Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

“«Μας κληρονόμησαν σκοτάδι», Κυρίες και Κύριοι ο Ποιητής Σωτήρης Παστάκας” (γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης)

`

Αμέτρητες μύγες
που έχουν εισβάλει ξαφνικά
στο τετράκλινο δωμάτιο
των ψυχορραγούντων

μας λέει κλείνοντας σχεδόν το magnum opus του, το ποίημα «Ραψάνη», ο ποιητής Σωτήρης Παστάκας. Με μια καινούργια στα γράμματα μας ενσυναίσθηση μάς καλεί να ταυτιστούμε με τους ψυχορραγούντες, μας λέει πως είμαστε εμείς αυτοί, πως δεν ʽναι θέμα χρόνου, μα είμαστε ήδη εκεί και το αγνοούμε. Όποιος δεν βλέπει τις «αμέτρητες μύγες» ας τον επισκεφθεί.
Γιατρός, ψυχίατρος συγκεκριμένα, δίνει μιαν άλλη διάσταση στο σώμα το ποιητικό, στο ανθρώπινο σώμα, στο ίδιο το πραγματικό. Καλεί σε μια μετατόπιση. Αλλάξτε θέσεις. Από τα «σάβανα» και «τις εκτρώσεις των εμβρύων», «τα εκκρίματα των θνησκόντων»

έτσι καθώς τα προσπερνώ
με το ταξί
κάτω από έναν κίτρινο
ουρανό, σεντόνια
της συζυγικής ζωής,
κατσαρόλια.
(«Κίτρινο», Παραπάτημα στη Χαρά)

κα τους «ένδοξους πεσόντες»:

αναπολώ τους ένδοξους
πεσόντες επί της ταμπακέρας.
τον Χάκα, τον Καρούζο,
τον Γκόρπα. Βγάζω
απʼ το σελοφάν
το τρίτο πακέτο σιγαρέτων
όπως βγάζουν τα παπούτσια τους
πριν πέσουν στο κενό
οι περισσότεροι από τους αυτοκτόνους.
(«ΧΙΙ, Ο επικήδειος της σήμερον», Προσευχές για φίλους)

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αφροδίτη Λυμπέρη, «Recviem ή η τέχνη της ρέμβης», εκδ. Θράκα 2013 (γράφει ο Ανέστης Μελιδώνης)

`

Στην ποίηση της Αφροδίτης οι λέξεις γίνονται αγκίστρια που πάνω τους ρίχνεται ο κόσμος για να φανεί όπως είναι, ρημαγμένος και διάτρητος. Τα χρώματα δε διστάζουν νʼαυτοκτονήσουν, το άπιαστο να μαστιγωθεί, το σύμπαν να κυκλωθεί, το κάλλος να ξορκιστεί. Όλα γίνονται μέσα σε μια εικόνα που στάζει μέλανα ζωμό και γάλα με θειάφι. Η ωραία πύλη υπάρχει μόνο γιατί βγαίνουμε από αυτήν. Αν μας τη θυμίζει ακόμα κάτι είναι το γέγονος της εξόδου. Πλέον τα ψάρια βουτάνε σε πετρελαιοκηλίδες, και το καλοκαίρι έχει μείνει ανήμπορο να δίνει εξετάσεις τον Σεπτέμβρη. Κι αν δεν ξέρουμε τι να απαντήσουμε στην ερώτηση «που είναι οι πύλες του παραδείσου;» αυτό σημαίνει πως πρέπει νʼανοίξουμε τα χέρια ο ένας στον άλλον και να δεχτούμε ό,τι έχει απομείνει να δοθεί. Η ζωή για μένα, κατέληξα πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ζεστό καρβέλι ψωμί. Αυτό είναι που βρήκε όταν έσπασε τον κουμπαρά της η ποιήτρια και το βιβλίο που θα μας πρότεινε δεν έχει άδικα τίτλο «φτιάχτο μόνος σου». Καθώς με τα ποιήματά της δε μας δίνει τίποτα άλλο παρά τις ψηφίδες ενός κόσμου που δεν μένει παρά να τον ξαναφτιάξουμε. Εκτός κι αν θέλουμε να συνεχίσουμε να συμβουλεύουμε ένα παιδάκι να είναι απάνθρωπο για να ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους και έπειτα να κοιμόμαστε ήσυχοι όπως η μαμά του συγκεκριμένου ποιήματος. Η ποίηση αυτή, της οποίας λέξεις και στίχους μόλις χρησιμοποίησα στην παραπάνω περιγραφή, αποτελεί μια δήλωση και μια ξεκάθαρη καταγραφή, μια διαρκής υπενθύμιση της προς αποφυγήν πραγματικότητας.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«”Ο πανταχού παρών ποιητής” και το “Εκεί Έξω” τού Ντίνου Σιώτη» (γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης)

`

Ο Νάνος Βαλαωρίτης στον πρόλογο τού βιβλίου τού Ντίνου Σιώτη,  Εκεί Έξω δίνει τον τίτλο «Ο πανταχού παρών ποιητής» τίτλος που, πέρα απʼ την αναφορά στο ντοκιμαντέρ για τον Θ. Βέγγο Ένας άνθρωπος παντός καιρού του Σολδάτου, μένει ανοιχτός και παραπέμπει σε μια καινούργια ουσιαστικά ιδιότητα θα έλεγα στα γράμματα μας, αυτή του ποιητή manager. Μια ιδιότητα που στο πρόσωπο τού υπό «εξέταση» ποιητή παίρνει νέες διαστάσεις. Ο ποιητής (γεν. 1944) μάλιστα νιώθει την ανάγκη να παραθέσει πέρα απʼ την εισαγωγή τού Βαλαωρίτη την οποία και διαφημίζει στο εξώφυλλο, έξι κριτικές στο οπισθόφυλλο προερχόμενες απʼ τον Edmund Keely του Princeton, καθώς μας ενημερώνει ο ίδιος, απʼ τον Christopher Hitchens της Washington DC και πάλι απʼ τον Νάνο Βαλαωρίτη, μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι των Αθηνών, όπως υπογράφει στον πρόλογο («Αθήνα της Κρίσης, 14 Οκτωβρίου 2012») αλλά του Oakland της Καλιφόρνιας. Ακολουθούν οι κριτικές στο The Boston Globe, The Harvard Review και στο The National Herald και φυσικά αναρωτιόμαστε από πού προκύπτει αυτή η ανάγκη αυτοπροβολής και διαφήμισης, τόσο ξένης στην ελληνική νοοτροπία και πραγματικότητα; Για να μην προσθέσουμε και την ειρωνική απαξίωση και αντίθεση με την προαναφερθείσα πρακτική που προκύπτει απʼ το σημείωμα που παραθέτει στο τέλος λέγοντας πως: «λυπάμαι που δεν κρατώ λογαριασμό (όχι λόγω πληθώρας δημοσιεύσεων αλλά λόγω αμέλειας) ως προς τους τίτλους των περιοδικών και τις ημερομηνίες δημοσίευσης».
Σημειώνει επιτυχημένα στον πρόλογό του ο Βαλαωρίτης πως κατά τον Σεφέρη «η ποιητική γλώσσα πρέπει να υποβάλλει έναν κόσμο όποιος κι αν είναι αυτός, φανταστικός ή πραγματικός ή ένα μίγμα από τα δύο, αλλά χωρίς υποβλητικότητα η ποιητική γλώσσα μένει τυφλή και καμιά φορά βουβή χωρίς ήχο» και αναλογίζομαι την υποβλητικότητα τού μεταφυσικού εκτοπίσματος ενός Ταρκόφσκι, το μαρμάρινο κεφάλι που μας αφήνει στα χέρια ο ίδιος ο Σεφέρης αλλά και τις περίτεχνες βελονιές και συνάψεις άλλων τόπων της ποίησης τού Νάνου Βαλαωρίτη, θέτοντας φυσικά τον πήχη ψηλά, «καταλήγοντας» πως για να συμβεί αυτή η υποβλητικότητα απαιτείται μια άσκηση και ένα διαμέτρημα το οποίο συχνά δεν υπάρχει και αυτή είναι θεωρώ η περίπτωση του Ντίνου Σιώτη.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Οι παράξενες εξισώσεις του Χάρη Βλαβιανού/ Ποιήματα (1991-2011)» (γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης)

Διακοπές στην Πραγματικότητα, εκδ. Πατάκης 2009, Σονέτα της Συμφοράς, εκδ. Πατάκης, 2011, Η Τέχνη της Αφαίρεσης [Η εύθραυστη επικράτεια των λέξεων], Ποιήματα 1991-2003, εκδ. Νεφέλη 2013.

`

TAKE I

H ποιητική συλλογή Η Νοσταλγία των Ουρανών (1991) και σίγουρα η πρώτη ενότητα «Ο θρίαμβος του τέλους», αν όχι το σύνολο της ποιητικής του, κινείται ανάμεσα σε δύο μότο: «γιατί και εμείς, ως υποκείμενα, είμαστε σαφέστατα εγγεγραμμένοι μέσα στην αφήγηση» του Paul de Man και το «Weep for the lives your wishes never led» του W.H. Auden. Κι αν στον Έλιοτ «ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος» είναι «όχι μʼ ένα πάταγο αλλά μʼ ένα λυγμό» (Hollow man) στον Βλαβιανό δεν έχουμε ένα λυγμό, ούτε καν κρότο, αλλά έναν ήχο που δεν «γίνεται», μια «ουσία» που διαρκώς μετατίθεται μεταξύ ενός μη τόπου και ενός εαυτού-μη εαυτού. Ένας εαυτός που στην ποίηση του λειτουργεί ως μια επινόηση που επίμονα διαλέγει την «επιφάνεια» σε μια νέα διακειμενική θα λέγαμε αιώρηση: «Τα μάτια διακηρύσσουν/ πως τα πάντα είναι επιφάνεια» μας λέει ενδεικτικά στο «VI» ποίημα του «Oxford Blues» της συλλογής Adieu.
Πρόκειται θα λέγαμε για ένα νέο είδος σιωπής −τουλάχιστον στην ελλαδική επικράτεια− που μες στην επανάληψη και την ιδιότυπη αναμονή που καλλιεργεί, οδηγεί σε μια μετάθεση εντός τελικά του ίδιου του δια-κείμενου. Εκεί δομείται ο εαυτός, η ιδιο-προσωπεία του ποιητή.
«Ανάγκη τώρα να κλονίσω την ψυχρή αυτάρκεια της φύσης» μας λέει στα 34 του χρόνια, διαπιστώνοντας την ερημιά της εκκλησίας που ευλογεί μόνο ως κτίσμα πλέον −σε ένα μεταθρησκευτικό κλίμα− ένα ερωτικό πάθος. Βρισκόμαστε σε μια παραθαλάσσια ερωτική ανάμνηση, εκεί που το παρελθόν δένει με το παρόν, σʼ ένα είδος απολογισμού. Παρακολουθούμε τον ποιητή να τοποθετείται εκ των υστέρων με την πρόθεση να δέσει ανόμοια φαινομενικά πράγματα σε μιαν αφήγηση. Έρημος όμως ο κήπος του και ξερός. Πετά πυροτεχνήματα, λευκά στην απόχρωση του ουρανού, τα βλέπει μόνος του και ικανοποιείται από το καμουφλάρισμα, την τόση ομοιότητα. Προσπαθώντας να απομακρυνθεί απʼ «τον πρώτο στεναγμό» που «ζητούσε να πλάσει τον ουρανό/ κατʼ εικόνα και ομοίωσιν» («Ο θρίαμβος του τέλους, Ι» Η Νοσταλγία των Ουρανών) αναζητεί μια επινόηση, έναν τρόπο να συνεχίσει. Μια πρώτη «απάντηση», μια στάση δυνατή στο αδιέξοδο του, η ακόλουθη: «να εξωραΐσω το κυμάτισμα μιας κόμης/ να ψηλαφίσω το σώμα του έρωτα», με τι; «με λέξεις» φυσικά, που «απεκδύονται την ενοχή» και γυαλίζουν σβήνοντας. Ποια όμως είναι αυτή η «ενοχή»; Και ποια η πηγή της; Εδώ βρισκόμαστε σʼ έναν άξονα κεντρικό που διαπερνά το σύνολο. Η κόρη της μαμάς, η αδερφή, που εξοντώνει ριγμένη στα ναρκωτικά, καθώς μαθαίνουμε αργότερα , την οικογένεια και πρώτα και μονίμως την μητέρα, τη “Vergine madre, figlia del tuo figlio”, καθώς μας λέει, δηλ. την «Παναγία Μήτερα, κόρη του Υιού σου», ενός γιού όμως που στην περίπτωση του σταυρώνεται χωρίς να σώζει και να σώζεται. Κρατά όμως ο ποιητής όπως και να ʽχει ισορροπίες με τον τρόπο του που από καιρό έχουν χαθεί. Και το ξέρει. Το θέμα μόνιμα λοιπόν σχεδόν αυτός και η οικογένεια του. Έτσι ανοίγει η σκηνή του πρώτου ποιήματος, το ίδιο το συγκεντρωτικό βιβλίο, στην ουσία η ποιητική του (αποκηρύσσοντας −προφανώς− τις πρώτες τέσσερις ποιητικές του συλλογές. Συνήθως κάποιοι βιαστικοί, να σημειωθεί εδώ, αποκηρύσσουν μια, το πολύ δύο συλλογές. Συνεπώς «κατορθώνει» εδώ ένα ρεκόρ, μια νέου τύπου πρωτιά που φαίνεται να επιζητά).
Ας σταθούμε όμως στα της «οικογένειας» −με ενδιαφέρον φυσικά ποιητικό− που μας αποκαλύπτει το «πρόσωπο» του ποιητή, ενός ποιητή που μονίμως προπορεύεται του ποιήματος (“that favorite subject, Myself” μας λέει παραθέτοντας ως μότο την κουβέντα του James Boswell, στο ποίημα «Villa Borghese» της συλλογής Adieu). To κλίμα συνοψίζεται «επιτυχημένα» στο ποίημα «La madre Greca», ποίημα που κινείται μακριά βεβαίως από το ομώνυμο ποίημα του Σολωμού. Μας λέει: «Το κάψιμο αρχίζει πάλι./ Είναι κι αυτό μια τέχνη λοιπόν:/ Να ξέρεις ποιον θα βάλεις με ποιον/ και που».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιάννης Μ. Στρατούλιας, «Οι μεταμορφώσεις του νερού», εκδ. Πολύεδρο 2013 (γράφει ο Γιάννης Τόλιας)

`

Ο Γιάννης Μ. Στρατούλιας, ψυχίατρος, πρωτοεμφανίστηκε το 2013 στην ελληνική ποίηση με την ποιητική συλλογή «Οι μεταμορφώσεις του νερού» (εκδ. Πολύεδρο). Η γραφή του έχει τη δύναμη χρόνων καλλιέργειας, εσωτερικών αναζητήσεων αλλά και βαθιάς φιλοσοφίας. Με ευρηματικότητα «ευ» πλάθει τη γλώσσα. Της δίνει ποιητική υπόσταση χωρίς οι σκέψεις του να αγκομαχούν σε δαιδαλώδεις αόριστες ποιητικές συλλήψεις.
Με οξεία κρίση και εξονυχιστική παρατηρητικότητα, με όπλα το λόγο και την εξαιρετική χρήση της γλώσσας δίνει υπόσταση στο άρρητο και κερδίζει χρόνο «στο διηνεκές», καθώς τα ποιήματά του λειτουργούν ως πρεσβευτές του «ανίκητου στη μάχη» έρωτα και της απουσίας, της αδηφάγου προσμονής, της επιθυμίας, της «αγάπης μετά θάνατον» αλλά και της αμφισβήτησης του κόσμου, της στοχαστικότητας για τη ζωή, του αδιαχείριστου πόνου, της ακατανίκητης τρέλας.
Με μεταφυσικό μυστικισμό για καταστάσεις ανθρώπινες (αγιασμός των υδάτων, προσευχή, βλασφημία) οδηγεί τον αναγνώστη στην απενοχοποίηση για ό,τι μπορεί να αισθανθεί στην κορύφωση της ερωτικής περιδίνησης. Θα έλεγα όμως πως δημιούργημα εξαιρετικής έμπνευσης είναι το ομότιτλο ποίημα της συλλογής «Οι μεταμορφώσεις του νερού». Πρόκειται για μια πρωτότυπη σύλληψη του γυναικείου σώματος και έναν ες αεί ύμνο στη γυναικεία παρουσία∙ με αφόρμηση το νερό και την υγρή σύσταση των εκκρίσεων εξυμνεί με μοναδικό τρόπο τη γυναίκα και το μεγαλείο του κορμιού και της ύπαρξής της.
Στην ποίησή του συναιρεί τον ερωτικό λόγο και αισθησιασμό με μια βαθιά θρησκευτικότητα – στοιχεία έκδηλα στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής του – αποφεύγοντας έτσι τη χυδαιότητα της καθημερινότητας. Στα μη ερωτικά ποιήματά του διαφαίνεται έντονα η αποτύπωση του ανθρωπισμού και του μεταφυσικού του προβληματισμού.

Διαβάστε περισσότερα