Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Αφιέρωμα: «Ανθολογία ποιημάτων & πεζών από το σύνολο της εργογραφίας του Σταύρου Σταυρόπουλου» (Γ’ MΕΡΟΣ)

Αφιέρωμα: «Ανθολογία ποιημάτων & πεζών από το σύνολο της εργογραφίας του Σταύρου Σταυρόπουλου» (A’ MΕΡΟΣ)

 

 

Αφιέρωμα: «Ανθολογία ποιημάτων & πεζών από το σύνολο της εργογραφίας του Σταύρου Σταυρόπουλου» (Β’ MΕΡΟΣ)

 

14. ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΜΑΥΡΟ (Σμίλη, 2014. Συλλεκτικό τετράφυλλο, εκτός εμπορίου, σε 100 αντίτυπα).

ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΜΑΥΡΟ

Με έπλυνες

Ξέβαψε λίγο το μαύρο πάνω σου

Μια αλμυρή πινελιά αγάπης

Σχεδόν σαν μπλουζ

Ούτε που την πρόσεξες

Με στέγνωσες

Όπως τα όνειρα

Φορούσες γάντια

Για να μην μείνουν ίχνη στο χρώμα

Και μ’ άφησες

Μαζί με τα σκουριασμένα βιβλία

Και τα τιμωρημένα πιάτα

Στον νεροχύτη σου

Τσαλακώνοντας τις σιωπές

Στις λέξεις

Να μην φαίνεται η βροχή

Πάλι ξέχασες

Ότι ο βυθός

Με βλέπει από παντού

Πάλι ξέχασες

Ότι είμαι

Ανεξιχνίαστα αδιάβροχος

Στο μαύρο

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Αφιέρωμα: «Ανθολογία ποιημάτων & πεζών από το σύνολο της εργογραφίας του Σταύρου Σταυρόπουλου» (Β’ MΕΡΟΣ)

Αφιέρωμα: «Ανθολογία ποιημάτων & πεζών από το σύνολο της εργογραφίας του Σταύρου Σταυρόπουλου» (A’ MΕΡΟΣ)

 

 

 

10. ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ (Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου,εκδ. Οξύ, 2011).

Τα κείμενα αυτά δεν προσχωρούν σε κανένα κίνημα· έχουν όλα τα κινήματα μέσα τους, μπερδεμένα. Άλλωστε, δεν έχουν αποφασίσει καλά καλά αν είναι δημιουργημένα από τον συγγραφέα τους ή αν ο συγγραφέας τους είναι το δημιούργημά τους.  Εκείνο που αναδεικνύεται και υπερασπίζεται σ’ αυτή την ομάδα κειμένων είναι η ιδέα του φωτός στην πιο απόλυτα σκοτεινή εκδοχή του. Εκεί που τα πράγματα συνεχίζονται με άπειρες δυνατότητες, μέσα στο πέπλο της νύχτας που είναι μνήμη. Αβάσταχτη. Εκεί περιμένουν αβοήθητα σπάνια ευρήματα. Σαν ανυπόφοροι κρύσταλλοι, θαμμένοι.

Και οι λέξεις. Μοναδικό ρεύμα στο κέντρο μιας εποχής που φεύγει, που τελεί σε διάσταση, που αντιγράφει σκηνές.   Οι λέξεις, πλήρεις αδιεξόδων. Για όσα δεν ήρθαν. Όσα ακόμη δεν βρέθηκαν. Οι λέξεις που γίνονται άθυρμα, νέμεση, ηλικία. Ούτε ζωντανές, ούτε νεκρές. Μόνο θάνατος που περιγράφει ζωή.

 Όταν ο κόσμος φύγει από την εικόνα που έγινε, και οι απουσίες μετρηθούν ξανά, ο ανθρώπινος μύθος θα συναντήσει   πάλι την εξ αίματος προϊστορία του.

Μέχρι τότε, απώλεια φωτισμού.

Πιο νύχτα δεν γίνεται.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Αφιέρωμα: «Ανθολογία ποιημάτων & πεζών από το σύνολο της εργογραφίας του Σταύρου Σταυρόπουλου» (A’ MΕΡΟΣ)

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 – 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα metro με θέμα το βιβλίο και την τριετία 2008-2011 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός των άλλων και την στήλη “Νύχτα είναι, θα περάσει”. Για τρία χρόνια δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή “Ολομόναχοι μαζί” που είχε σαν θέμα καλεσμένους από τον χώρο της λογοτεχνίας και του πολιτισμού γενικότερα, με έμφαση ιδιαίτερα στη μουσική. Κυκλοφορούν 25 βιβλία του εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα. Από τους ποιητές θεωρείται πεζογράφος και από τους πεζογράφους, ποιητής.

Η παρούσα Ανθολόγηση γίνεται με την επιμέλεια του συγγραφέα

 

 

1. ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ, 1983, εκδ. Βασδέκης (ακολουθούν πολλές επανεκδόσεις, μέχρι σήμερα, χωρίς να ονομάζονται)

“Ένα οργισμένο σχόλιο πάνω στην πεζότητα της καθημερινότητας, μικρά πεζά που κρυφοκοιτάζουν την ποιητική φόρμα, διατηρώντας την γνησιότητα και τον αυθορμητισμό μιας κραυγής διαμαρτυρίας σε πρώτο πρόσωπο, που βάλλει εναντίον όλων όσων μεταβάλλουν τις ζωές μας σε κόλαση. Ο Θωμάς Γκόρπας γράφει για το “Διαμελίζομαι”: “Είναι οι διαστάσεις, το χρώμα και το ύφος της σύγχρονης ερημιάς που αναπαριστάνει ο ποιητικός λόγος. Η αληθινή ποίηση έκανε πάντα το ίδιο: Πολύ απελπισμένη, μπορούσε να ελπίζει. Και μπορούσε να ελπίζει, γιατί μπορούσε να δει πέρα…”

***

10

Σε ψάχνω ακόμα.

Ψηλαφιστά, στους τέσσερις τοίχους μπουσουλώντας, σε κρατούσα στο χέρι, δεν μπορεί να μ’ αφήσεις και συ, δεν είναι δυνατόν να πέταξες για ζώνες τροπικές, μονάχα οι γλάροι μπορούν και χώνονται στα σύννεφα και συ γλάρος δεν είσαι.

Ξέρεις, να, δεν μπόρεσα, ήθελα να στο πω, τελικά δεν χωράω, κατάλαβέ με, παντού ξεχειλίζω άσπρος αφρός και χύνομαι στο πάτωμα, δε μένω στο ποτήρι.

Παραιτούμαι, συγγνώμη, παραιτούμαι, γιατί δεν κατάλαβα πως ο σκαντζόχοιρος όταν τον πλησιάζεις, πετάει έξω τα αγκάθια του και κρύβει το κεφάλι και τι φοβάται ο άνθρωπος και πνίγει τον αυθορμητισμό του κι οι επικοινωνίες έγιναν γέφυρες γκρεμισμένες,

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

τον διαχωρισμό δημοκράτης-φασίστας, όλοι φασίστες, στην οικογένεια, στην παρέα, στις ιδέες, στη σεξουαλική σχέση, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια δημαγωγούν, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, κρύβουν τ’ αληθινά τους πρόσωπα και ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., γυρνώντας σπίτι, πλακώνουν στο ξύλο το παιδί τους και δεν ξεχνούν πριν κοιμηθούν, να γελάσουν με τις σφαγές των Πολωνών, βουλιαγμένοι στο πανάκριβο σαλόνι τους, απέναντι στους παραμορφωτικούς φακούς της έγχρωμης, ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., παραιτούμαι, να προσέχεις τον εαυτό σου, λυπάμαι, δεν κατάλαβα δυστυχώς πότε πρέπει να ελίσσομαι και πότε όχι, είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως στις πουστιές,

το παραδέχομαι, απέτυχα

παραιτούμαι, αφήστε με, παραιτούμαι

και δεν κατάλαβα γιατί λένε τρελούς αυτούς που αντιστέκονται

αυτούς που διατηρούν τα φυσικά τους ένστικτα

και λογικούς αυτούς που σκύβουνε το κεφάλι

και υποτάσσονται αμαχητί

να μου το εξηγήσει αυτό κάποιος παρακαλώ

τώρα που φεύγω

κι ο ήλιος μου δύει ακίνδυνος

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

το φριχτό γέλιο των ανθρώπων και τα φουσκωμένα από υπερηφάνεια στήθη πάντα με γέμιζαν με μια αίσθηση κενότητας, μελαγχολίας, σαν κάτι να έλειπε απ’ τον κύκλο της ζωής, σαν κάτι νάχε χαθεί, κάποιο πολύτιμο πετράδι που να κλέφτηκε, τώρα που το σκέφτομαι σοβαρά, η ντροπή, ναι η ντροπή, γι αυτή λέω, αυτή έλειπε απ’ το γέλιο, απ’ τη φρίκη, απ’ τα στόματα, απ’ τις καρδιές, απ’ τις σκέψεις, η ντροπή για τις αποτροπιαστικές πράξεις και τις ψυχρές δολοφονίες,

συγγνώμη, συγγνώμη, δεν κατάλαβα, παραιτούμαι,

την αξία του πτυχίου δεν συνέλαβα,

αναλφάβητος, αμόρφωτος, παρηκμασμένος,

έμεινα δίχως Πανεπιστημιακή βεντούζα να επικυρώσω τις γνώσεις μου, η επικύρωση, το λαδόχαρτο, η υπογραφή, να τι μετράει σήμερα, να τι έχει σημασία, όλη μας η ζωή μια επικύρωση πράξεων, μια αλχημεία, συνονθυλεύματα σφραγίδων, πιστοποιητικών, αιτήσεων, βεβαιώσεων, υπογραφών, χαρτιών που μας πνίγουν,

έμεινα αγράμματος, παραιτούμαι, λυπάμαι,

να προσέχεις τον εαυτό σου, δεν κατάλαβα,

στα τραγούδια τους τις μελωδίες παρερμήνευα κι όταν μιλούσα ακατάληπτος, άχρηστα λόγια για φεγγάρια που μπανιαρίζονταν στο σεληνόφωτο και φράσεις ασυνάρτητες για πεταλούδες ταξιδιάρες που έπαιρναν σε κήπους μελαγχολίας, όρκους αιώνιους με Καφκικούς αφορισμούς, φυτά- επαναστάτες, κι έλεγα φθινόπωρα έκστασης πως υπάρχουν στα χρωματοσώματα της Τέχνης αιωρούμενα, τρελός, τρελός,

δεν κατάλαβα, λυπάμαι, παραιτούμαι,

ωρίμασα φαίνεται κι όταν ωριμάζω εγώ πολύ σαπίζω, αθώος ή ένοχος, το ίδιο μου κάνει, το βράδυ να κλείνεις τα παράθυρα και ν’ αγαπάς τον Μίλλερ, τον γέρο-Τσινάσκι και τον Μπέκετ,

συγγνώμη, τον τύπο του επιτυχημένου δεν κατάλαβα, σπαζοκεφάλιασα, μα αδύνατον, με βοήθησαν βέβαια ο καλός οικογενειάρχης, ο αφοσιωμένος σύζυγος, ο πιστός φίλος, ο γεννημένος μπίζνεσμαν, ο αδέκαστος διευθυντής, ο στυγνός επιχειρηματίας, ο πλούσιος κληρονόμος, όμως το αποτέλεσμα μηδέν, επιτυχημένος, αποτυχημένος, που, ποιος, γιατί, όλα μου τα νοήματα θάλασσα ακυβέρνητη, με κυνηγούν μπούμερανγκ στο μαραθώνιο της ζωής κι εγώ ξεφούσκωτο ασκί, θέλω να εγκαταλείψω στο εικοστό πρώτο χιλιόμετρο τη διαδρομή, δεν προπονήθηκα φαίνεται αρκετά και μόνο πλάτες βλέπω, πλάτες που τερματίζουν, χα χα, τα χαμογελαστά ανθρωπάκια με τ’ αυτοκόλλητα χαμόγελα στα χείλη, που σου έλεγα χαμηλόφωνα, Ρυ ντε Κομέρς, αριθμός 31, όροφος πέμπτος, αυτά πάντοτε τερματίζουν γιατί είναι χαμογελαστά, εμένα μονάχα αν με γαργαλίσεις πια θα χαμογελάσω κι αυτό ακόμα έμμεσα, με τεχνητό τρόπο, καταλαβαίνεις τώρα, πολιτισμένα, να ρυτιδώνουν λίγο οι άκρες των ματιών απ’ το σφίξιμο και τα χείλη κλειστά,

συγγνώμη, συγγνώμη, παραιτούμαι,

πάει, αυτό ήταν, κι αν συνεχίσω κινδυνεύω, θα γίνω συγγραφέας και θα πουλάω δυστυχία δυο λέξεις το γραμμάριο, θα κάνω επίσημες εμφανίσεις σε συνεστιάσεις Τέχνης, δίπλα σε τρανούς ποιητές, θα αναγκάζομαι να μιλάω για ερμαφρόδιτο υπερρεαλισμό και δοκιμιογραφικό μετασυμβολισμό, θα τυπώνω πληρωμένες συνεντεύξεις στις εφημερίδες διαφημίζοντας το έργο μου, θα μπω και στο σωματείο για σύνταξη και τότε δε θα βρίζω, οι λέξεις μου θάναι στραγγαλισμένα νήπια σε πορφυρένιο μανδύα κι εγώ θα αναπαύομαι στις αρκετές μου εκδόσεις, θα γίνω πουτάνα και θα εκδίδομαι, αγαπώντας όλο τον κόσμο, θα πρέπει με όλους να τα πηγαίνω καλά, οπωσδήποτε, ευτυχώς ακόμα δεν πουλήθηκα τελείως και κρατάω, 10000 χρόνια την περίμενα την επανάσταση και μ’ έχει στήσει σ’ όλες τις γωνιές, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις βιβλιοθήκες, σ’ όλα τα πάρκα, σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα, σ’ όλες τις κάλπες, σ’ όλα τα σχολεία, σ’ όλα τα σπίτια, σ’ όλους τους κήπους, σ’ όλα τα κρατητήρια, σ’ όλα τα γραφεία, σ’ όλες τις αίθουσες, σ’ όλα τα μπαρ, σ’ όλα τα δικαστήρια, 10000 χρόνια φίλε μου, άφωνος και νευρικός, χωρίς όνομα, ταυτότητα, δικαιώματα, με ένα τσιγάρο στο στόμα, σκίρταγα κάθε τόσο που έβλεπα κάποια να της μοιάζει μες’ στο πλήθος, μα κάποτε τα βήματα απομακρύνονταν και τα ραβασάκια της μήναγαν πως αύριο, όλο αύριο,

αναστολή στην αναστολή το πήγαινε

μάταιος κύκλος, διασκεδαστικός

και φεύγω, φεύγω, παραιτούμαι

συγγνώμη, δεν κατάλαβα

ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε

λυπάμαι

δεν θα χρειάζεται πια να κινούμαι

πρόσεχε, θα ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα

και συ θα μ’ αγαπάς.

Έτσι απλά. Αντίο.

 

Όπως πάνε τα πράγματα, θα με σταυρώσουν.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν", Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Αφιέρωμα στον Τάκη Οικονομάκη» (επιμέλεια: Στέργιος Ντέρτσας)

Ο Τάκης Οικονομάκης  (1886-1944), υπήρξε μια από τις πιο λαμπρές δημοσιογραφικές και πνευματικές μορφές της πόλης Bόλου. Αν και παιδί φτωχής οικογένειας κατάφερε σπουδάσει Νομική, φτάνοντας μέχρι την απόκτηση τού διδακτορικού τίτλου. Ωστόσο αγάπησε και υπηρέτησε τη δημοσιογραφία και μέσα από αυτή το κοινό καλό, τους κοινωνικούς αγώνες, την καλλιτεχνική και πνευματική δραστηριότητα, ιδιαίτερα έντονη στον Βόλο εκείνης της εποχής, καθώς  και την Ελλάδα, ως αγνός πατριώτης,  σε μια πολύ δύσκολη χρονική περίοδο που τη σημάδεψαν μεγάλα ιστορικά γεγονότα

 

 

ΓΛΥΚΕΙΑ ΜΙΑ ΑΝΗΣΥΧΙΑ…

 

Γλυκειά μια  ανησυχία μ’  αδράζει την ψυχή

και μια μετεξεδένια νεφέλη μες στο φως

σταλάζει ευωδιασμένη και καρπερή βραχνή

στο χώμα που ειν σπαρμένος ο πόθος ό  κρυφός.

 

Ξεκίνησαν τα μάτια για τ’ όνειρο τρελλά

—πώς της χαράς μεθάει τό ηδονικό κρασί- —

μες στης ζωής  τον κήπο γλυκόλαλα πουλιά

δε λένε να σωπάσουν την ώρα  τη  χρυσή.

 

Το κάθε τι μ’ απλώνει  τριγύρω πλανερά

τα μάγια και  καρτέρι παντού μου έχει στηθή

η προσδοκία σειρήνα μπροστά μου λαχταρά

και  σε δυο μάτια πλάνα η Άνοιξη όλη ανθεί.

 

 

[ Πηγή: Περιοδικό Φιλότεχνος, τεύχος Α’, Αύγουστος 1926 ]

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν", Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Τέσσερα Λιανοτράγουδα

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ

Αγγελοστολισμένη μου, ποιος σού δωκε τη χάρη,
να σαϊττεύης τοις καρδιαίς δίχως να χης δοξάρι;
Α θέλης να μη σ’ αγαπώ, πες το των ομματιώ σου,
οπού με σαγιττεύουνε όταν περνώ απ’ εμπρός σου.

Ανάμεσα ‘ς τα φρύδια σου δίχτυ χρυσό ειν’ πλεγμένο,
κι’ όποιο πουλάκι κι’ αν διαβή, πιάνεται το καϊμένο.

Γλυκά γλυκά κυττάζεις, φαρμακερά χτυπάς
με δίστομο μαχαίρι εκείνον π’ άγαπάς.

Ο ποταμός σέρνει κλαδιά κ’ η θάλασσα καράβια,
κ’ η κόρη με τανάμπλεμα σέρνει τα παλληκάρια.

Ποιος είδε τέτοιον πόλεμο να πολεμούν τα μάτια,
χωρίς μαχαίρια και σπαθιά να γένουνται κομμάτια;

Διαβάστε περισσότερα