Όσα δεν βλέπεις
δεν βλέπω την ώρα για να γράψω λέξεις
με τις συλλαβές που αφήνεις να κρέμονται
μετέωρες από τον ουρανό
σαν αναπνοές στριμωγμένες στις γωνίες
δύσπιστων ματιών
μπροστά από του ήχου το ναό
όταν ξυπνά η αυγή με χιόνι αχνό
σαν μαξιλάρι πουπουλένιο,
σαν το δέρμα σου
όταν κοιμάσαι πλάι μου στο φως
ενός αβίωτου χρόνου,
σαν την αρμονία του αφρού
όταν ορθώνεται αργά στην εξιταρισμένη θάλασσα,
όπως όταν έξω βρέχει και παίρνω μια τράπουλα
για-να-σκο-τώ-σω- την- ώρα-α-νά-με-σα-στα-δά-χτυ-λα
και σκέφτομαι
πως δεν βλέπω την ώρα να σου γράψω για όσα δεν βλέπεις
και να σου σκαρώσω μια βροχή
όπου το ουράνιο τόξο σχεδιάζει μια γέφυρα ανύπαρκτη
και δύο μακρινές όχθες
και να σου περάσω ένα κλωναράκι γλυκόριζας
πάνω στα χείλη, απʼ τα χείλη
για να σβήσω τη γεύση
μιας μπουκιάς ψωμί και ιδρώτα.
Δεν βλέπω την ώρα να σου γράψω
όπως όταν το σκοτάδι σφαλίζει τα μάτια μου
πάνω σʼ έναν ανάστερο ουρανό
και περιμένω
και αγρυπνώ
τα ομορφότερα ψέματα για να σε κάνω να ονειρευτείς.
∗
Γυναίκα
Στη φυσικότητα
της γύμνιας μου, στις κρεατοελιές,
στις φακίδες και στις καθημερινές ιδιοτροπίες,
στα ξανθά μαλλιά και στις κοιλότητες μου,
στης αφύπνισης την στιγμή και στον καφέ από κριθάρι,
σου χαρίζω τη γυναίκα που είμαι,
χωρίς ντροπή.
∗
Επί την ηλίου δύση
Στην άκρη των ματόκλαδων σε λήθη
ξαναγράψε μου των αστεριώντον στίχο
όταν πάνε να εξορμήσουν
ανάμεσα στις περασμένες καταστάσεις
ενός παρόντοςμε αμνησία.
Μάζεψε τους κονδυλοφόρους μου
και πέτα τους στο ποτάμι
γιατί δεν υπάρχει σπόρος γνώσης
που δεν βλασταίνει μες στον πόνο.
Το φθινόπωροπροχωρά
με το ποδοπάτηματων φύλλων στο πεζοδρόμιο
και είναι ένα βήμα που μόλις ξεκίνησε
επί την ηλίου δύση.
∗
Αγρυπνία των αστεριών
[…]
και βλέπω δέντρα αστροστόλιστα
όταν πονούνοι σπόνδυλοι
και τα μάτια ατονούν:
αφήνω το δεξί μου χέρι
νʼ ακολουθήσει τα οράματα του ονείρου
μακριά από το φως της μέρας
όπου ο ήλιος πέφτει
στα γόνατα
και προσεύχεται
– φθίνει η συνοχή
του βάρους του σώματός μου
απομακρύνομαι και το κοιτάζω
και δεν υφίσταμαι πια–
ένα φεγγάρι και μετά ένʼ άλλο
ανάμεσα στα φύλλα και τα κλαδιά
κι εκείνη η όρεξη να ʼσαι τέχνη
για να πλάθονται νέες μορφές
από τα σφάλματα κι απʼ τις σκοτούρες μου
κι από τις ώρες, τις ώρες με τον εαυτό μου, νεκρές.
∗∗∗∗∗
Le cose che non vedi
non vedo l’ora di scrivere parole
con le sillabe che lasci pendere dal cielo
sospese
come respiri rappresi agli angoli degli occhi
increduli
davanti al tempio del suono
quando l’alba si sveglia di neve chiara
come cuscino di piume,
come la tua pelle
quando mi dormi accanto nella luce
di un anno non vissuto,
come l’armonia della schiuma
quando si alza lenta nellʼeccitazione del mare,
come quando fuori piove e prendo un mazzo di carte
per-sma-zzá-rmi_il-tém-po-trá-le-dí-ta
e pensare
che non vedo l’ora di scriverti le cose che non vedi
ed inventarti la pioggia
dove lʼarcobaleno disegna un ponte inesistente
e due sponde lontane
e passarti un bastoncino di liquerizia
sulle labbra, dalle labbra
per cancellare il sapore
di un boccone di pane e sudore.
Non vedo lʼora di scriverti
come quando il buio mi chiude gli occhi
su un cielo senza stelle
e aspetto
e veglio
le bugie più belle per farti sognare.
∗
Femmina
Nella naturalezza
della mia nudità, nei néi,
nelle efelidi e nei vezzi quotidiani,
nelle bionde chiome e nelle mie caverne,
nellʼattimo del risveglio e nel caffè dʼorzo,
ti dono il mio essere femmina,
senza pudore.
∗
Al calar della sera
Sullʼorlo delle ciglia in oblìo
riproducimi il verso delle stelle
quando si vanno a scagliare
tra le ipotesi passate
di un presente privo di memorie.
Raccogli le mie penne
e gettale al fiume
ché non cʼè seme di conoscenza
che non germini nel dolore.
Avanza lʼautunno nel calpestìo delle foglie sul selciato
ed é un passo appena abbozzato
alcalardellasera.
∗
Insonnia di stelle
[…]
e vedo alberi gemmati di stelle
quando le vertebre dolgono
e gli occhi si sfibrano:
lascio che la mano destra
segua le visioni del sogno
lontano dalla luce del giorno
dove si piega il sole
sulle ginocchia
e prega
– perdo consistenza
nella pesantezza del corpo
mi allontano e lo guardo
e non ci sono –.
una luna e poi unʼaltra
tra le foglie e le fronde
e quella voglia di essere arte
per plasmare nuove forme
dalle storture e dai miei affanni
e dalle ore, morte, ore insieme a me.
∗∗∗∗∗
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η Νατάλια Καστάλντι (NatàliaCastaldi) γεννήθηκε στη Μεσσήνη στις 13 Ιανουαρίου 1971. Κατέχει το πτυχίο του τμήματος Διερμηνείας και Μετάφρασης με εξειδίκευση στην αγγλική και στην ισπανική γλώσσα.Ταξιδεύοντας επί σειρά ετών μεταξύ Ιταλίας και Αγγλίας, το 2000 επέστρεψε στη γενέτειρά της όπου εργάζεται ως μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας. Κείμενά της έχουν φιλοξενηθεί σε έγκριτα περιοδικά-ηλεκτρονικά και μη-όπως τα: «La dimora del tempo sospeso», «Nazione Indiana», «La poesia e lo spirito», «Oboe Sommerso», «AnarchicA», «Carte Sensibili», «Poetarum Silva», κ.α. Μεταξύ των συλλογών της οι τίτλοι: Dialoghi con nessuno (Διάλογοι με τον κανένα, εκδ. Smasher, Μεσσήνη 2011), Il canto nel cerchio dellʼacqua (Το τραγούδι στον κύκλο του νερού, Quaderni di RebStein, IV, 2009, e-book), Solo la parola sopravvive (Μόνο η λέξη επιζεί, Quaderni di RebStein, XLV, 2013, e-book).











Grazie, mille volte grazie. Una vera e grande sorpresa
“ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΟ ΓΡΑΦΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
ΝΑΤΑΛΙΑ ΚΑΣΤΑΛΔΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΠΑΝΕ ΣΤΟΝ ΑΔΗ”
A Sotiris Pastakas a maniera de kariotakis!
UNA VERA SORPRESA TU MIRADA GUAPA Y TU POESIA,POR SUPUESTO!
Τι ωραία να βρω την Νατάλια εδώ. Γειά σου Νατάλια, μεγάλη ποιήτρια. Γειά σου, Ευ μου, απίτευτε μεταφράστρια. Benvenuta in Grecia, Natàlia. Un bacio. Massimiliano.