`
Αμέτρητες μύγες
που έχουν εισβάλει ξαφνικά
στο τετράκλινο δωμάτιο
των ψυχορραγούντων
μας λέει κλείνοντας σχεδόν το magnum opus του, το ποίημα «Ραψάνη», ο ποιητής Σωτήρης Παστάκας. Με μια καινούργια στα γράμματα μας ενσυναίσθηση μάς καλεί να ταυτιστούμε με τους ψυχορραγούντες, μας λέει πως είμαστε εμείς αυτοί, πως δεν ʽναι θέμα χρόνου, μα είμαστε ήδη εκεί και το αγνοούμε. Όποιος δεν βλέπει τις «αμέτρητες μύγες» ας τον επισκεφθεί.
Γιατρός, ψυχίατρος συγκεκριμένα, δίνει μιαν άλλη διάσταση στο σώμα το ποιητικό, στο ανθρώπινο σώμα, στο ίδιο το πραγματικό. Καλεί σε μια μετατόπιση. Αλλάξτε θέσεις. Από τα «σάβανα» και «τις εκτρώσεις των εμβρύων», «τα εκκρίματα των θνησκόντων»
έτσι καθώς τα προσπερνώ
με το ταξί
κάτω από έναν κίτρινο
ουρανό, σεντόνια
της συζυγικής ζωής,
κατσαρόλια.
(«Κίτρινο», Παραπάτημα στη Χαρά)
κα τους «ένδοξους πεσόντες»:
αναπολώ τους ένδοξους
πεσόντες επί της ταμπακέρας.
τον Χάκα, τον Καρούζο,
τον Γκόρπα. Βγάζω
απʼ το σελοφάν
το τρίτο πακέτο σιγαρέτων
όπως βγάζουν τα παπούτσια τους
πριν πέσουν στο κενό
οι περισσότεροι από τους αυτοκτόνους.
(«ΧΙΙ, Ο επικήδειος της σήμερον», Προσευχές για φίλους)
καταλήγει σʼ ένα εκτυφλωτικό αποτέλεσμα:
μετά το θέρισμα
δεμάτια τα πρόσωπα
να κρέμονται στα παράθυρα
που ʽναι σύμφωνο μʼ ένα θαμπό εσωτερικό φως που μονίμως τον διαπερνά και εντός του εγκλωβίζεται ως μια κατακαθισμένη κάτασπρη ομίχλη. Εκεί καθώς είτε διαλύεται το φως και φαίνεται ο ίδιος ως σκιά, είτε βουλιάζοντας σʼ ένα σημειωτόν στο «θεσσαλικό κάμπο», με μια κίνηση απότομη αλλά ζεστή αρπάζεται απʼ το σώμα του συνανθρώπου, το σώμα το ερωτικό, της γυναίκας:
Μετρώ όλα τα δάκτυλα και τα βρίσκω είκοσι.
Τα δόντια τριάντα δύο. Τις αισθήσεις μου
πέντε. Ακέραιο, δεν μπορώ να πω, με άφησε
το πάθος σου κι αγάπη μου για σένα.
(«2», Νήσος Χίος)
χωρίς φυσικά να χάνει την ταυτότητα του:
τον εαυτό μου να υπερβώ
να τον νικήσω; Κι εγώ τι θʼ απογίνω;
(«5», Νήσος Χίος)
Να σημειωθεί πως ενώ στον Καραγάτση, συγγραφέα που αγαπά ο Παστάκας και του αφιερώνει ένα δοκίμιο, «Μ. Καραγάτσης: Δέκα με τόνο» (στο Εγκόλπιο του καλού αναγνώστη), η ζωτική ορμή εκδηλώνεται ασυγκράτητη και φυγόκεντρη μέσα στους βιολογικούς ερεθισμούς της, αναζητώντας την ανεμπόδιστη ερωτική ικανοποίηση κινούμενη ενεργητικά προς τον άλλον με τρόπο φανταχτερό και επιδεικτικό, στον Παστάκα η κίνηση εμφανίζει στοιχεία εσωστρέφειας και κεντρομόλα αναπαράγεται και διατηρείται αχόρταγη στο ιδιότυπο αδιέξοδο της, μέσα σε μια «αξιοπρέπεια» και μια αυτοαναφορικότητα. Μας λέει μάλιστα ο ίδιος ο ποιητής επʼ αυτού:
Άπληστα, οικειοποιούμαι των ακριβών μου παρακαταθηκών και τέρπομαι των επερχομένων. Καραγατσεύομαι τα άχραντα και τα ευτελή, ορέγομαι και απολαμβάνω: τις αδυναμίες μου τρέφω και καλλιεργώ όχι από προσωπική επιλογή, αλλά επειδή δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά: αλλιώς δεν χορταίνει ο δαίμονας που κουβαλάω στην κοιλιά μου: ή τον ταϊζω ή με κατασπαράζει.
Απʼ την «καραγατσικότητα» αυτή λοιπόν −καθώς θα έλεγε ο ποιητής, εφόσον ποιεί και το ρήμα «καραγατσεύομαι»− διατηρεί ή καλύτερα συναντά την δυνατότητα «να επιλέγει κάθε φορά διαφορετικά θέματα, τόνο φωνής κι απόκλιση βλέμματος», αλλά και «να αλλάζει προοπτική και ανάπτυξη», δηλώνοντας πως δεν κάνει άλλο απʼ το να γράφει από ανάγκη, στην ουσία δίνοντας μια παράταση στη ζωή του, σακατεύοντας κι άλλο τα «εκ γενετής» σακατεμένα σωθικά του και εξασφαλίζοντας, προσωρινά, «την αναστολή της εκτελέσεώς του».
Έτσι μας περνά στην κυρίαρχη στο έργο, στη ζωή και στο πρόσωπο του «ορμή προς θάνατο», στην «ανάγκη» του δηλαδή να ξαναγίνει από οργανική ανόργανη ύλη, λέγοντας μας στην ουσία, στα πλαίσια της «διαχείρισης» της ορμής και της σεξουαλικότητας του, κάτι σαν το ακόλουθο: «δεν θέλω να σε εξουσιάσω για να σε διακορεύσω αλλά να σε διακορεύσω για να σε εξουσιάσω» στάση όμως και θέση που αντιτίθεται απʼ την άλλη, τουλάχιστον εν μέρει, στον εύπλαστο, ζεστό και γλυκό ψυχισμό του, ζυμωμένο απʼ την αγάπη που φέρεται να πήρε στα παιδικά και στα κρίσιμα εφηβικά του χρόνια. Έτσι το κτηνώδες ένστικτο και το άνοιγμα στο «χαώδες» και «ρηγματώδες» του ανθρώπινου ψυχισμού, συνταιριάζεται με μια ψυχή χορτασμένη από αποδοχή και αγάπη. Κι από εκεί θεωρώ πως λαμβάνει την ποιητικά κατακτημένη θέση του και παρακολουθεί αυθόρμητα και καταγράφει μεταποιώντας σε τέχνη το ξετύλιγμα του όποιου πραγματικού του συμβαίνει −στις ποικίλες εκδοχές και εκδηλώσεις του− διατηρώντας μιαν απόσταση πέρα απʼ τα τεκταινόμενα και απʼ τον ίδιο του τον εαυτό. Ένας τόνος που διαποτίζει την στάση του και μια φωνή που συναντάται κυρίαρχα στο σύνολο της ποιητικής του δημιουργίας.
«Συνοψίζοντας» λοιπόν τον άνθρωπο και τον ποιητή θα λέγαμε πως ενώ προτάσσει τον σκεπτικισμό του, την ειρωνεία του, «παστάκιας» πλέον υφής και κατηγορίας, καθώς και την αφοσίωση στο σώμα, την εμμονή στο πέος, στο αιδοίο, την ίδια στιγμή παραμένει αφοσιωμένος στην ίδια του την τέχνη, «στιγματίζοντας» με τον τρόπο του, την «ηθική» παρακμή, αλλά και την κοινωνική και πολιτική της εποχής μας υιοθετώντας έναν λόγο γυμνό, χωρίς περιστροφές και λεκτικά τερτίπια, επιλογή και του «δασκάλου» του Ουμπέρτο Σάμπα, πηγαίνοντας μας κατευθείαν στην «ουσία» των πραγμάτων. Πρόθυμος να διαλευκάνει κομβικές στιγμές της ζωής του, αλλά και στιγμιότυπα που παίρνουν μια άλλη σημασία, μες στην «κοινότητα» τους στην ποίηση του δηλαδή −τέτοιο το θυμικό− μας δίνει επίμονα την κυρίαρχη στο σύνολο της ποιητικής του επιλογή που συνοψίζεται θαρρώ στην κουβέντα του Νίτσε: «(Σκοπός του ποιητή να αυτοβιογραφηθεί) οι ποιητές είναι ξεδιάντροποι με τις εμπειρίες τους –τις εκμεταλλεύονται» (Πέρα του Καλού και του Κακού), μεταποιώντας τες φυσικά σε τέχνη. Εκμεταλλεύεται έτσι «ξεδιάντροπα» την αμεσότητα του αυτοβιογραφικού στοιχείου, μεταμορφώνοντας σε τέχνη τους κλυδωνισμούς και τους καταποντισμούς του, κάτι που κάνει δείχνοντας άλλοτε προς μια εκ πρώτης όψεως ποίηση «αυθόρμητης εξομολόγησης» και «ανθρώπινου περιεχομένου», «μιας μοναχικής αλλά ζεστής» θα λέγαμε «ζωής», και άλλοτε παίρνοντας μιαν απόσταση μάρτυρα, σαν να πρόκειται για τα βιώματα και τους τρόπους ενός τρίτου, που «καταγράφει» μέσα απʼ την ήσυχη συνείδηση του τις εσωτερικές συγκρούσεις και την όλη κίνηση του ψυχισμού του, στην εσωτερική αλλά και εξωτερική του συνάφεια. Μια απόσταση που προσδίδει την ήπια αποδοχή του κόσμου, απηχώντας ένα είδος «σοφίας» που συνταιριάζεται παραδόξως περίτεχνα με τη λαιμαργία του, αποδίδοντας μια άλλου τύπου πυκνότητα στις εικόνες του, δύο θα λέγαμε ταχυτήτων. Τη μια που υποβόσκει αργο-σερνάμενη και την άλλη που αιφνίδια και πυροτεχνικά σκορπίζει τον κόσμο και τον αφήνει ως ξέφτια στα χέρια μας. Η ακαριαία λοιπόν αυτή σύλληψη των «στιγμών» μαζί με την «αφηγηματικότητα» που συναντάται φορές στον λόγο του και το μπρος-πίσω στο χρόνο που δένει λεπτά τον ρυθμό και τη «σημασία», δείχνει και την ανάγκη του να αναβιώνει σκηνικά μέσω της τέχνης του, το πραγματικό στις ποικίλες βιωματικές εκδοχές του, ζυμώνοντας έτσι την «ονειροπόλα ουσιαστικότητα» (απηχώντας τους Βιτόριο Σερένι, αλλά και πιο πριν τους Αττίλιο Μπερτολούτσι και Λεονάρντο Σινισγκάλλι) με τη «διήγηση» συγκεκριμένων καταστάσεων, καταπολεμώντας τελικά τη μοναξιά και τον θάνατο.
Επιπρόσθετα η πιστότητα στον χρόνο κι οι περιστάσεις του προσωπικού βιώματος που φέρουν το ψυχολογικό και ιστορικο-κοινωνικό τους φορτίο, καταγράφουν «ερμηνεύοντας» μοναδικά την νέα ελληνική κοινωνία και πραγματικότητα στη μετάβαση της, θυμίζοντας δυνατές κινηματογραφικές στιγμές τύπου Παντελή Βούλγαρη (Όλα είναι δρόμος ενδεικτικά) και Νίκου Παναγιωτόπουλου (Ντελίβερι, Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και όχι μόνο), μεταποιώντας πάντα σε τέχνη την μετάβαση από μια αγροτική-μικροαστική κοινωνία χωρίς ουσιαστική ιδιοκτησία (στη διάρκεια των παιδικών χρόνων του ποιητή όπως βλέπουμε στο ποίημα «Ραψάνη») σε μια «μεσο-αστικότητα» που στην κυριαρχία της και την ατομικότητα της βουλιάζει και «θυσιάζει» το σύνολο, απαιτώντας ίσως υποσυνείδητα και μια ανθρωπολογικού τύπου ανανέωση. Ένα σύνολο που υπηρετώντας άναρχα το μέρος και το άτομο, αντίστοιχη και η οικοδόμηση του τρέχοντος αστικού τοπίου μας (αλλά και του υπαίθριου όπως βλέπουμε στο προαναφερθέν ποίημα στη «θερινή» ακτογραμμή της Λάρισας και της Πιερίας) οδηγεί τελικά τον ποιητή σε μια πολιτική θέση καταστώντας τον πολιτικό ποιητή μιας γενιάς και εποχής και μοναδικό χρονικογράφο της (όπως παλιότερα έγινε με τον Χριστιανόπουλο στη Θεσ/νίκη, αλλά και τον Γιώργο Χρονά που καταγράφει ένα σημαντικό μέρος του σύγχρονου υποκατασκευή πρόχειρου −νυχτερινού κυρίως− νεοπανελληνίου) που βλέπει την πατρίδα μας όπως δεν μπορούν να την δουν οι «ισχυροί» της χώρας, ο λαός-μάζα και φυσικά οι «απʼ έξω». Πρόκειται με δύο λόγια για μια ποίηση που καταγράφει μια εποχή και έναν πολιτισμό που πνέει τα λοίσθια και προμηνύει ίσως έναν πολιτισμό που μέλλεται να συμβεί. Αν συμβεί.
Από εδώ μετατοπιζόμαστε μαζί του στο «IV» ποίημα της συλλογής Παραπάτημα στη Χαρά, όπου ο ποιητής μιλά στον εαυτό του συνοψίζοντας, σιγοψιθυρίζοντας κοφτά τις συλλαβές, μονολογώντας χάος και ομίχλη, απʼ τα βάθη τόσο των σωθικών του όσο και της εποχής του. Παλλόμαστε μαζί του:
Τι βιάζεσαι Παστάκα;
[…] παιχνίδι αλκοολικού
ψυχιάτρου τον στα τέσσερα δεμένο
νʼ ατενίζει κενό,
να μετρά το χώρο
απʼ τους ιμάντες ασφαλείας
στο ταβάνι
Ως γιατρός, και προφανώς ως άνθρωπος, παρακολουθεί τα «στατιστικά στοιχεία» των αυξανόμενων αυτοκτονιών της εποχής, συγκρατώντας φυσικά και τα αυξημένα αυτοκινητιστικά και άλλου τύπου καρκινο-εγκεφαλικο-καρδιακά επεισόδια:
βαλβίδα εκτόνωσης
αφού δεν έμαθες
με τι ταχύτητα
τρέχουν τα συναισθήματα
κι η σκέψη σου με πόσα;
Μη βιάζεσαι Παστάκα.
Για να καταλήξει στο:
Μόνον οι νεκροί είναι
φτωχοί, Angela Merkel.
(«Στραγάλια και ρακή…»)
ποίημα της τελευταίας δημοσιευμένης του συλλογής, της Τριλογίας, συλλογή η οποία καταγράφει μεταγράφοντας ποιητικά με τρόπο μοναδικό μιαν εποχή. Την εποχή που μας συμβαίνει τώρα. Να σημειωθούν πέρα απʼ το προαναφερθέν επίσης ως πραγματικά σημαντικά τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής: «Ένα κοτσάνι μήλου…», «Έστρωσα τραπέζι για έναν…».
Πρόκειται για μια Τριλογία στην οποία βλέπουμε «απʼ τη μια μεριά την ανοικτή ρήξη, από την άλλη την υπόγεια αμφισβήτηση. Από εκεί η ακριβής αναπαράσταση, από εδώ ο υπαινιγμός και η νύξη. Η δηλωμένη επανάσταση εναντίον όλων και η άλλη, η αδήλωτη και μυστική» («Βάλζερ και οι αλαλάζοντες προφήτες», Εγκόλπιο) καθώς λέει ο ίδιος σωστά για τον Βάλζερ. Κι αυτά εφόσον σημειώσουμε πως σʼ αυτή τη συλλογή, πέρα απʼ την εποχή, καταγράφει μʼ έναν δικό του και πάλι καινούργιο τρόπο, τους εσωτερικά παλλόμενους ζωντανούς τόπους του, εκεί όπου σʼ ένα μεταίχμιο συναντώνται και ενώνονται το εσωτερικό με το εξωτερικό. Αστικά τοπία και τόποι συνάντησης φίλων, διαμερίσματα και αστικοί χώροι κλειστοί κυριαρχούν δείχνοντας την δίψα για επαφή, με τον συνάνθρωπο, με τον τόπο, την εποχή. Η σύγχρονη Αθήνα ως τόπος κατάρρευσης, αλλά και ως τόπος μετάβασης, μαρτυρείται μοναδικά, με τρόπο ποιητικό, κατακτημένο. Ο ποιητής μάρτυρας σε μια transit εποχή, αλλού ειρωνεύεται, πονώντας: «παίζουν την εθνική μας φτώχεια σʼ επάνεκδοση» («Να τρυπώσω σʼ ένα σινεμά…») και αλλού νοσταλγεί, σʼ ένα κλίμα αποτίμησης, καταλήγοντας και πάλι στην έντονη μοναξιά, στη θέληση για απομόνωση και στην ατομική φυγή: «να πάρω πίσω το παλιό μου ποδήλατο» («Κοιτάζω τα καθαρά μου χέρια…»). Ιδιαίτερης προσοχής αξίζουν επίσης τα ποιήματα: «Εκεί που ανθίζαν χρηματιστηριακές…», «Να απλώνεις τα χέρια σου…», «Κανείς να μην αναφέρει…», «Να βγω με τα μυρμήγκια…», και το «Άνθος μπουκάλι μπύρας…», μια αστική στιγμή-τοπίο, αλλά και το «Μουνί μαγκάλι…», όπου πλέον μετά τους νεκρούς φοιτητές της Λάρισας άλλαξαν και τους συνειρμούς που δυστυχώς μας προκαλεί η λέξη, αλλά και τα δύο πρώτα «Αύριο να μʼ αγαπούν τα δέντρα…» και «Από το ρήμα στην ύπαρξη» για να σταθούμε εδώ στο τρίτο μέρος της Τριλογίας (στη «Ροή Ρακής»).
Στο «Συσσίτιο», δεύτερο μέρος, καταγράφει στιγμές, με τρόπο καινούργιο, παλεύοντας με δύσκολα υλικά που θα έλεγε κανείς πως δεν γίνεται ποίηση με αυτά, κάτι όμως που κατορθώνει (θυμίζοντας μας και τον Βάρναλη, αποδεικνύοντας πως γίνεται ποίηση με τα πάντα), ενεργοποιώντας έτσι το πραγματικό αλλιώς: «Μυρίζει ψητό της Κυριακής/ στο μπαλκόνι μου. Απλώνω/ τα χέρια και βρίσκω/ την κουζίνα σβηστή», «Περιφέρομαι από τραπέζι/ σε τραπέζι για ένα ξεροκόμματο,/ ένα κόκκαλο μπριζόλας χοιρινής/ και καναδύο παϊδάκια./ Τις Κυριακές γίνομαι σκύλος.», «Το ούζο πίνεται στο φως/ αφού σημάνουν δώδεκα/ και μέχρι να νυχτώσει.», «δυο χέρια/ που σου τα εναποθέτουν/ στα σουπλά κι εσύ σκύβεις/ και φιλάς ένα προς ένα/ τα δάκτυλα» («Ένα πιάτο γιουβαρελάκια…») και «Νηστικά σώματα κρέμονται/ απ΄ τις χειρολαβές στο τραμ,/ στο μετρό. Στριμώχνονται,/ εφάπτονται όπως αρμόζει/ […] Να τα κατασπαράζει η καύλα». Να προσεχθούν επίσης τα ποιήματα που ξεχωρίζουν θαρρώ στη συλλογή «Το βρώμικο μισοφαγωμένο χάμπουργκερ» με το εκπληκτικό τελείωμα: «Τον έβλεπα/ να γλείφει τα δάχτυλα, όπως/ κάναμε κι εμείς με μια φέτα ψωμί,/ ζάχαρη και λάδι», και το «Έτσι όπως περιφερόμαστε…» αλλά και το «Ένας άντρας τρώει…» που είναι νομίζω και η κορύφωση της συλλογής, μαζί με το «Πριν δεκαπέντε χρόνια…».
Τέλος, πέρα απʼ τα δύο πρώτα ποιήματα του πρώτου μέρους (Χαμένο Κορμί) που επισημάναμε προηγουμένως, πρέπει να σταθεί κανείς στο «Πέθανα δυό φορές…» όπου πέρα απʼ το φαινόμενο μιας έντονης ενσυναίσθησης (ο ποιητής φέρεται και εδώ να ταυτίζεται με τους ήρωες-εκδοχές του ποιήματος) πρέπει να σημειωθεί πως πρόκειται για μια ιδιότυπη και επιτυχημένη σύνοψη της «όλης» προβληματικής, στάσης και του ποιητικού του κατορθώματος, κάτι που ισχύει επίσης και για το ποίημα «Άδειο κορμί, ορθό σακί…». Ξεχωριστοί κι οι ακόλουθοι στίχοι στην έντονα μοναδική αναπαραστατικότητά τους, αλλά και στη ροή τους: «Βράδυ Σαββάτου σε βλέπω/ να λούζεσαι. Αφρός/ το σώμα σου. Αλόη/ τα βυζιά σου. Μέλι/ να στάζει το νερό/ ανάμεσα στα σκέλια». Και όλα αυτά ενώ: «Χρόνους/ πολλούς απʼ τη ζωή σου λείπω». Το ποίημα «Μεταποιούνται ενδύματα» επίσης συμπυκνώνει την ποιητική ουσία του Παστάκα, για να μην αναφερθούμε και στην «Καύτρα απʼ το τσιγάρο μου…» και στην «Γυναίκα σκιά/ των γυναικών που προηγήθηκαν» («Ένα χάσμα, μια λάμψη…»). Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί στο ποίημα «Αναρωτιέμαι αυτά τα νέα…», το «Λάμπει γυμνή η γάμπα σου μισή/ έξω απʼ την κουβέρτα», ένα στιγμιότυπο που από μια απόσταση καταγράφεται ζωγραφικά θα λέγαμε η κίνηση των σωμάτων στην διάρκεια της ερωτικής πράξης, αλλά και το «Ένας άντρας με το σκύλο του…» και σίγουρα το ποίημα «Όχι, δεν έρχομαι από την Ελευσίνα. Την Κάτω Ιταλία…», όπου περνάνε ο Γιάννης Γκούμας, ο Νίκος Βουτυρόπουλος, ο Σπύρος Αραβανής και άλλοι αξιόλογοι ποιητές και άνθρωποι για να υπογραμμιστεί έτσι τελικά η προτεραιότητα της συνύπαρξης και όχι απλά της ύπαρξης.
Κι όλα αυτά υπενθυμίζοντας μας μόνιμα, το ποίημα που αντηχεί εντός μας ως ηχώ:
Για να φτάσω εδώ ψηλά
που έφτασα, έπρεπε να πετάξω
το σακάκι μου στον πρώτο
τη σαμσονάιτ από τον δεύτερο
τη γραβάτα μου από τον τρίτο
τις καταθέσεις μου στον τέταρτο
την ταυτότητα μου στον πέμπτο
στον έκτο να ξεπλύνω την αγάπη σου
από πάνω μου, για να μπορέσω
να βρω τον εαυτό μου
στον έβδομο γυμνό.
(Όρος Αιγάλεω)
Ποίημα που λειτούργησε μοναδικά στη δημόσια απαγγελία του στην Ιταλία. Γεγονός που συγκρατούμε ως το καλύτερο οπτικοακουστικό ντοκουμέντο του προσώπου του, του ποιητή Σωτήρη Παστάκα, για την ώρα. Κι αυτά ενώ:
Ο γαλάζιος καπνός της εξάτμισης
αιωρείται ακόμη και όταν το αυτό-
κίνητο έχει στρίψει πλέον τη γωνία,
μεταβάλλει την τοπογραφία του δρόμου,
την καθημερινή προοπτική όσων μένουν
για πάντα εδώ, θαμώνες αδιάφοροι
της τρέχουσας ζωής όπως κι εγώ
(«Φίλιον»)
Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Θράκα”, τευχ.1, Φφινόπωρο 2013











Άλλο πράγμα το εκτόπισμα και άλλο η χωρητικότητα .
Συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο το λεγόμενο dead weight .
Αυτό το στοιχείο είναι που εκμηδενίζει ο Σωτήρης Παστάκσς
και εκτινάσσει την ποιητική του άντωση , σε πεδία ζηλευτά
από την ποιητική ναυπηγική !!
Να τρυπώσω σʼ ένα σινεμά
να ζεστάνω το κοκαλάκι μου , ( ανεπίκαιρο )
να δω την ταινία δυο φορές ,
τώρα που παίζουν
σʼ επανέκδοση
την εθνική μας φτώχεια . Σ . Π
Καλό μήνα.
Το είχα διαβάσει στη Θράκα, το διαβάζω κι από εδώ. Συγχαρητήρια κύριε Γκολίτση!
Η φωτογραφία δε του Σωτήρη: “Ωδή στον αλεξικέραυνο κατακεραυνομένο άνθρωπο”, για να βάλω γράψω και το άρθρο γράμμα και χαμηλώσω το ωμέγα, ” Η ωδή… “.
Την αγάπη μου, Παστάκα!
Σας ευχαριστώ κ. Ρεούση. Τους χαιρετισμούς μου.