Βιττόριο Σερένι (Vittorio Sereni)
Αναφορά στον Ουμπέρτο Σάμπα
{2 ποιήματα}
Aπό τη συλλογή Gli strumenti umani
Kείνα τα παιδιά που παίζουν
[Quei bambini che giocano]
θα συγχωρέσουνε μια μέρα
άμα το γρηγορότερο φύγουμε απʼ τη μέση.
Θα συγχωρέσουνε. Μια μέρα.
Όμως τη στρέβλωση του χρόνου,
της ζωής το δρόμο που ʼστριψε σε ψεύτικες τροχιές,
την αιμορραγία των ημερών
μεσʼ από το πέρασμα της μολυσμένης συνείδησης:
αυτό όχι, δε θα το συγχωρέσουνε.
Δε συγχωρείς τον κάλπικο έρωτα σε μια γυναίκα,
το πρόσχαρο το τοπίο με τα νερά του και τα φύλλα
που σκίζεται κι αποκαλύπτει
ρίζες σαπρές, μαύρο βούρκο.
«Της αγάπης δεν υπάρχουν αμαρτίες,
ξεσπούσʼ οργισμένα ένας ποιητής στα γεράματα,
υπάρχουνε μόνο ενάντια στην αγάπη αμαρτίες».
Και τούτες, όχι, δε θα τις συγχωρέσουνε.
Saba
Μπερές, πίπα, μπαστούνι, σβησμένα
αντικείμενα μιας θύμησης.
Μα εγώ τα ʼδα πάνω μου να ζωντανεύουνε
καθώς περιπλανήθηκα σε μια Ιταλία από στάχτη και σποδό.
Όλο για τον εαυτό του μιλούσε, μα σαν εκείνον κανέναν δεν
γνώρισα – πως για τον εαυτό του μιλώντας
και απʼ τους άλλους τη ζωή ζητώντας με τα λόγια του
άλλη τόση έδωσε, κι ακόμα πιο πολλή,
σʼ όποιον στεκότανε να τον ακούσει.
Και μια μέρα, μια μέρα ή δυο έπειτα απʼ τις 18 τʼ Απρίλη,
τον είδα να γυρνοβολάει από πλατεία σε πλατεία
απʼ το ένα στο άλλο τα καφενεία του Μιλάνου
κυνηγημένος απʼ το ραδιόφωνο.
«Σκύλα» -φώναζε- «σκύλα». Τον κοιτούσε
αποσβολωμένος ο κόσμος.
Το ʼλεγε για την Ιταλία. Απότομα, όπως σε μια γυναίκα
που άθελά της ή όχι μας πλήγωσε θανάσιμα.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Βιττόριο Σερένι (Vittorio Sereni, 1913-1983) είναι ένας από τους κορυφαίους Ιταλούς ποιητές της μεταπολεμικής εποχής. Καθιερώθηκε στα γράμματα με τη συλλογή Diario dʼ Algeria (1947), γραμμένη κυρίως κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό παρουσιάζει η ενότητα «La ragazza dʼAtene» (Το κορίτσι απʼ την Αθήνα): μια πόλη την οποία γνώρισε από την πλευρά των κατακτητών.
Μετά τον πόλεμο και την αιχμαλωσία που επακολούθησε, ο Σερένι επέστρεψε στο Μιλάνο, όπου είχε εγκατασταθεί και προπολεμικά. Εκεί συνδέθηκε, με βαθιά φιλία,
με τον πρεσβύτερο κατά μια γενιά και ήδη διάσημο ομότεχνό του Ουμπέρτο Σάμπα, ο οποίος είχε μετεγκατασταθεί από τη γενέτειρά του Τεργέστη στο Μιλάνο το διάστημα 1946-48.
Στη συλλογή ποιημάτων Gli strumenti umani (1965), η οποία περιλαμβάνει μεγάλο μέρος των ποιημάτων που έγραψε ο Σερένι μετά τον πόλεμο, και θεωρείται ίσως το αρτιότερο έργο του, υπάρχουν τακτικές αναφορές στον Σάμπα: o τελευταίος έμοιαζε, και έπειτα από τον θάνατό του το 1957 να στοιχειώνει τη ζωή του νεότερου ποιητή. Η συλλογή ξεκινάει με το ποίημα «Via Scarlatti» (η οδός όπου διέμενε ο Σερένι), αφιερωμένο με βαθύ σεβασμό στον Σάμπα. Στο ποίημα «Σάμπα», που παρουσιάζεται εδώ, είναι καλό να σημειωθεί ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στην αρχή του ποιήματος υπήρχαν πράγματι στο σπίτι του Σερένι. Εξάλλου, η τελευταία σκηνή που φαντάστηκε ο ποιητής, φέροντας «πάνω του» ξαναζωντανεμένα, όπως λέει, τα ενθυμήματα του Σάμπα, αναφέρεται στην πικρία του γέροντα ποιητή για το αποτέλεσμα των εκλογών της 18ης Απριλίου 1948. Ο Σάμπα, χολωμένος με τον συντηρητισμό των συμπατριωτών του και την ήττα της Αριστεράς, φεύγει από το Μιλάνο. Ας σημειώσουμε ακόμα ότι ο ίδιος ο Σάμπα, στο ποίημα του «Opicina 1947», παρουσιάζει δυο γριές Εβραίες να σχολιάζουν: «μετά το μαύρο το φασιστικό, το μαύρο το παπαδίστικο».
Στο έτερο ποίημα που μεταφράζεται εδώ, ο ηλικιωμένος ποιητής είναι, βέβαια, ο Σάμπα. Αν και κανένα δημοσιευμένο κείμενο του τελευταίου δεν περιέχει τη γνωμική αυτή φράση, είναι περιέργως μια από τις πιο διάσημές του. Πιθανότατα αναφέρεται, σε προχωρημένη πια ηλικία, στην πρότερη ατολμία του να εκδηλώσει τις ομοφυλοφιλικές του τάσεις. Στο παρόν ποίημα, πάντως, η φράση εντάσσεται σε ένα γενικότερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο: στο δράμα τριών γενεών Ιταλών.











