`
Η γνώση και η αγάπη για τους ιστορικούς ποιητικούς μύθους αποτελεί το χαλί πάνω στο οποίο η Αγγελική Ηλιοπούλου στρώνει πολλά από τα δικά της δημιουργήματα (γραμμένα την περίοδο 1997-2013) χωρίς όμως αυτή η διακειμενικότητα να λειτουργεί εν είδει εντυπωσιασμού του αναγνώστη, ή στείρα και αναπαραγωγικά. Αντίθετα αντλεί από την ποιητική βρυσομάνα της αρχαίας επικής και μυθολογικής γραμματείας τα σύμβολα τα οποία επεξεργάζεται με τον δικό της τρόπο μέσα σε ένα υπερρεαλιστικό πλαίσιο έντονου συναισθηματισμού, προσωπικού βιώματος και ενόρασης. Αξιοποιεί, δηλαδή, τα μυθολογικά στοιχεία στην οικοδόμηση μιας εκτός της μυθολογίας ατμόσφαιρας η οποία μπορεί να είναι υπαρξιακή, νοσταλγική και βαθιά ερωτική. Έτσι, χρησιμοποιει εντέχνως τους μυθολογικούς ήρωες ως δρώντα πρόσωπα με οργανικό και όχι ακαδημαϊκό ρόλο στα ποιήματα είτε για να μεταφέρει τα μηνύματά τους είτε και κυρίως για να λειτουργήσουν ως ποιητικά προσωπεία, να μιλήσουν εξ ονόματός της: Για παράδειγμα: «Ο Αραδναιος ήρθε ξανά αυτή τη φορά ανθρωπόμορφος σαν μέσα από την ελληνική θρησκεία, να με γλιτώσει απ΄ τη συνηθεια να κλαίω την κατάρα» γράφει στο «Έσω λευκόν». Ή «Αλλάζω φύλο ως Τειρεσίας των θνητών όχι για να σε παραπλανώ» γράφει στο «Ερμαφρόδιτο του χρόνου». Ή «Φίδια κρατά γελά ξεσπά της Μήδειας τ’ ανείπωτο μαχαίρι χαιδευοντας», στο ποίημα «Μοναχοκόρη του ματιού». Ή «Σε σύννεφα τις τύχες αποστέλλω κι από τις συμπλοκές Τιτάνων τα βλέμματα ψηφιδωτό μαζεύω» στο “Συγκομιδή οράματος” και σε όλο το εξαιρετικό ποίημα Κίρκη.
Η ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι εν πολλοίς ανατρεπτικη, συμβολιστική και εξόχως όπως είπαμε υπερρεαλιστική: «Βουτηγμένα τα μαχαίρια στο ψωμί τρέφουν τα παιδιά τους» γράφει στο ποίημα “Αφροδίτη”. «Βαθιά στην πληγή πάντα ανθίζει ένα μάτι να με κοιτάζει νά αλλάζω δέρμα και φύλο» γράφει στο «Βαθιά στην πληγή», «Αποδημητικά πτηνά τα χέρια σου εισβάλλουν από τη χώρα της αφής καλύπτοντας με γάζα το σκονισμένο μου στόμα» γράφει στο «Η χώρα της αφής». «Φοράει συνήθως ένα ποτάμι, οτιδήποτε άλλο είναι πολύ στενό» γράφει στο «Κωπηλάτης χρόνος».
`
Τα μικρότερης έκτασης ποιήματά της ορισμένα εκ των οποίων δίγλωσσα, σε αρχαία και νεά ελληνικά, λειτουργούν, θα έλεγα ως αρχαία επιγράμματα και θυμίζουν τους συγγραφείς της αρχαίας λυρικής και ελεγειακής ποίησης: Για παράδειγμα γράφει η Ηλιοπούλου: «Αρκετά με τη σκόνη, την επίστρωση του καθρέφτη. Εγώ ο Ιάσονας των προθέσεων αρκετά με το αλάτι, λέω, των πληγών» γράφει στο ποίημα “Αρκετά” θυμίζοντας ως προς την προθεση των δυο ηρώων το περίφημο σωζόμενο του Αρχίλοχου:
Με την ασπίδα μου κάποιος Σάιος, το ξέρω, αγάλλεται.
Ήταν όπλο αψεγάδιαστο, κι εγώ την εγκατέλειψα πλάι στο θάμνο,
όμως δεν το ᾽θελα· έσωσα τη ζωή μου.
Τι με νοιάζει πια η ασπίδα εκείνη; Ώρα καλή·
θα ξαναβρώ άλλη, όχι κατώτερη.
`
Ή η «Τρίποδη νύχτα» της Ηλιοπούλου θα μπορούσε να είναι ένα νέο ανακαλυφθεν ποίημα της Σαπφώς: «Τρίποδη νύχτα η κλειδούχος της σιωπής/ ασημένιες τις πόρτες της γιορτής/ με τα βουβά τραγούδια της μεταγλωττίζει».
`
Η ποίηση, λοιπόν, της Ηλιοπούλου, ώριμη και πολυεπίπεδη εκφράζει μια ήρεμη δύναμη. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με εξηζητημένα λεκτικά σχήματα και με ακραίες και εξυπναδίστικες ποιητικές εικόνες και φυσικά απέχει παρασάγγας από τα τετριμμένα και αφάνταστα συναισθηματολαγνικά ποιήματα που κατακλύουν καθημερινά τον διαδικτυακό και έντυπο ποιητικό χώρο. Σε πολλά ποιήματα γίνεται επώδυνη: «Το βιβλίο των οστών σου διαβάζω/ που σαν βίο ηρώων στα ράφια μου ταξινομώ» γράφει στο ποίημα «Το βιβλίο των οστών σου» κρατώντας όμως και σε αυτά τα δικά της “μυστικά και ντοκουμεντα” φυλαγμένα μέσα στους στίχους της έτσι ώστε ο κάθε αναγνώστης να βρει τα δικά του ερμηνευτικά κλειδιά χωρίς να χρειαστεί να ειβάλλει ολόκληρος στον κόσμο της. Αυτή την παρατήρηση εγώ προσωπικά δεν θα τη χαρακτήριζα ως “ποιητική αναπηρία” ή “ποιητικό έλλειμα” δηλαδη το γεγονός οτι η Ηλιοπούλου δεν αποκαλύπτει ποιητικώς τις μνήμες και τις εμπειρίες της από συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα αλλά μάς αφήνει λίγες μόνο βιογραφικές χαραμάδες. Αντίθετα αυτή της η επιλογή ενδυναμώνει το ποιητικό πλαίσιο και μάς απαλλάσει από τους δεκάδες ψυχογραφικούς και ψυχαναλυτικούς στίχους που μας βομβαρδίζουν οι σύγχρονοι λογοτέχνες και κυρίως οι παραλογοτέχνες.
Θα κλείσω με μια ομολογία για κάτι που δεν έχω πει στην Ηλιοπούλου όταν συζητάγαμε για το βιβλίο. Δεν θέλησα ποτέ να τη ρωτήσω γιατί επέλεξε τον τίτλο “Τηλέμαχος” σε ένα βιβλίο που κατά τη γνώμη μου η περσόνα του, είναι καθαρά γυναικεία. Ο ήρωας του βιβλίου, δηλαδή, είναι γυναίκα χωρίς αυτο να σημαίνει πως πρόκειται για καθαρα γυναικεία γραφή με αν και ό,τι αυτό σημαίνει. Θυμάμαι οτι κάποτε είχε αναφέρει από μόνη της κάτι σχετικά με την επιλογή του τίτλου, ωστόσο η συζήτηση δεν προχώρησε ή εγώ δεν το συγκράτησα. Διαβάζοντας το βιβλίο προσπαθησα να συνδυάσω τα ποιήματα με βιογραφικό του ομηρικού Τηλέμαχου ωστόσο δεν μπόρεσα να ανιχνεύσω κάποια ιδιαίτερη σχέση. Η ίδια βέβαια ως εισαγωγικό του κειμένου χρησιμοποιεί μια φράση του Οβίδιου: “Μεγαλώνοντας ο Τηλέμαχος εφόσον ζήσει, θα γίνει δυνατότερος”. Ωστόσο αυτος ο γρίφος του τίτλου και του συμβολισμού του μου είναι ακόμα άλυτος αλλά και ταυτόχρονα ερεθιστικός με αυτήν την αντίστιξη που δημιουργείται στην ανάγνωσή του. Αυτός ο τίτλος από μόνος του αποτελεί απόδειξη αυτού που είπα και πριν: Οτι ακόμα και αν η Ηλιοπούλου γράφει κυρίως σε ά’ πρόσωπο, ακομα και αν οι εικόνες της φωτογραφίζουν προσωπικές στιγμές, ο αναγνώστης των ποιημάτων αισθάνεται το βιβλίο από τη μια πλευρά οικείο του, δικό του και όχι της ποιήτριας και από την άλλη ως τεκμήριο ποιητικής, ως δηλαδή βιβλίο περιέχον την ποιητική τέχνη.











Η μάχη της ποίησης, σώμα με πνεύμα, ιδέα με ανάγκη, μια μάχη που εκ των πραγμάτων δίνεται από απόσταση, εντείνεται με το χρόνο, δικαιώνει με την πίστη και ιερότητά της την ύπαρξη.
Ο φέρων την μάχη της ποίησης, η ενσάρκωση του υπηρέτη της αιώνιας αγωνίας, ο ακούραστος μαχητής, ο αναζητητής του γεννήτορά του, ο φέρελπις Τηλέμαχος.
Καλή συνέχεια!
Ο Σπύρος Αραβανής έχει μια τέτοια ποιότητα και ευγένεια ψυχής που ποτέ δεν θα έφτανε σε υπερβολή μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσει. Σπύρο μου σ’ ευχαριστώ για την ευθυβολία και την ειλικρίνεια του λόγου σου και σ’ ευχαριστώ επίσης που με μετέφερες ξανά στο μαγικό κλίμα της παρουσίασης του Τηλέμαχου.
Κυρία Ανδρεαδέλλη, απίστευτα ποιητική και μεταφορική η οπτική σας. Το μόνο που θα πρόσθετα χωρίς να αναιρέσω τίποτα από όσα γράψατε είναι η κινητικότητα από το καθεαυτό πρόσωπο του μύθου στον συμβολισμό του και από εκεί στην πραγματικότητα που φοράει το ρούχο του. Μια εμπειρική διακειμενικότητα που δεν περιορίζεται αυτιστικά στο εγώ της αλλά εκτείνεται στην οικουμενικότητα του μύθου.
Ομόψυχή σας… από απόσταση.