Μια εξ αίματος επιστροφή στους δαίμονες της Ποίησης

 

Ο Αλμπέρτο Μοράβια στην συνείδηση του κόσμου και ιδιαίτερα του λογοτεχνικού κοινού έχει καταγραφεί ως ένας από τους σημαντικούς πεζογράφους του 20ου αιώνα, αφού το μεγαλύτερο μέρος του έργου του κινείται γύρω από το μυθιστόρημα, το δοκίμιο και τις συλλογές διηγημάτων.

Αναμφίβολα υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές των ιταλικών γραμμάτων με έντονη δράση και παρεμβάσεις στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Ιταλίας, συνειδητή στάση που τον κατέστησε έναν ουσιωδώς «δημόσιο διανοούμενο» που επέδρασσε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης της εποχής του. Ακόμα όμως και σε αυτές τις εκδοχές της γραφής του το «ποιητικό αιτούμενο» υπήρξε διαρκές, διάχυτο και εμφανές σε κάθε του λέξη, σε κάθε απόπειρα σκιαγράφησης των χαρακτήρων που κάθε φορά επέλεγε να αναδείξει ως ήρωες της μυθοπλασίας του. Υπό την έννοια αυτή, ο Μοράβια για πολλά χρόνια λειτούργησε ως ένας ιδανικός αλλά όχι ανάξιος «ποιητής του πεζού λόγου». υπηρετώντας μια «ιδιάζουσα ποιητική γλώσσα» που σε όλες της τις εκδοχές ανέδειξε τη λογοτεχνική του αξιοσύνη στην έκφραση και την ερμηνεία της ανθρώπινης περιπέτειας. Η μυθοπλασία άλλωστε ποτέ δεν τον εμπόδισε να αναπτύξει έναν λόγο βαθύ, ανθρώπινο και ουσιαστικά υπαρξιστικό, προτάσσοντας μοτίβα που είχαν ως έμβλημα τον έρωτα, το υπαρξιακό τραύμα, την απώλεια, την αλλοτρίωση της μικροαστικής καθημερινότητας, τη ματαίωση της ανθρώπινης χειραφέτησης, την απομάκρυνση του ανθρώπου από την εσώτερη ουσία του, τον αγώνα του είδους μας να αναπτύξει αλλά και να κατανοήσει τον «κοινωνικό» του εαυτό.

Η επιλογή όμως του Μοράβια, στην ύστερη φάση της ζωής του, να (ξανά) γράψει ποίηση, αξίζει ιδιαίτερης προσοχής αφού σηματοδοτεί την πηγαία ανάγκη του να εκφραστεί με τρόπο άμεσο και προσωπικό, επιστρέφοντας ουσιαστικά (σχεδόν πενήντα χρόνια μετά) στις πρώτες του ποιητικές δοκιμές. Είναι η στιγμή που ο μεγάλος συγγραφέας υπερβαίνει διαλεκτικά «οικεία είδη» λογοτεχνίας όπως το μυθιστόρημα, το διήγημα, ακόμα και το δοκίμιο καταθέτοντας το αισθαντικό είδος μιας γραφής που παραπέμπει σε αποστάγματα υψηλών εντάσεων και βαθιών εσωτερικών ζυμώσεων. Επί της ουσίας συνδιαλέγεται με το εγχείρημα μιας δημιουργικής καταβύθισης στα σκοτεινά νερά των λέξεων, των σημασιών και των ερμηνειών, αναπτύσσοντας συνειδητά μια γλώσσα λιτή, τραχιά, καθαρή, απαλλαγμένη από υποστυλώματα και σκαλωσιές μιας λογοτεχνικά «κατασκευασμένης» αρχιτεκτονικής.

Είναι σημαντικό πως οι εκδόσεις ΑΩ τόλμησαν και προφανώς κατόρθωσαν να μάς δωρίσουν ένα εκδοτικό κόσμημα, προσφέροντάς μας ένα βιβλίο με τον τίτλο «To θέατρο του κόσμου». Πρόκειται για τη συγκομιδή 33 ποιημάτων από μια γόνιμη «ποιητική σπορά» που ο Μοράβια πραγματοποίησε ανάμεσα στο 1970 και το 1980. Μια εξαιρετικά καλαίσθητη, δίγλωσση έκδοση με την επιμελή φροντίδα της ποιήτριας και κριτικού λογοτεχνίας Διώνης Δημητριάδου αλλά και την εξόχως ποιητική μετάφραση της Έφης Ζερβού με τις ιταλικές και τις ελληνικές λέξεις αντικριστά για του… «λόγου το αληθές».

Το εν λόγω βιβλίο συγκεντρώνει ποιήματα τα οποία αναμφίβολα αναδεικνύουν την ποιητική δεινότητα του Μοράβια. Ενός συγγραφέα που κατά τη γνώμη μου δεν έφυγε ποτέ από τον ποιητικό λόγο όσο και αν επέλεξε άλλα είδη γραφής τα οποία τον ανέδειξαν στον συγγραφικό του βίο. Η επιλογή του άλλωστε να συγκεντρωθούν τα χειρόγραφα ποιήματα μιας δεκαετίας «σε ένα χαρτοφύλακα από σοβιετικό δέρμα» συνδέεται προφανώς με μια βαθύτερη, εσωτερική και υπαρξιακή ωριμότητα που θεμελιώνεται στην αθόρυβη αναζήτηση μιας εκφραστικής αμεσότητας χωρίς αστερίσκους, διαμεσολαβήσεις και υποσημειώσεις. Υπό την έννοια αυτή η αρχική ιταλική έκδοση με την φροντίδα της οικογένειας του συγγραφέα, συνιστά μια πράξη ευθύνης απέναντι όχι στην ποιητική υστεροφημία του Μοράβια, αλλά κυρίως στην «ταυτοτική» συγγένεια της γραφής του με ένα έμφυτο «ποιητικό αιτούμενο».

Το βιβλίο συνοδεύεται από μια πλήρως κατατοπιστική εισαγωγή της Αλεσάντρα Γκραντέλις η οποία καταθέτει μια ουσιαστική ερμηνευτική ματιά που επεξηγεί και αναδεικνύει σημαντικές πτυχές της προσωπικότητας αλλά και της λογοτεχνικής φυσιογνωμίας του Μοράβια. Όπως και η ίδια μας ωθεί να καταλάβουμε, ο Μοράβια μέσω μιας αθόρυβα «εξομολογητικής μελάνης», συγγράφει ουσιαστικά ένα ποιητικό ημερολόγιο μύχιων και ειλικρινών σπαραγμάτων, αναζητώντας διαρκώς το «διαφεύγον νόημα» μιας εποχής εντός της οποίας η κενότητα της ύπαρξης εντείνεται διαρκώς. Αναμφίβολα η γραφή του είναι απέριττη, εξόχως αφηγηματική, ουσιαστική, εσωτερικά έντονη και συνειδητά χωρίς σημεία στίξης. Σαν ο ποιητής να επιδιώκει, ο ίδιος ο αναγνώστης να ανακαλύψει μόνος του τον ρυθμό, την ένταση, την ταχύτητα, τις στάσεις αλλά και τις σιωπές που η γλώσσα του υπαγορεύει.

Είναι προφανές πως η επιλογή του «ύστερου Μοράβια» να γράψει ποίηση, αποτελεί μια συνειδητή επιστροφή στην «εξ αίματος» σχέση με τους προσωπικούς του δαίμονες αλλά και τους δαίμονες της ίδιας της ποίησης. Ιδίως σε μια χρονική περίοδο που η ζωή στην Ιταλία κλονιζόταν από έντονες και παράφορες πολιτικές, ιδεολογικές αλλά και κοινωνικές αναταράξεις. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο πως η Γκραντέλις θέλοντας να καταδείξει την έντονη και «οριακή» συναισθηματική φόρτιση του Μοράβια, παραθέτει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον επικήδειο λόγο για τον εκλεκτό του, τον Πιερ Πάολο Παζολίνι: «Χάσαμε πρώτα από όλα έναν ποιητή, και ποιητές δεν υπάρχουν πολλοί στον κόσμο – τρεις ή τέσσερις μόνο γεννιούνται μέσα σε έναν αιώνα. Όταν αυτός ο αιώνας θα έχει τελειώσει, ο Παζολίνι θα είναι ανάμεσα στους ελάχιστους που μετρούν ως ποιητές. Ο ποιητής είναι ιερός».

Εν κατακλείδι ο Μοράβια στο εν λόγω βιβλίο καταθέτει έναν ποιητικό λόγο βαθιά ειλικρινή, εξομολογητικό, χωρίς συναισθηματικούς εντυπωσιασμούς, ενίοτε μελαγχολικό με μικρές αλλά αισθητές δόσεις αυτοσαρκασμού. Ανασύρει από τα βαθιά υπαρξιακά του κοιτάσματα ό,τι κρίνει πως πρέπει να ειπωθεί χωρίς να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνική επινόηση ενός ακόμα μύθου, παρά μόνο σιγοψιθυρίζοντας την αλήθεια της υπαρξιακής του μυθολογίας απέναντι στην επικείμενη δύση της βιολογικής του ζωής.

 

Ξέχασα προς τα πού πήγαινα

τη μέρα την ίδια

που γεννήθηκα

από τότε

δεν κάνω τίποτα άλλο

από το να τρέχω

με την ελπίδα

να θυμηθώ

κατά τη διάρκεια της διαδρομής

τον προορισμό

μου.

 

 

*Ο Νίκος Φωτόπουλος είναι Ποιητής, Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.