Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Πέτρος Γκολίτσης, «Το φαινόμενο Χρήστος Μπράβος. Στοιχειώνοντας θανάτους από το παρελθόν»

`

ΝΑ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙΣ PERPENDICOLARMENTE (ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΑ) ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΗ ΒΑΘΗ
ΣΤΟΝ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΔΩΘΗΚΕ

Αν ο Ρίτσος κι ο Ελύτης είναι καλύτεροι τελικά από τα αρχικά τους πρότυπα: ο Ρίτσος παρά τους ρητορικούς πλατειασμούς του είναι καλύτερος από τον Αραγκόν, κι ο Ελύτης με όλη την αρχική λυρική αισθηματολογία του είναι καλύτερος από τον Ελυάρ, έτσι κι ο Χρήστος Μπράβος (1948-1987) είναι αυθεντικότερος από κάθε άλλον ποιητή της γενιάς του, συμπεριλαμβανομένου και του Μιχάλη Γκανά. Ο πρόωρα χαμένος ποιητής μας, γνήσιος όσο λίγοι, κυνηγά θανάτους από το παρελθόν, με την χαρακτηριστική ελλειπτική θεματική και γραφή του. Ποιητής που πατούσε στους θανάτους των άλλων, προτού σκοντάψει στον δικό του, μας λέει ήδη από την πρώτη του συλλογή, Ορεινό καταφύγιο (1983), στο ποίημα «Οικογενειακό νεκροταφείο»:

Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά
η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
τους πεθαμένους

και στη δεύτερη συλλογή, Με των αλόγων τα φαντάσματα (1985), συνεχίζει, ενδεικτικά, με το ποίημα

«Πρώτη βροχή ή Αντιπερισπασμός»:

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
γλιστρούν στʼ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι
βρεμένοι ώς το κόκκαλο. Επιστρέφουν.
Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων
ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν•
βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.
Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι•
σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.

Για να κλείσει με τη μεταθανάτια συλλογή του Μετά τα μυθικά (1996) και το ποίημα «Το αλώνι»:

Αέρας παγωμένος
γνέθει κρύσταλλα∙
αέρας παγερός και παγωμένος.

Μες στο κερί
και μες στο χιόνι αυτός
και λάμνει∙
Με χέρια τσακι-
σμένα αυτός
και λάμνει

Με σκάρτα ζάρια
παίζει ο θάνατος

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Το ποίημα “Απροσδιόριστη Χρονολογία” του Μ. Αναγνωστάκη» (γράφει η Ευαγγελία Κολαΐτη)

Απροσδιόριστη Χρονολογία

Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση
Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες
(Ίσως η απαρχή ομοίων ημερών)
Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε

Χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά
Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκρισην η νύχτα.
Μια μέρα τόσο διάφορη απʼ τις άλλες
Χωρίς τα σύμβολα του «πλην» και του «συν» πʼ αυλακώνουν τη σκέψη
Χωρίς να βαραίνει καν τη ζυγαριά της μνήμης

Πες σα μια σαπουνόφουσκα που τρυπήσαμε με την καρφίτσα
Σαν τον καπνό τσιγάρου χωρίς άρωμα.
Έτσι έπεσε ένα φύλλο από το καλαντάρι
Δίχως τον παραμικρότερο ήχο
(Χάθηκε και δεν ψάξαμε να το βρούμε)

Έμεινε το συρτάρι μας όπως τʼ αφήσαμε.
Ίσως —λες— πως δεν ήτανε καν μια μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν αρνητικά οι αριθμοί
Το ρολόι γυρισμένο ένα ακόμα εικοσιτετράωρο
—Λες— πως περάσαμε ασυνείδητα τα μεσάνυχτα

Έναν ολόισιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.

Ζώντας σε μια εποχή “χωρίς τα σύμβολα του “πλην” και του “συν” π’ αυλακώνουν τη σκέψη”, πώς προσλαμβάνει το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό το στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη στο ποίημα “Απροσδιόριστη Χρονολογία”;

Το 1945, ο Μανόλης Αναγνωστάκης δυσφορεί να ζει μέσα σε μια μέρα “διάφορη” των άλλων, “χωρίς τα σύμβολα του “πλην” και του “συν” π’ αυλακώνουν τη σκέψη”. Πρόκειται για μια ποιητική ομολογία η οποία στερούμενη την κωδικοποιημένη μορφή της θα προκαλούσε σίγουρα. Κάτω όμως από μια τόσο χαμηλόφωνη μεταφορά ,το φορτίο των δύο συμβόλων σχεδόν εξουδετερώνεται.
Ο παραπάνω στίχος βρίσκεται στο ποίημα “Απροσδιόριστη Χρονολογία” της πρώτης δημοσιευμένης συλλογής του Αναγνωστάκη “Εποχές”(1945). Μας τοποθετεί αυτόματα μπροστά στο πολιτικό τοπίο της εποχής και συγκεκριμένα από την πλευρά των υποστηρικτών της μαρξιστικής ιδεολογίας. Ο B’ Παγκόσμιος Πόλεμος μόλις έχει λήξει ,τα πολιτικά πάθη βρίσκονται σε αναβρασμό και περιμένουν να εκδηλωθούν με την ωμότητα του ελληνικού εμφυλίου ένα χρόνο αργότερα.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Χρήστος Τουμανίδης, «Οι ελεγείες της Ανατολής», εκδ. Κουκκίδα, 2014 (γράφει η Ελένη Μωυσιάδου- Δοξαστάκη)

`

Μια ενδιαφέρουσα, καλαίσθητη, λυρικής πνοής, μικρή σε έκταση συλλογή(μόλις είκοσι ποιήματα, συν επτά τρίστιχα με τον τρόπο του χαϊκού, διαρθρωμένα σε τρία μέρη), πικρή θεματικά, με ανάσες ελπίδας, για μια συναισθηματική και βιωματική ποιητική ανάγνωση- προσέγγιση της ιστορικής μνήμης και της ζώσας ιστορίας, στην περιοχή που σφραγίζεται, κατάσαρκα θα έλεγα, και από ελεγείες και από ανατολές. Ο αναγνώστης καλείται να βιώσει, γλωσσικά έστω, με τις δυνατότητες που προσφέρει η ποιητική γλώσσα, το αδιέξοδο μπροστά στην τραγική διαχρονικά μοίρα της Ανατολής, τα πάθη και παθήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, μέσα σε συγκεκριμένο χωροχρόνο μνήμης- αίσθησης, με συνθήκες άλογες και παράλογες, όπως ακριβώς αυτές του σήμερα .
Η κραυγή αγωνίας , η οργή, η διαπίστωση, η κατανόηση, η φυγή, το χρέος εις εαυτόν, η παράκληση, η ευχή, η τύψη, η υπόσχεση, η αδιαφορία και η υποκρισία ακόμα, η απώθηση, η άμεση και έμμεση ειρωνεία, η προειδοποίηση, ο προβληματισμός γενικότερα, αλλά και η ελπίδα ως προσδοκία για μια καινούργια αρχή, είναι ό,τι προσκομίζει ο ποιητής, για να καταγράψει, για να διαγράψει ή να προσθέσει ο αναγνώστης στη λειτουργική της δικής του μνήμης και αίσθησης.
Ο θρήνος για το «σκοτάδι», μέσα από τις ελεγείες, και η ανατολή πίσω από την Ανατολή, το φως, δηλαδή, που «ακαταυπαύστως» επιστρέφει και πάντα παρηγορεί, διαγράφουν το κυρίαρχο και βασικότερο δίπολο της συλλογής, αυτό που επανέρχεται συχνά, με διαφορετικό πλαίσιο κάθε φορά.

Στο πρώτο, επί παραδείγματι ποίημα, η αφορμή για τις ελεγείες: «Ένα ποίημα- κραυγή προσπάθησα να γράψω…». Κι αμέσως μετά, «Εκεί, στη Μέση Ανατολή των δακρύων/διαρκώς Εκεί, θα ξαναγεννηθούμε! », η ανατολή. Στο 11ο ποίημα, επίσης (σελ. 27), εμμέσως αυτή τη φορά, ή και στο 4ο( σελ. 17), αλλά και στο 14ο (σελ.35). Το ίδιο μοτίβο και στο τελευταίο ποίημα, μάλλον σαφέστερα- με ευθεία εστίαση- διατυπωμένο εκεί: «το φως και οι λαχτάρες θα έρχονται ακαταυπαύστως από εσένα, ω! ανεξάντλητη και ανερμήνευτη Ανατολή.»

`

Αν και το κίνητρο, λοιπόν, αυτής της ειδικής θεματολογίας συλλογής θα μπορούσε εύλογα να οδηγήσει τον οποιονδήποτε στους σκοτεινούς- και μόνο- λαβυρίνθους της ιστορίας, με τα μεγάλα ερωτηματικά για τα άλυτα από παλιά και τα οξυμένα σύγχρονα προβλήματα, τα επαυξανόμενα από τις κατάφωρες παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, ο ποιητής δεν θα αφήσει τον αναγνώστη του μέσα στο μαύρο των ημερών και μες στη θλίψη για τα παιδιά «που απʼ τα σπάργανα κιόλας αγγίζουν σκανδάλες».
Ζητά να ξαναγίνει «παραμυθένιος ουρανός με γήινα φτερά» (τι στίχος! 3ο ποίημα, σελ. 15).
Όσοι ζουν και πιο πέρα από τον μικρόκοσμό τους ή νιώθουν παιδιά της γης θα σταθούν δίπλα στις αγωνίες του ποιητή. Θα αισθανθούν τους κραδασμούς της ψυχής του. Θα ανηφορίσουν μαζί του στον Γολγοθά του ανθρώπινου πόνου- της προσφυγιάς: «ο πόνος είναι ο πρόσφυγας…»(σελ. 33)
Θα συγκλονιστούν ακαριαία και μοναδικά ίσως:
«Στον Ιορδάνη,
τα πουλιά δεν κελαηδούν.
Σταυροκοπιούνται»
, σελ.41
Θα συνειδητοποιήσουν τους κύκλους των ιστορικών- και τωρινών- συμφορών, «χθεσινές, αυριανές, παντοτινές»
Μα δε θα μείνουν εκεί, έστω κι αν η συλλογή κλείνει με τη «Γεωγραφία της θλίψης».
Οι αγωνίες του ποιητή θα τους ανοίξουν δρόμους μετουσίωσης των παθών σε έλεος, της σιωπής σε ευθύνη και της μνήμης σε ενσυναίσθηση και αγάπη.

`
******************************************************************
Ο Χρήστος Τουμανίδης, γεννήθηκε το Μάιο του Ι952, στη Λιθαριά της Πέλλας. Μετά το διάστημα 1962-1965 που έζησε στη Νάουσα Ημαθίας, εγκαταστάθηκε στην Αθηνά (1965), όπου ζει και εργάζεται. Έχει εκδώσει 8 ποιητικές συλλογές.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αγγελική Ηλιοπούλου, «Τηλέμαχος», Σειρά Ποιείν 07, εκδ. Μετρονόμος 2014 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

`

Η γνώση και η αγάπη για τους ιστορικούς ποιητικούς μύθους αποτελεί το χαλί πάνω στο οποίο η Αγγελική Ηλιοπούλου στρώνει πολλά από τα δικά της δημιουργήματα (γραμμένα την περίοδο 1997-2013)  χωρίς όμως αυτή η διακειμενικότητα να λειτουργεί εν είδει εντυπωσιασμού του αναγνώστη, ή στείρα και αναπαραγωγικά. Αντίθετα αντλεί από την ποιητική βρυσομάνα της αρχαίας επικής και μυθολογικής γραμματείας τα σύμβολα τα οποία επεξεργάζεται με τον δικό της τρόπο μέσα σε ένα υπερρεαλιστικό πλαίσιο έντονου συναισθηματισμού, προσωπικού βιώματος και ενόρασης. Αξιοποιεί, δηλαδή, τα μυθολογικά στοιχεία στην οικοδόμηση μιας εκτός της μυθολογίας ατμόσφαιρας η οποία μπορεί να είναι υπαρξιακή, νοσταλγική και βαθιά ερωτική. Έτσι, χρησιμοποιει εντέχνως τους μυθολογικούς ήρωες ως δρώντα πρόσωπα με οργανικό και όχι ακαδημαϊκό ρόλο στα ποιήματα είτε για να μεταφέρει τα μηνύματά τους είτε και κυρίως για να λειτουργήσουν ως ποιητικά προσωπεία, να μιλήσουν εξ ονόματός της: Για παράδειγμα: «Ο Αραδναιος ήρθε ξανά αυτή τη φορά ανθρωπόμορφος σαν μέσα από την ελληνική θρησκεία, να με γλιτώσει απ΄ τη συνηθεια να κλαίω την κατάρα» γράφει στο «Έσω λευκόν». Ή «Αλλάζω φύλο ως Τειρεσίας των θνητών όχι για να σε παραπλανώ» γράφει στο «Ερμαφρόδιτο του χρόνου». Ή «Φίδια κρατά γελά ξεσπά της Μήδειας τ’ ανείπωτο μαχαίρι χαιδευοντας», στο ποίημα «Μοναχοκόρη του ματιού». Ή «Σε σύννεφα τις τύχες αποστέλλω κι από τις συμπλοκές Τιτάνων τα βλέμματα ψηφιδωτό μαζεύω» στο “Συγκομιδή οράματος” και σε όλο το εξαιρετικό ποίημα Κίρκη.

Η ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι εν πολλοίς ανατρεπτικη, συμβολιστική και εξόχως όπως είπαμε υπερρεαλιστική: «Βουτηγμένα τα μαχαίρια στο ψωμί τρέφουν τα παιδιά τους» γράφει στο ποίημα “Αφροδίτη”. «Βαθιά στην πληγή πάντα ανθίζει ένα μάτι να με κοιτάζει νά αλλάζω δέρμα και φύλο» γράφει στο «Βαθιά στην πληγή», «Αποδημητικά πτηνά τα χέρια σου εισβάλλουν από τη χώρα της αφής καλύπτοντας με γάζα το σκονισμένο μου στόμα» γράφει στο «Η χώρα της αφής». «Φοράει συνήθως ένα ποτάμι, οτιδήποτε άλλο είναι πολύ στενό» γράφει στο «Κωπηλάτης χρόνος».

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Λάζαρης, «Η αιχμή του δόρατος- Κριτικά Κείμενα 1987-2011»», εκδ. Futura 2014 [+ Πρόσκληση παρουσίασης βιβλίου]

`

1. Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ

Κική Δημουλᾶ, Χλόη θερμοκηπίου, Ἴκαρος,
Ἀθήνα 2005, σ. 77

`

Ὑπάρχει σήμερα ἤ, καλύτερα, ἔχει δημιουργη­θεῖ ἕνα φαινόμενο Κική Δημουλᾶ. Φαινόμενο κυρίως ἐξωλογοτεχνικό, ὅπως εὔκολα διαπιστώ­νει κανείς, ἄν ξεφυλλίσει τά περιοδικά ποικίλης ὕλης καί life style. Δέν θά ἐπιχειρήσουμε φυσικά ἐδῶ νά ἀνα­λύσουμε ὅλες τίς πτυχές αὐτοῦ τοῦ φαινομένου. (Ἄλλωστε αὐτό εἶναι ἔργο τῆς κοινωνιολογίας). Θά σταθοῦμε ὅμως σέ μία παράμετρό του τήν ὁποία θεωροῦμε βασική. Μποροῦμε σήμερα νά προσεγγίσουμε κριτικά τό ἔργο τοῦ Νίκου Ἀλέ­ξη Ἀσλάνογλου, τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου ἤ τοῦ Βύρωνος Λεοντάρη (γιά νά ἀναφερθοῦμε σέ τρεῖς μόνο ποιητές πού ἀνήκουν στήν ἴδια ποιη­τική γενιά μέ τή Δημουλᾶ), χωρίς νά χρειαστεῖ νά ἀνατρέξουμε στά δοκίμια, τίς συνεντεύξεις τους, τήν ἐν γένει δημόσια παρουσία τους. Μέ τή Δημουλᾶ αὐτό δέν μπορεῖ νά συμβεῖ. Γιατί ἡ Δημουλᾶ, ἐκτός ἀπό ποιήτρια, εἶναι καί ἕνα θεσμικό πρόσωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ θεσμική παρουσία της ἐπισκιάζει τό ἔργο της σέ μεγάλο βαθμό καί καθιστᾶ τούς ὅρους συγκρίσεως μέ ἄλλους ποιητές ἄνισους.
Κρίνοντας μέ τή μεγαλύτερη δυνατή νηφα­λιότητα τή Δημουλᾶ ὡς δημόσιο πρόσωπο, πρέ­πει νά ποῦμε ὅτι ἀπέτυχε. Ἡ ἀμετροέπεια τῶν δεκάδων συνεντεύξεων πού ἔχει δώσει μέχρι σήμερα, τό συγχαρητήριο τηλεγράφημά της στόν Πρωθυπουργό, τό γεγονός ὅτι ἀποδέχτηκε τήν πρόσκληση νά τιμηθεῖ ὡς γυναίκα τῆς χρονιᾶς ἀπό ἕνα ἄθλιο σκουπιδοπεριοδικό κ.λπ. προκα­λοῦν βαθύτατη θλίψη. Ἀποδεικνύουν ὅμως καί κάτι πολύ σημαντικό. Ὅτι ἡ Δημουλᾶ δέν ἦταν ἕτοιμη –γιά τήν ἀκρίβεια δέν εἶχε τήν ἀπαραίτητη πνευματική συγκρότηση– νά ἀνταπο­κριθεῖ στίς ἀπαιτήσεις τοῦ νέου ρόλου της. Ἔτσι, ἔπεσε πολύ εὔκολα στήν παγίδα πού τῆς ἔστη­σαν τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης (καί ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη ἡ Δημουλᾶ ἦταν ἄτυχη πού ἔγινε ἰδιαίτερα δημοφιλής σέ μιά περίοδο παντο­δυναμίας τῶν ΜΜΕ), μέ ἀποτέλεσμα νά ἀμαυ­ρώσει τήν πολύ καλή ἐντύπωση πού εἴχαμε σχηματίσει γιʼ αὐτήν ἀπό παλιά, ἀπό τήν ἐποχή πού εἶχε ἐκδώσει ἰδίοις ἀναλώμασιν τήν ποιητι­κή συλλογή Τό λίγο τοῦ κόσμου.
`

Ἄν ὅμως ἡ δημόσια συμπεριφορά τῆς Δη­μουλᾶ προκαλεῖ θλίψη, ἀκόμη πιό θλιβερό εἶναι τό φαινόμενο τῆς ποιητικῆς παρακμῆς της. Πράγματι, μετά τό Χαῖρε ποτέ (πού εἶναι μαζί μέ Τό λίγο τοῦ κόσμου τά καλύτερα βιβλία της) ἡ Δημουλᾶ, ἤ μᾶλλον ἡ ποίησή της, βρίσκεται σέ ἐλεύθερη πτώση. Ὄχι πώς στό χρονικό αὐτό διάστημα δέν ἔγραψε καί μερικά ἀξιόλογα ποιή­ματα ἤ στίχους. Ὅμως ἡ συντριπτική πλειονό­τητα τῶν ποιημάτων της εἶναι ποιοτικά πολύ κάτω ἀπό ἕνα ἀνεκτό αἰσθητικό ἐπίπεδο.
Δέν εἶναι εὔκολο στήν κριτική νά ἐξηγήσει τά αἴτια αὐτῆς τῆς ποιοτικῆς μεταστροφῆς. Πάντως δέν πρόκειται ἀσφαλῶς γιά κόπωση, ὅπως παλαιότερα εἴχαμε ἐπισημάνει ἀπό αὐτήν ἐδῶ τή στήλη γιά τήν περίπτωση τοῦ Μάρκου Μέσκου, ἀλλά γιά μετάλλαξη. Ναί, ἡ Δημουλᾶ εἶναι ἀγνώριστη σέ σχέση μέ τό παρελθόν. Εἶ­ναι μιά ἄλλη ποιήτρια. Κατʼ αρχάς, ἔχει χάσει τήν αἴσθηση τοῦ μέτρου. Καί ὅταν ἕνας ποιη­τής ἤ πεζογράφος χάνει τήν αἴσθηση τοῦ μέ­τρου, ἐμπλέκεται σέ μιά μεγάλη περιπέτεια καί δέν ξέρει κανείς ποῦ θά καταλήξει.
Ἔπειτα, ἡ Δημουλᾶ ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια δέν ἔχει, κατά τή γνώμη μας, τίποτε σημαντι­κό, τίποτε νέο, τίποτε ἔστω παλαιό μέ νέο τρό­πο, νά πεῖ. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτή τήν πολύ σοβαρή ἀδυναμία της, προσπαθεῖ νά τήν ἀνα­πληρώσει μέ διάφορα γλωσσικά τερτίπια, ἐξεζητημένες φράσεις ἤ πομπώδεις κοινοτοπίες καί βέβαια ἐπαναλαμβάνοντας μέχρι κορεσμοῦ τίς εὐκολίες μιᾶς τεχνικῆς πού ἔχει κατακτήσει μέσα ἀπό ἕναν, ὁμολογουμένως, ἐντελῶς προ­σωπικό τρόπο γραφῆς. Εἶναι ἡ περίφημη μανιέ­ρα τῆς Δημουλᾶ, τήν ὁποία δυστυχῶς σπεύδουν νά μιμηθοῦν καί ἄλλες ποιήτριες.
Ἀκόμη ὅμως καί ὁ πιό ὑπομονετικός καί πράος ἀναγνώστης, δύσκολα μπορεῖ νά διαβάσει, χωρίς νά νιώσει τό νευρικό του σύστημα νά τεντώνεται, στίχους ἐξόφθαλμα κατασκευασμέ­νους, ὅπως οἱ παρακάτω: «ἡ διακοσμήτρια τέρ­ψη», «ἡ δέ ὑπακοή πού ραβόταν στήν ἴδια μοδίστρα μέ τήν ἀπατηλότητα», «Μάζευα πε­ταμένη ἀνθρωπότητα ἀπό τό σκουπιδιάρικο ἑνός ντοκυμαντέρ», «τρύπησε ὁ κουβάς τῆς ματαιοπονίας», «Μαλάκιο ἀηδές ἡ ματαιότης», «ἁλ­μυρή λύσσα ἡ ὡριμότης», «ἀσθενοφόρο πεζο­δρόμιο», «ἡ γηραιά ἡδυπαθής συνήθεια», «πῶς μελαγχόλησε μετά ἡ οἰκειότης», «ἀπό τό στρές πού προκαλεῖ ἡ γενναιότης», «τό ἐγκρατές σκεπτικό ἐάν», «Ἄς σπρώξει λίγο καί τό Με­γάλο Σάββατο γεροδεμένο εἶναι», «Βραχνό συ­νταξιοῦχο ψέμα» κ.ἄ.

Διαβάστε περισσότερα