
Διακοπές στην Πραγματικότητα, εκδ. Πατάκης 2009, Σονέτα της Συμφοράς, εκδ. Πατάκης, 2011, Η Τέχνη της Αφαίρεσης [Η εύθραυστη επικράτεια των λέξεων], Ποιήματα 1991-2003, εκδ. Νεφέλη 2013.
`
TAKE I
H ποιητική συλλογή Η Νοσταλγία των Ουρανών (1991) και σίγουρα η πρώτη ενότητα «Ο θρίαμβος του τέλους», αν όχι το σύνολο της ποιητικής του, κινείται ανάμεσα σε δύο μότο: «γιατί και εμείς, ως υποκείμενα, είμαστε σαφέστατα εγγεγραμμένοι μέσα στην αφήγηση» του Paul de Man και το «Weep for the lives your wishes never led» του W.H. Auden. Κι αν στον Έλιοτ «ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος» είναι «όχι μʼ ένα πάταγο αλλά μʼ ένα λυγμό» (Hollow man) στον Βλαβιανό δεν έχουμε ένα λυγμό, ούτε καν κρότο, αλλά έναν ήχο που δεν «γίνεται», μια «ουσία» που διαρκώς μετατίθεται μεταξύ ενός μη τόπου και ενός εαυτού-μη εαυτού. Ένας εαυτός που στην ποίηση του λειτουργεί ως μια επινόηση που επίμονα διαλέγει την «επιφάνεια» σε μια νέα διακειμενική θα λέγαμε αιώρηση: «Τα μάτια διακηρύσσουν/ πως τα πάντα είναι επιφάνεια» μας λέει ενδεικτικά στο «VI» ποίημα του «Oxford Blues» της συλλογής Adieu.
Πρόκειται θα λέγαμε για ένα νέο είδος σιωπής −τουλάχιστον στην ελλαδική επικράτεια− που μες στην επανάληψη και την ιδιότυπη αναμονή που καλλιεργεί, οδηγεί σε μια μετάθεση εντός τελικά του ίδιου του δια-κείμενου. Εκεί δομείται ο εαυτός, η ιδιο-προσωπεία του ποιητή.
«Ανάγκη τώρα να κλονίσω την ψυχρή αυτάρκεια της φύσης» μας λέει στα 34 του χρόνια, διαπιστώνοντας την ερημιά της εκκλησίας που ευλογεί μόνο ως κτίσμα πλέον −σε ένα μεταθρησκευτικό κλίμα− ένα ερωτικό πάθος. Βρισκόμαστε σε μια παραθαλάσσια ερωτική ανάμνηση, εκεί που το παρελθόν δένει με το παρόν, σʼ ένα είδος απολογισμού. Παρακολουθούμε τον ποιητή να τοποθετείται εκ των υστέρων με την πρόθεση να δέσει ανόμοια φαινομενικά πράγματα σε μιαν αφήγηση. Έρημος όμως ο κήπος του και ξερός. Πετά πυροτεχνήματα, λευκά στην απόχρωση του ουρανού, τα βλέπει μόνος του και ικανοποιείται από το καμουφλάρισμα, την τόση ομοιότητα. Προσπαθώντας να απομακρυνθεί απʼ «τον πρώτο στεναγμό» που «ζητούσε να πλάσει τον ουρανό/ κατʼ εικόνα και ομοίωσιν» («Ο θρίαμβος του τέλους, Ι» Η Νοσταλγία των Ουρανών) αναζητεί μια επινόηση, έναν τρόπο να συνεχίσει. Μια πρώτη «απάντηση», μια στάση δυνατή στο αδιέξοδο του, η ακόλουθη: «να εξωραΐσω το κυμάτισμα μιας κόμης/ να ψηλαφίσω το σώμα του έρωτα», με τι; «με λέξεις» φυσικά, που «απεκδύονται την ενοχή» και γυαλίζουν σβήνοντας. Ποια όμως είναι αυτή η «ενοχή»; Και ποια η πηγή της; Εδώ βρισκόμαστε σʼ έναν άξονα κεντρικό που διαπερνά το σύνολο. Η κόρη της μαμάς, η αδερφή, που εξοντώνει ριγμένη στα ναρκωτικά, καθώς μαθαίνουμε αργότερα , την οικογένεια και πρώτα και μονίμως την μητέρα, τη “Vergine madre, figlia del tuo figlio”, καθώς μας λέει, δηλ. την «Παναγία Μήτερα, κόρη του Υιού σου», ενός γιού όμως που στην περίπτωση του σταυρώνεται χωρίς να σώζει και να σώζεται. Κρατά όμως ο ποιητής όπως και να ʽχει ισορροπίες με τον τρόπο του που από καιρό έχουν χαθεί. Και το ξέρει. Το θέμα μόνιμα λοιπόν σχεδόν αυτός και η οικογένεια του. Έτσι ανοίγει η σκηνή του πρώτου ποιήματος, το ίδιο το συγκεντρωτικό βιβλίο, στην ουσία η ποιητική του (αποκηρύσσοντας −προφανώς− τις πρώτες τέσσερις ποιητικές του συλλογές. Συνήθως κάποιοι βιαστικοί, να σημειωθεί εδώ, αποκηρύσσουν μια, το πολύ δύο συλλογές. Συνεπώς «κατορθώνει» εδώ ένα ρεκόρ, μια νέου τύπου πρωτιά που φαίνεται να επιζητά).
Ας σταθούμε όμως στα της «οικογένειας» −με ενδιαφέρον φυσικά ποιητικό− που μας αποκαλύπτει το «πρόσωπο» του ποιητή, ενός ποιητή που μονίμως προπορεύεται του ποιήματος (“that favorite subject, Myself” μας λέει παραθέτοντας ως μότο την κουβέντα του James Boswell, στο ποίημα «Villa Borghese» της συλλογής Adieu). To κλίμα συνοψίζεται «επιτυχημένα» στο ποίημα «La madre Greca», ποίημα που κινείται μακριά βεβαίως από το ομώνυμο ποίημα του Σολωμού. Μας λέει: «Το κάψιμο αρχίζει πάλι./ Είναι κι αυτό μια τέχνη λοιπόν:/ Να ξέρεις ποιον θα βάλεις με ποιον/ και που».
Διαβάστε περισσότερα