Βασικός θεματικός άξονας στην πρώτη ποιητική συλλογή της Μίκας Ντάκα με τίτλο «Μνήμες και Φάσματα» που κυκλοφόρησε το 2016, όπως σηματοδοτούνταν και από τον τίτλο ήταν η ίδια η ζωή με τις ξεθωριασμένες διαψεύσεις της. Ήταν μια γραφή σωματική με έντονη λειτουργία του βλέμματος, όπου το ποιητικό εγώ μεγέθυνε τη στιγμή.
Στη δεύτερη ποιητική συλλογή με τίτλο «Η πυξίδα έδειχνε στον δρόμο» (Απόπειρα, 2023), ο λόγος της δημιουργού διαχέει μια ιδιαίτερη ωριμότητα, όπου ο ρυθμός των στίχων μεταμφιέζεται ελισσόμενος ανάμεσα στο πρώτο, στο δεύτερο και τρίτο πρόσωπο. Η ουσία και η αιχμηρότητα των λέξεων, καταφέρνει να εξορύξει την πραγματικότητα από τα σπλάχνα της ζωής με μια αλήθεια ουσιαστική που κάποιες φορές ακούγεται σαν μια γλυκιά μουσική ανάμεσα στους στίχους.
«Τώρα που η ψυχή έχει κάνει τον κύκλο της
Και οι αθέατοι ηγεμόνες
Τη μοίρα μας ακόμα ορίζουν
Θα ξαναρθώ
Έτοιμη να ζήσω και να σταυρωθώ
Τραγουδώντας τα λόγια που θυμάμαι
Από μια άλλη ζωή μακρινή».
(«Big Bang», σελ. 13)
Δεν θα μπορούσαμε εύκολα να χαρακτηρίσουμε ως αφηρημένη την ποίηση της Μίκας. Παντού διάσπαρτες εικόνες που περικλείουν το βάρος της υλικότητας. Κάποιες φορές την εντοπίζουμε να μας δίνει ποιήματα εγκιβωτισμένα στην οικιακή αυτοκρατορία της μοναξιάς, όπου ο αναγνώστης ανιχνεύει τις σιωπές του λόγου και τις μεταπλάθει σε μια διαχρονική ανάγνωση της γυναικείας παρουσίας με τις ελπίδες και τις ήττες. Πάντα υπάρχει μια υποθάλπουσα ερωτική παραζάλη. Ωστόσο, η διστακτικότητα των ανεπαίσθητων γύρω πραγμάτων, χτίζει τα τείχη μιας εγκλωβισμένης συμβατικής ζωής. Και γράφει :
«Πλυθήκαμε με τη σιωπή μας
Και προχωρήσαμε
Μ’ ένα καινούργιο χαμόγελο
Ένα ανείπωτο πείσμα
Κι ένα κρανίο στο χέρι
Δίχως διλήμματα
Ζωής και θανάτου».
(«Σταυροί», σελ. 16)
Ενίοτε το υποκείμενο είναι αιχμαλωτισμένο σ’ ένα περίκλειστο σύμπαν χωρίς οδούς διαφυγής που σκάβει οπτικώς τους στίχους για να ξεφύγει. Η πληγή που υποστυλώνει τη μεταφορικότητα, διακρίνεται συχνά κάτω από τις λέξεις. Ο λόγος της Μίκας γίνεται ονειρικός με βάθος. Δεν λειτουργεί ποτέ ως παφλασμός ωραίων στίχων και εικόνων. Το νόημα μας καταλαμβάνει αργά και υποδόρια ως βραδύκαυστο φυτίλι μέχρι την έκρηξη του τέλους. Κάτι ανάλογο μ’ εκείνο που συμβούλευε κι ο Φλωμπέρ την αγαπημένη του Λουίζ Κολέτ: «Δεν πρέπει πάντα να ονειροπολείς με στίχους, αλλά κάποιες φορές να δίνεις και γροθιές στο στομάχι».
Η κατάκτηση της οργανωμένης μεταφοράς με ενότητα και συνοχή είναι μια από τις σημαντικότερες αρετές αυτής της ποιητικής συλλογής. Ποιήματα όπου συναιρούνται κι αντιπαρατίθενται οι διάφορες μνήμες και οι προσδοκίες ως ειδυλλιακές εικόνες της φύσης με την ατομική αγωνία και τις διαψεύσεις του παρόντος χρόνου. Μας λέει λοιπόν:
«Γυναίκα πλασμένη από νερά κι ανέμους
Στεφάνι στα μαλλιά της από άνθη νεκρά
Κι αγκάθια
Δείχνει στα χέρια της πανάρχαια πληγή
Φωνές αερικών στα χείλη της
{…}
Και χάνεται
Περπατώντας γυμνή και ξυπόλυτη
Σε φλόγες σε οστά και κρανία
Και με τα χέρια της να υψώνουν στο στερέωμα
Όσο την καταπίνει ο αφρός του ωκεανού».
(«Nocturne», σελ. 22)
«Η πραγματικότητα είναι ένα κλισέ από το οποίο δραπετεύουμε με τη μεταφορά. Μόνο στη χώρα της μεταφοράς ήμαστε ποιητές». παρατηρούσε ο Wallace Stevens, ενώ ο Harold Bloom επεσήμανε για τον αμερικανό ποιητή, πως είναι σε θέση να αποσύρει τον εαυτό από τα φθαρμένα σχήματα αντίληψης της πραγματικότητας και να ζήσει εντός του κόσμου μεν, αλλά εκτός των δοσμένων αναγνώσεων. Προσωπικά, πιστεύω πως η μεταφορά είναι μια από τις μεθόδους της λογοτεχνίας που έρχεται να ανανεώσει τα φθαρμένα σχήματα του ποιητικού λόγου. Δεν είναι μια ρητή αναφορά στην πραγματικότητα, αλλά αξιώνει να συλλάβει πίσω από τις μάσκες και τα σύμβολα, το βάθος των πραγμάτων και το πάντα διαρρέον νόημα της αλήθειας. Η ποίηση της Μίκας Ντάκα στο βιβλίο Η πυξίδα έδειχνε στο δρόμο είναι ένα χρονικό που καταγράφει με πρωτότυπο τρόπο την αθέατη κραυγή, η οποία εκτυλίσσεται καθημερινά πίσω από το παρασκήνιο του εφυσηχασμού.
Είναι μια λυρική και συνάμα δραματική ποιητική φωνή κι από ιδιοσυγκρασία ελάσσονος τόνου. Τα μόνιμα στοιχεία αυτής της ποιητικής της Μίκας, τα συναντάμε στίλβοντα και ώριμα. Βιώματα σκονισμένα με την αχλή του μύθου, της φαντασίας και του ονείρου, ανεκπλήρωτοι και ανικανοποίητοι πόθοι, το πάσχων σώμα, ο αδυσώπητος χρόνος, η ανάκληση γνώριμων τόπων και πάντα η έγνοια γραφής για τη διαδικασία του ποιήματος.
«Τα ποιήματα είναι ουρλιαχτά
Πίσω απ’ τα κάγκελα των φυλακών και των ψυχιατρείων
Μαχαίρια που χαράζουν το δέρμα των χεριών
Σώματα που ασθμαίνουν
Στις παρενέργειες της επιβίωσης
Έμβρυα στην κοιλιά των πεθαμένων φεγγαριών
Και τρεις σταγόνες αίμα για υστερόγραφο».
(«Κι η ποίησις… το καταφύγιο που φθονούμε», σελ. 24)
Κάποιες φορές ο έρωτας-θάνατος κυριαρχεί με θαυμαστές αποκαλύψεις. Αλλά και ένα αναπάντεχο αίσθημα παιδικότητας φωτίζει συχνά τα ποιήματα της συλλογής. Η προσήλωση στην παιδική εμπειρία σαν κίνηση της μνήμης να ξορκίζει είναι αρκετά εντυπωσιακή. Η δημιουργός, από τη μια διηγείται σαν παραμύθι τις στροφές των ποιημάτων κι από την άλλη δεν παύει να καταγράφει μια ελεγειακή ποίηση συναισθηματικής ήττας. Όμως, η ποιητική της ματιά παραμένει απλανής ή και κάποιες φορές πλάνης καταθέτοντας μια ταυτότητα που προσδιορίζεται λυρική κι άκρως ερωτική. Τα ψιθυρίσματα του λυρισμού της Μίκας, χτυπούν ευθύβολα στον σύγχρονο ψυχισμό. Κάποιες φορές η ομολογία της ψευδαίσθησης, μας θυμίζει τον «Νάρκισσο» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που μαζί με τον Κώστα Καρυωτάκη ίσως και να είναι στους μακρινούς συνομιλητές της.
«Σκούπισες τον θάνατο απ’ τα χέρια μου
Όσα βάφτηκαν στην τρέλα και τη φρίκη
Έβαλες το τσιγάρο σου στο στόμα μου
Καπνός και στάχτη ο χρόνος
Να παίξουμε είπαμε
Ώσπου φάγαμε τις σάρκες μας
Κι αγκαλιαστήκαμε
Με γυμνά τα οστά μας
Στη βουβή τραγωδία του κόσμου».
(«Παιδικό», σελ. 28)
Η συγκεκριμένη συλλογή, παραμένει μια κρίσιμη συνιστώσα του ελεγειακού λυρισμού, ειδικά όταν αυτός μπερδεύεται με τον υπαινικτικό ερωτισμό. Η Μίκα περνάει από ποίημα σε ποίημα, προσπαθώντας να δώσει φωνή σ’ ένα σώμα εύπλαστο και σε μια ψυχή πάσχουσα. Σ’ εκείνο δηλαδή το υλικό μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, το ανυπεράσπιστο στη βία και στη φθορά του χρόνου που λειτουργεί ως ψευδαίσθηση απέναντι στην υλική πραγματικότητα.
«Η πυξίδα που έδειχνε στο δρόμο» ενίοτε μας θυμίζει την ατμόσφαιρα από το έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, το «Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος». Το αίσθημα της απουσίας και της βιωμένης ματαίωσης, η συντριβή της επιθυμίας που επιφέρει ο χρόνος στην ανθρώπινη υλικότητα και η καταλυτική ανδρική παρουσία-απουσία που τη φέρνει τόσο κοντά «στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα». Στο ποιητικό υπέδαφος της Μίκας τρίζει η γνωστή προτροπή του Mallarme ότι «η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις». Γι’ αυτό τις επιλέγει προσεκτικά και κεντά μ’ αυτές το φλέγον μέσα της.
«Οι λέξεις μου στυφές
Μουδιάζουν τη γλώσσα
Ξυράφια και οινόπνευμα από τα σωθικά μου
Δεν είναι που θα γίνουμε άλλη μια ιστορία
Με λυπημένο τέλος
Δεν είναι που θα μείνουμε η μουσική της θάλασσας
Να χαϊδεύει τον ύπνο των γλάρων
Είναι που κρεμάστηκε με κλωστές ασημένιες
Το σώμα μου
Απ’ την αιωνιότητά σου».
(«Ξέμεινα», σελ. 35-36)
Μια ποίηση που εξελίσσεται σε κατά βάση ουμανιστική κι έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος: «όποιος γλυτώσει από ένα δάκρυ τον άνθρωπο υψώνει ένα μέτρο το μπόι της ανθρωπότητας». Μέσα σ’ αυτή την εναγώνια προσπάθεια της καθημερινότητας, η Μίκα τίποτα δεν ζητάει να χαθεί. Αφήνει τα γεγονότα να περιστρέφονται. Μαζί και τον αρχιερέα Έρωτα, όπου όλα τα ενώνει δυνητικά. Η έννοια της γλώσσας και η ικανότητα της να εκφράσει σύνθετα συναισθήματα, δεν συναντά σημαντικά εμπόδια. Ίσως γιατί, συχνά κυριαρχεί μια άλλη γλώσσα. Αυτή της μουσικής και του ρυθμού, η οποία ενδεχομένως είναι πιο ικανή στο να μεταφέρει τις αποχρώσεις που η συμβατική γλώσσα δεν μπορεί.
«Στου χειμώνα την ηχώ
Θα’ χω στα χέρια μου ηλιοτρόπια
Στο στόμα ένα όνειρο
Με γεύση τσιχλόφουσκα
Κι εσύ θα μου φιλήσεις τα μαλλιά
Μετρώντας ως τις δέκα μας ζωές
Μέχρι ν’ ανθίσουν τα χείλη ξανά
Να λυγίσουν τα γόνατα
Και να σου φανερώσουν όλης της γης τα παραμύθια
Τις ενάλιες τρύπες που καταπίνουν ψυχές
Τα κοράκια που φωλιάζουν στα στήθια».
(«Νόστος», σελ. 78)
Για όλους εμάς που δοκιμαζόμαστε με την τέχνη της γραφής, υπάρχει πάντα το ίδιο ερώτημα:
Αν η τέχνη του λόγου, μπορεί πάντα να εκφράσει αυτό που κατά βάθος θέλουμε να πούμε.
Αν μπορούμε πάντα να εκφράσουμε, ενδόμυχα κι αδιαμόρφωτα συναισθήματα. Ίσως ναι, ίσως όχι. Αφού ακολουθούμε πάντα ασπαίροντας αυτό τον πειραγμένο μηχανισμό που είναι ο ποιητικός λόγος.
*******
Τρία ποιήματα από τη συλλογή Η πυξίδα έδειχνε στον δρόμο (Απόπειρα, 2023)
Μούσες
Αυτές που επικαλείσαι
έχουν μια έκσταση στ’ απόκοσμα μάτια τους
Γλείφουν στα δάκτυλά τους το δηλητήριο
του σκορπιού
Τυλίγονται με φίδια που βγαίνουν
απ’ τον κόλπο τους
Κι απομυζούν το μυαλό
εκείνων που το σπέρμα τους θα είναι πάντα πικρό
μες στα πορνεία της ποίησης
*
Δείπνος Μυστικός
Κι όμως είχαμε επίγνωση
Μ’ αφήσαμε τα φρένα ανεξέλεγκτα
Τις καύτρες των τσιγάρων
Να ακουμπήσουν στο δέρμα
Πιστεύοντας στα θαύματα του έρωτα
Κοιτάζω τις φωτογραφίες
Θολά τοπία
Σώματα κρεμασμένα
Παιχνίδια που τυλίχτηκαν με σάβανο
Και μια γοργόνα μαύρη να χλευάζει τις ζωές μας
Επιθυμίες συνωμοσίες
Ταξίδια που προσμέναμε
Κι ο δρόμος οδηγούσε στον γκρεμό
Δεν γράφω άλλα ποιήματα
Τρέφομαι απ’ τους νεκρούς ιστούς μου
Σε έναν δείπνο μυστικό
Με δώδεκα παράλυτα φεγγάρια
**
Adagio (II)
Θα σ’ έχω πάντα μαζί μου
Στις τεθλασμένες διαδρομές μου
Ο κόκκινος σκορπιός βυθισμένος στα μάτια μου
Το άγραφο ποίημα σ’ ένα τσαλακωμένο χαρτί
Το μισοκαπνισμένο μου τσιγάρο
Που σε προσμένει στα δάχτυλα
Το μισό μου το σώμα
Που σε προσμένει στο φεγγάρι
Θα σ’ έχω πάντα μαζί μου
Μια θάλασσα ανθισμένη μέσα στο στόμα μου
Να ξεβράζει τα τραγούδια της Νίνα Σιμόν.
******************************************************************************
Η Μίκα Ντάκα γεννήθηκε και ζει στη Ρόδο. Έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης (Μνήμες και Φάσματα, Η πυξίδα έδειχνε στον δρόμο). Κείμενά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές και σε ηλεκτρονικά κι έντυπα περιοδικά, σε Ελλάδα και Κύπρο. Είναι Δρ. Παιδικής Λογοτεχνίας και διδάσκει σε Δημοτικό Σχολείο.









