βλέπω την ώρα για να γράψω λέξεις
με τις συλλαβές που αφήνεις να κρέμονται
μετέωρες από τον ουρανό
σαν αναπνοές στριμωγμένες στις γωνίες
δύσπιστων ματιών
μπροστά από του ήχου το ναό
όταν ξυπνά η αυγή με χιόνι αχνό
σαν μαξιλάρι πουπουλένιο,
σαν το δέρμα σου
όταν κοιμάσαι πλάι μου στο φως
ενός αβίωτου χρόνου,
σαν την αρμονία του αφρού
όταν ορθώνεται αργά στην εξιταρισμένη θάλασσα,
όπως όταν έξω βρέχει και παίρνω μια τράπουλα
για-να-σκο-τώ-σω- την- ώρα-α-νά-με-σα-στα-δά-χτυ-λα
και σκέφτομαι
πως δεν βλέπω την ώρα να σου γράψω για όσα δεν βλέπεις
και να σου σκαρώσω μια βροχή
όπου το ουράνιο τόξο σχεδιάζει μια γέφυρα ανύπαρκτη
και δύο μακρινές όχθες
και να σου περάσω ένα κλωναράκι γλυκόριζας
πάνω στα χείλη, απʼ τα χείλη
για να σβήσω τη γεύση
μιας μπουκιάς ψωμί και ιδρώτα.

Δεν βλέπω την ώρα να σου γράψω
όπως όταν το σκοτάδι σφαλίζει τα μάτια μου
πάνω σʼ έναν ανάστερο ουρανό
και περιμένω
και αγρυπνώ
τα ομορφότερα ψέματα για να σε κάνω να ονειρευτείς.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Rubén Darío, Νικαραγουανή ποίηση, (μτφρ-επίμετρο:Στέλιος Καραγιάννης)

LOS PESCADORES DE SIRENAS

Péscame una, ¡oh egipán pescador! que tenga en sus escamas radiantes la irisada riqueza metálica que decora los admirables arenques. Péscame una cuya cola bifurcada pueda hacer soñar en el pavo real marino, y cuyos costados finos y relucientes tengan aletas semejantes a orientales abanicos de pedrería. Péscame una que tenga verdes los cabellos, como debe tenerlos Lorelay, y cuyos ojos tengan fosforescencias raras y mágicas chispas; cuya boca salada bese y muerda cuando no cante las canciones que pudieran triunfar de la astucia de Ulises; cuyos senos marmóreos culminen florecidos de rosa, y cuyos brazos, como dos albos y divinos pitones, me aten para llevarme a un abismo de ardientes placeres, en el país recóndito en donde los palacios son hechos de perlas, de coral y de concha de nácar. Mas esos dos sátiros que se divierten en la costa de alguna ignorada Lesbos, Temple o Amatunte, son, ciertamente, malos pescadores. El uno, viejo y fornido, se apoya en un grueso palo nudoso, y mira con cómica extrañeza la sirena asustada y poco apetecible que su compañero ha pescado. Ese saca la red, y no parece satisfecho de ser pesca. De los cabellos de la sirena chorrea el agua, formando en el mar círculos concéntricos. Sobre las testas bicornes y peludas se extiende, al beso del día, un fresco follaje, mientras reina en su fiesta de oro, sobre nubes, tierra y olas, la antorcha del sol.
 

ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Ψάρεψέ μου μια, ω Αιγύπτιε ψαρά!, που τα λέπια της να λαμποκοπάνε από τον ιριδωτό μεταλλικό πλούτο, που τις θαυμάσιες ρέγκες στολίζει. Ψάρεψέ μου μια, που η διχαλωτή ουρά της να μπορεί να με κάνει να ονειρεύομαι το θαλασσινό βασιλικό παγώνι, που τα πλευρά της τα φίνα και λαμπερά να έχουν φτερά όμοια καθώς οι ανατολίτικες βεντάλιες, οι καμωμένες από πολύτιμες πέτρες. Ψάρεψέ μου μια, που να έχει πράσινα τα μαλλιά, όπως πρέπει να τα έχει η Λορελάυ, και που τα μάτια της να βγάζουν φωσφορισμούς σπάνιους και μαγικούς σπινθήρες• που το στόμα της το αλμυρό να φιλάει και να δαγκώνει, όταν δεν τραγουδάει τα τραγούδια που θα μπορούσαν να νικήσουν την πανουργία του Οδυσσέα• που τα μαρμάρινα στήθη της να μεσουρανούν με μια ανθοφορία από ρόδα και που τα μπράτσα της, σαν δύο λευκοί και θεϊκοί πύθωνες, να με αιχμαλωτίζουν για να με ανυψώσουν σε μιαν άβυσσο από φλογερές ηδονές, σε μια χώρα απόκρυφη, όπου τα κάστρα και τα παλάτια είναι φτιαγμένα από μαργαριτάρια, από κοράλλια και από κοχύλια σεντεφένια. Αλλά εκείνοι οι δύο Σάτυροι που διασκεδάζουν στην ακτή κάποιας άγνωστης Λέσβου, Τέμπλου ή Αμαθούντας, είναι, ασφαλώς, κακοί και αδέξιοι ψαράδες. Ο πρώτος, γέρος και μεγαλόσωμος, κρατιέται σʼ ένα όλο ρόζους, κακοφτιαγμένο ιστίο και κοιτάζει με μια κωμική παραξενιά τη Σειρήνα, τη φοβισμένη και λίγο επιθυμητή, που ο σύντροφός του έχει ψαρέψει. Αυτός τραβάει το δίχτυ και δε φαίνεται ικανοποιημένος απʼ το ψάρι του. Από τα μαλλιά της Σειρήνας σταλάζει το νερό, σχηματίζοντας πάνω στη θάλασσα κύκλους ομόκεντρους. Πάνω απʼ τις τριχωτές και δικέρατες κεφαλές ξανοίγεται, στο φιλί της μέρας, ένα υγρό φύλλωμα, ενώ βασιλεύει, μέσα σε μια φιέστα από χρυσάφι, πάνω απʼ τα σύννεφα, τη γη και τα κύματα, η δάδα του ήλιου.

Διαβάστε περισσότερα