![]()
10. ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ (Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου,εκδ. Οξύ, 2011).
Τα κείμενα αυτά δεν προσχωρούν σε κανένα κίνημα· έχουν όλα τα κινήματα μέσα τους, μπερδεμένα. Άλλωστε, δεν έχουν αποφασίσει καλά καλά αν είναι δημιουργημένα από τον συγγραφέα τους ή αν ο συγγραφέας τους είναι το δημιούργημά τους. Εκείνο που αναδεικνύεται και υπερασπίζεται σ’ αυτή την ομάδα κειμένων είναι η ιδέα του φωτός στην πιο απόλυτα σκοτεινή εκδοχή του. Εκεί που τα πράγματα συνεχίζονται με άπειρες δυνατότητες, μέσα στο πέπλο της νύχτας που είναι μνήμη. Αβάσταχτη. Εκεί περιμένουν αβοήθητα σπάνια ευρήματα. Σαν ανυπόφοροι κρύσταλλοι, θαμμένοι.
Και οι λέξεις. Μοναδικό ρεύμα στο κέντρο μιας εποχής που φεύγει, που τελεί σε διάσταση, που αντιγράφει σκηνές. Οι λέξεις, πλήρεις αδιεξόδων. Για όσα δεν ήρθαν. Όσα ακόμη δεν βρέθηκαν. Οι λέξεις που γίνονται άθυρμα, νέμεση, ηλικία. Ούτε ζωντανές, ούτε νεκρές. Μόνο θάνατος που περιγράφει ζωή.
Όταν ο κόσμος φύγει από την εικόνα που έγινε, και οι απουσίες μετρηθούν ξανά, ο ανθρώπινος μύθος θα συναντήσει πάλι την εξ αίματος προϊστορία του.
Μέχρι τότε, απώλεια φωτισμού.
Πιο νύχτα δεν γίνεται.
ΜΑΚΙΓΙΑΖ
Η ΝΥΧΤΑ γίνεται η κρούστα της πόλης. Περιμένει να απλωθεί για να περιγράψει τους νεκρούς. Μέσα απ’ το παραβάν της φεγγίζουν τα ασημί πρόσωπα: Νοικιασμένα χαμόγελα, λερωμένα κουστούμια, καλλυντικά που έληξαν. Λένε τα παραμύθια τους ως το πρωί και μετά φεύγουν. Όταν τελειώνει αυτό το πράγμα που υποδύεται τη μουσική. Το σκοτάδι κάνει τον θόρυβο της να αποκτά ένα νόημα. Προσωρινό, όσο κρατάει ένα φιλί.
Στη Σκουφά οι βιτρίνες είναι ακόμη σπασμένες. Απαλλοτριωμένες. Πλατεία Κολωνακίου, η παρέλαση των επισήμων. Συνεχίζεται. Περιμένω το ελικόπτερο για να αποδράσω αλλά αργεί.
Ένα μικρό παιδί περνάει το δρόμο απέναντι. Νομίζεις ότι πάει να παραδοθεί. Μετράει με τα δαχτυλάκια του αυτούς που βλέπει. Μπερδεύεται. Από το τρία πετάγεται στο οκτώ. Αφήνει χώρο στη φαντασία. Το μπαλόνι που κυνηγάει κατεβαίνει την Ομήρου. Καθώς φυσάει ο άνεμος είναι σαν να απογειώνεται.
«Αυτό το ξανά παιδί / αραιώνει στο φως / πυκνώνει στο σκοτάδι / διαλύεται στο νερό / στις δεξιώσεις / γίνεται ανθοδέσμη / towhomitmayconcern / τις προάλλες / ζωγράφισε στις παλάμες του / τους τύπους των ήλων / κάρφωσε στις πατούσες του / πέταλα λουλουδιών / και κάλπαζε στο καλντερίμι» (1).
Όλοι εναντίον όλων. Η υστερία είναι καρφιτσωμένη στο πέτο αυτής της δύσκολης πόλης. Αόρατο παράσημο ενός πολέμου. Άδικου, καθημερινού. Θυμίζει ξεκούρδιστο πιάνο. Λάθος αγάπη, λάθος φωνή.
Ένα σκυλί στήνεται για φωτογραφία ανάμεσα σε δυο κοπέλες. Όταν το φλας ανάβει το σκυλί αποχωρεί καμαρωτό. Η δουλειά έχει τελειώσει. Welldone.
Έξω βρέχει, ο ουρανός είναι σαν μαύρη μπογιά. Η πλατεία Μαβίλη εξαφανίστηκε. Κάποιος περαστικός που του άρεσε, πρόλαβε και την έριξε στη τσέπη του. Ένα ζευγάρι παραγγέλνει λουκάνικα μπροστά στην καντίνα Θέλετε κέτσαπ; Τα τραπεζάκια είναι μαζεμένα, οι καρέκλες κλειστές. Στο διπλανό μπαρ τα χαμόγελα έσπασαν τις πόρτες και βγήκαν.
Η Παρασκευή πια αόρατη – την κατάπιε η άνοιξη. Στο δρόμο έμειναν δέκα άνθρωποι.
Λες και είχε αποβληθεί ένας παίκτης.
——————————————————————–
(1) Βασίλης Πολύζος, Acceleration, αδημοσίευτο ποίημα.
ΕΝΑΣ ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
ΠΑΝΩ στο τραπέζι βρίσκονταν τα μολύβια του, τα χαρτιά του, μια γόμα, το πακέτο με τα τσιγάρα και τρεις ντάνες βιβλία που σχημάτιζαν ένα ψηλό, ανθεκτικό πι. Τα σύνεργα επιβίωσης. Χρειαζόταν έναν άνθρωπο να του αδειάζει συνέχεια το τασάκι.
Ο υπολογιστής ήταν κλειστός. Μαύρος. Χαζεύοντας την αντανάκλαση του προσώπου του στη σκοτεινή οθόνη θυμήθηκε ότι έπρεπε να σημειώνει όσα ήθελε να δει. Λεπτομερώς. Ξεκίνησε με τη φράση «ο αόρατος άνθρωπος» και πριν ολοκληρώσει την πρότασή του, τη διέγραψε. Ήταν αξύριστος. Αδυνατισμένος. Και επιπλέον, διακρινόταν.
Όποτε δεν ήταν μαζί της, ένιωθε παραμορφωμένος. Τα μήλα του προσώπου του εξείχαν – σαν να διαμαρτύρονταν για την έλλειψή της. Τα μάτια του κοίταγαν τις μέρες που κυλούσαν. Οι κόγχες τους είχαν εκραγεί. Η νύχτα έκαιγε. Και το φεγγάρι, μια νυχιά στην πλάτη του κόσμου. Το φως κατέρρεε μ’ ένα αργό, βασανιστικό τρόπο. Ποτέ δεν ήταν λιγότερο το φως.
Σηκώθηκε και περπάτησε κατά μήκος του μπαλκονιού. Κοίταξε από πάνω τη μηχανή του. Του άρεσε να τη βλέπει μικρή. Την χαιρέτησε με το βλέμμα. «Ireallygotaluckylife: Mywriting, mymotorcycleandmywife» (1). Ψέματα. Ο Λου Ρηντ έλεγε ψέματα. Ποτέ δεν μπορείς να έχεις και τα τρία. Αυτό που βλέπεις δεν είναι σημαντικό, είπε. Η φωνή του κατέβηκε τρεις ορόφους κάτω, η ηχώ της τσακίστηκε πάνω στη μηχανή.
Του ήρθε στο μυαλό ο Τζακ Κέρουακ. Όταν ένας δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει τι ακριβώς ψάχνει με τόση μανία, εκείνος είχε πει: Περιμένω να μου φανερωθεί ο Θεός. Προφανώς, ο Θεός ντρεπόταν να εμφανιστεί. Άναψε ένα τσιγάρο, απ’ αυτά που είχαν απαγορεύσει. Επέστρεψε στην πολυθρόνα του. Ξεκίνησε πάλι να γράφει.
Για κάποιο λόγο όλα του ήταν αόρατα. Έβλεπε ένα κενό. Όταν συγκέντρωνε το βλέμμα του σε κάτι, αυτό εξαφανιζόταν. Αδυνάτιζε. Όσο περισσότερο έβλεπε, τόσο δεν έβλεπε. Κοίταξε τη φωτογραφία της νύχτας. Έψαξε για τον κόσμο. Για το Θεό. Ο υπολογιστής παρέμενε κλειστός.
Μα, αυτή είναι γυμνή, του είχαν πει. Δεν ήταν γυμνή.
Φορούσε τη θάλασσα.
————————————————————————–
(1) Lou Reed, My house
ΕΙΔΕΣ ΠΟΤΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ;
ΣΕ ΟΛΑ τα κείμενα της νύχτας βρέχει. Όπως στις ταινίες του Ταρκόφσκι. Όταν εμφανίζεται η βροχή, η ανθρωπότητα χάνεται μες στα ρείθρα. Τα ξεβαμμένα από την καθημερινότητα σώματα ξεβάφουν ακόμη περισσότερο. Κανείς δεν θέλει αυτό που μπορεί. Όλοι θέλουν το παραπάνω. Τα δάκρυα γίνονται αόρατα. Πως μπορώ να κλάψω όταν κάθε μέρα καταστρέφουν τα μάτια μου;
Ένας ολόκληρος κόσμος σταγόνων τα πολιορκεί, τα αγγίζει με τις τούφες του. Πολύγλωσσος, πολυνίκης – η βροχή είναι αήττητη. Ξεπλένει τους έρωτες που ηττήθηκαν, τους δείχνει τον τρόπο να αποτύχουν. Κατακτά όλους τους τίτλους και τους αφήνει στην εξέδρα να μουσκεύουν.
Δεν υπάρχει μία βροχή, αλλά ένας λαός βροχών, λέει ο Μαρτέν Παζ, στο δοκίμιό του Περί βροχής.
Κοιτάζω ψηλά, ένα φεγγάρι παίρνει ρεύμα για να φωτίζει συνέχεια, ανάβει τα πρόσωπα των νεκρών που περνούν. Η βροχή τα σβήνει. Κοροϊδεύει τη νύχτα. Πέφτει σε κάθετες, διαφανείς λωρίδες. Θέλω να φυλάξω μερικές στη τσέπη μου, αλλά λειώνουν. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ποτέ;
Πάνω στη παλάμη μου έχει μείνει τώρα ένα ρυάκι. Το φυσάω με όλη μου την αναπνοή, το ζεσταίνω, προσπαθώ να το διατηρήσω στη ζωή.
Αυτό κυλάει. Και χάνεται.
Το τζουκ μποξ της νύχτας παίζει τραγούδια που έχουν σχέση με τη βροχή: Novemberrain. Haveyoueverseentherain. Rainandtears. Λάμπουν όπως το νερό πάνω στα αυλάκια του βινυλίου.
Ανοίγω τα χέρια μου για να υποδεχτώ τον στρατό των γραμμών που επελαύνουν, τους διαφανείς νάνους με την υγρασία στα μάτια που αυτοκτονούν ένας ένας. Τους αγκαλιάζω, περιορίζω την πτώση τους. Τα τραγούδια τελειώνουν.
Ξαφνικά, έχω χιλιάδες νεκρούς που κολλάνε στο μπλουζάκι μου, γλείφουν τα χείλη μου ζητώντας βοήθεια. Πέφτουν, δεν θα ξανασηκωθούν ποτέ.
Φιλάω τη βροχή για τελευταία φορά, πεθαίνει μέσα στα χέρια μου. Νε με κιτ πα. Σκηνές αποχαιρετισμού. Πότε θα’ ρθεις να πάρεις τη βροχή από πάνω μου; Το σώμα μου γέρασε δίχτυα. Κολυμπάω στην υγρασία του, σε αυτό που υπήρχε πριν γίνω σώμα. Πρόκειται για δυστύχημα των σταγόνων, οι λαμαρίνες τους έχουν στραπατσαριστεί. Από δω κι από κει, περισσεύεις εσύ. Εγώ, ακρωτηριασμένος. Διαμπερής.
Δεν υπάρχουν πια άνθρωποι. Καταστράφηκαν από τότε που ήμουν παιδί.
ΑΝΙΚΑΝΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ γκρεμίζονται απ’ το στόμα της. Χαμηλώνουν τα γεγονότα. Κάνουν αυτό που συμβαίνει μικρό, το οδηγούν προς τα κάτω. Το φως σβήνει. Για να μιλήσεις για τις κινήσεις της ψυχής πρέπει πρώτα να έχεις. Τα χείλη οπλίζουν. Πυροβολούν.
Λένε πώς όταν ονομάζεις ένα πράγμα με λέξεις τότε το καταλαβαίνεις καλύτερα. Η ανάγκη του λόγου έγινε η προσπάθεια να υπερασπίσεις με ψεύτικο τρόπο την αληθινή σου αδυναμία. Να προστατεύσεις ένα ανυπεράσπιστο κτίριο που υποδύεται το απόρθητο οχυρό.
Τα σκουλαρίκια της πραγματικότητας χρειάζεται να είναι λαμπερά. Για να κερδίζουν τις εντυπώσεις και να φαίνονται γνήσια.
Στη πόλη οι άνθρωποι μικραίνουν κι άλλο. Τους διακρίνεις με δυσκολία. Είναι ραντισμένοι με λέξεις. Σα να χουν καταπιεί κάποιο χυδαίο χάπι, οδεύουν προς το αόρατο. Αντί για ουρανό έχουν ταβάνι. Η αγάπη τους, ένα μπαλόνι που ξεφουσκώνει. Δεν θα τολμήσουν ποτέ να νικήσουν το φως. Αδιάκριτο, αδιαπραγμάτευτο φως και τους βασανίζει. Τους εισχωρεί.
Μέσα απ’ τις κουρτίνες φεγγίζουν τα χλωμά πρόσωπα. Κρυμμένες φλέβες, πλυμένα βλέμματα. Κατεστραμμένα. Κοντά τους η θλίψη ανθίζει σαν κάκτος. Να αφήσουμε τις κίτρινες καρδιές να μιλήσουν.
Φροντίζουν να κλείνουν τις τρύπες του σώματός τους με κομμάτια απ’ τις ψυχές των άλλων. Χρησιμοποιούν τις ψυχές σα λάσπη για να χτίσουν τις νέες απελπισίες, τις νέες διαψεύσεις. Νέοι θάνατοι. Χαρισμένοι, να μην φαίνονται. Όταν λένε συν εννοούν πλην. Και το ονομάζουν μαζί.
Την είδα. Στη Σαλαμίνα, στο Πέραμα, στην Καισαριανή. Στην Αίγινα. Στον Λυκαβηττό. Στην Ελευσίνα μια φορά. Ήταν το κορίτσι μου. Που αγαπούσα.
Δεν με είδε ποτέ. Η σχέση μου μαζί της ανακεφαλαίωσε όλους τους προηγούμενους θανάτους μου και, κατά κάποιο τρόπο, τους συνόψισε.
Σταθμός. Στάση Κουμουνδούρου. Στάση ζωής. Μαύρα. Μέσα έξω. Έσφαξε ό,τι ήταν. Έκοψε με τα δόντια της το τελευταίο σκοινί. Έμεινε μια οδοντόβουρτσα στο μπάνιο. Ένα ζευγάρι σαγιονάρες. Κάποια μουτζουρωμένα χαρτιά. Ένας μισοτελειωμένος Ίψεν. Και οι πετσέτες που έπλεναν τα κορμιά. Που σκούπιζαν απ’ το δέρμα τον θάνατο.
Οι νύχτες. Από δω και πέρα. Θα κρυώνουν. Θα δαγκώνουν το μαξιλάρι. Δεν βλέπω καλά. Πήγαινε τοίχο τοίχο. Προσοχή. Στα γιαούρτια με μέλι. Στα θεατρικά του Ζενέ, άνισα διασκευασμένα. Στις αγκαλιές που παγώνουν στην κατάψυξη. Στα ονόματα που θυμίζουν θάλασσα. Πήγαινε. Με την όπισθεν. Δεν βλέπω. Επικαλείται τον έρωτα. Να προσέχεις τις νύχτες. Αυτές που πέρασαν. Κι αυτές που θα ’ρθουν. Για να μείνει η νύχτα. Μόνη της. Ενικού αριθμού.
Από δω και πέρα.
*****
15Α – ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ήταν έκπληκτο, η ψυχή του είχε μεγαλώσει. Απ’ τα αγκαλιασμένα σώματα έπεφταν συνεχώς διαλυμένα μηνύματα. Ένα ψαλίδι έκοβε τις λέξεις στη μέση και τις μοίραζε στο πάτωμα. Πολλά βιβλία σκορπισμένα στα ράφια. Πεθαμένη τέχνη παντού. Το βολικό άλλοθι του θανάτου.
Ένα πόστερ του Βαν Γκονγκ στο κεφάλι μου. Το φως, καθηλωμένο. Μια αγκαλιά. Σαν εκκλησία, σπάνιας ομορφιάς. Πάνω στο καθιστικό, ένα κόκκινο ριχτάρι. Κρατούσε σημειώσεις για τα κορμιά που έτρεμαν. Το ένα από την ανάγκη του άλλου. Η ακραία ηδονή είναι ακραία οδύνη.
Στους τοίχους σημάδια από σοκολάτα. Από Μπαχ. Από Γκαίτε. Βέρθερος. Ο καταστροφικός του έρωτας για τη Λόττε, διακόσια τριάντα έξι χρόνια πριν. Θα μου φέρεις νερό; Μάλιστα.
Υπήρχε ζωή και παλιότερα. Τουλάχιστον, έτσι λεν οι ενδείξεις. Έτσι παραδέχονται οι ωτακουστές. Είχαν χαθεί κάποια βήματα, αλλά δεν ήταν σημαντικό. Ο χορός θα μπορούσε να διαρκέσει.
Μια νύχτα κλείδωσες όλες τις νύχτες μέσα στη καμπαρτίνα των ματιών σου και προχώρησες. Απέναντι η μέρα πολεμούσε. Με τα μικρά της χεράκια. Με τις ζωγραφιστές λίμνες της. Στο λόφο του Φιλοπάππου, στους πρόποδες της Πνύκας, εκεί που κατά την αρχαιότητα κήρυτταν σπουδαίοι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης. Κήρυττες. Έβγαζες πάλι λόγο. Χωρίς λόγο. Θα μου κάνεις κακό;
Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια. Μου είναι αδύνατο να δω αυτό το θεμελιώδες ξεπέρασμα. Ο Παρθενώνας, κομμάτια. Ο Λουμπαρδιάρης, κομμάτια. Θέλω να παντρευτώ εδώ. Για μια μέρα. Η πεμπτουσία του εφικτού είναι το ανέφικτο. Οι άνθρωποι ζουν γι αυτό. Για να μην αντέχουν να φτάσουν αυτό που φοβούνται να φτάσουν. Θυσιάζουν τους άλλους για να μην θυσιάσουν τον εαυτό τους. Λένε: Αγάπη μου.
Για νύχτες σε μύριζα. Τελείωσε η οσμή μου πάνω σου. Τα μάτια μου. Σαν σκουριασμένα. Έφτασαν, για την ισόβια ζωή. Έλεγα: Να μου μιλάς στα ρώσικα. Καταλαβαίνω καλύτερα τη γλώσσα του Πούσκιν από τη γλώσσα του έρωτα.
Σήκωσέ το, χτυπάει. Χτυπάει. Μιλάει στις γωνίες. Αυτό στα αρχαία ελληνικά λέγεται δειλιάζω. Λέγεται κρύβομαι γιατί δεν αντέχω.
Από τη γλώσσα των σωμάτων περάσαμε στη γλώσσα των ψυχών. Πόλεμος. Σε φοβάμαι. Το κρεβάτι είναι ανάποδα. Κράτα με. Ποιος είναι αυτός στη πόρτα;
Ολομόναχοι μαζί. Σ’ ένα σιδερένιο σταυρό. Καρφωμένοι. Μαζί; Γράφε, γράφε. Τα χεράκια σου ένας αναρριχώμενος ύμνος στα κάγκελα. Θα μου κάνεις κακό;
Μόνοι μαζί. Έξω η πόλη, οι δρόμοι, οι γειτονιές. Σαν πρώτη φορά. Ταβέρνες σαν πολιτιστικά μνημεία. Ο ναός της Αφαίας, στην Αίγινα. Μια φωτογραφία που δεν γίνεται. Να φτάσουμε στο 2046.
Από τη Γέννηση στη Σταύρωση, από τα Χριστούγεννα στο Πάσχα. Ανάμεσα τους, ένα απροστάτευτο φως. Διανύθηκαν τριάντα τρία χρόνια σε τρεις μήνες.
Φαντάσου. Ανέπνεες απ’ το στόμα μου. Χτες. Ήταν αλήθεια; Αληθινό είναι μόνο ότι ονειρευόμαστε. Έπειτα φύσηξες. Το φως τρεμόπαιξε. Έσβησε.
Κάποιος έκλεισε τη φωνή.
ΔΥΟ Η ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΓΙ ΑΥΤΗΝ
ΕΧΩ ένα κατεδαφισμένο ναό ανάμεσα στα δόντια μου: Η μνήμη της γλώσσας. Τα φιλιά – σπασμένα μάρμαρα. Μουτζουρωμένα. Κάρβουνο ζωγραφικής. Ο χρόνος σιγά σιγά τα μαυρίζει. Το μισό μου πρόσωπο είναι από χαστούκια. Το άλλο μισό περιμένει αυτό που δεν θα ξεκινήσει ποτέ.
Καλημέρα σας. Κοιτάζω για τους άλλους που απευθύνεται το σας – είμαι μόνο εγώ. Χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό λες και είναι το ποίημα της Δημουλά. Δεν μπορείς εύκολα να δικαιολογήσεις τέτοια απόσταση. Η απόσταση εξαρτάται από τη στάση. Που δεν είναι γεμάτη προσωπικές διαψεύσεις.
Φωτισμός χαμηλός. Μια ανυπεράσπιστη σιωπή. Στο άγγιγμα των ματιών, μένεις. Είδα μπροστά μου το δέρμα της να ανατέλλει. Να μεγαλώνει μέχρι το δωμάτιο. Ύστερα να μην μπορεί να αντέξει την εξέλιξή του. Ένιωθε απ’ την έναρξη την ανάγκη της λήξης. Το τελευταίο σφύριγμα δεν βρίσκεται απαραίτητα στο τέλος. Η αρχή είναι εκείνη που καθορίζει τη σημασία των πραγμάτων. Η αλήθεια της αρχής. Το τέλος απλά την επιβεβαιώνει.
Θα την γεννούσα. Νύχτες ολόκληρες ζέσταινα το έμβρυο, πέρναγαν μέσα μου οι επιθυμίες του. Κατάφερε να μην γεννηθεί. Φοβόταν το ουσιαστικό. Έγινε ρήμα. Ερώτηση. Αγωνία για την οριστική κατάληξη. Θα μου κάνεις κακό;
Στο «Αρσενικό-Θηλυκό» ο Γκοντάρ φωνάζει: «Οι ιδέες που δεν είναι τίποτε, είναι υπεύθυνες για τα πάντα, ενώ τα συναισθήματα που είναι τα πάντα, δεν είναι υπεύθυνα για τίποτε». Κρίμα. Πολύ.
Στα συναισθήματα, έκπτωτη. Αυτό το βασίλειο δεν της ανήκε ποτέ. Άδειος θρόνος. Άδειος. Ρόλος. Για να παίξεις την Μπλανς Ντιμπουά πρέπει να είσαι η Βίβιαν Λι. Ή τουλάχιστον η Ιζαμπέλ Υπέρ.
Πάνω στο κομοδίνο, ένα μπουκάλι. Γεμάτο μισό νερό. Έκανα πρόσθεση, φοβόταν το ένα. Έτρεμε. Και διαιρούσε. Το πηλίκο το κάρφωνε στο παρκέ για να μπορεί να το πατάει. Όσες σταγόνες κατάφερα να κλέψω τις κατάπια. Να θυμάμαι να μην διαιρώ. Να θυμάμαι.
Η απραξία σκοτώνει την δυνατότητα. Αποκλείει εκείνο που θέλει να είναι παρών.
Πώς μπορείς να είσαι παρόν αν το παρελθόν σε τρομάζει; Κάθε στιγμή της ζωής μας είμαστε αυτό που είμαστε λόγω αυτού που έχουμε υπάρξει. Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος καθορισμού της ταυτότητάς μας είναι αποτυχημένος. Σαράντα δυο τοις εκατό ποσοστό αποτυχίας. Σαράντα δύο ετών. Κρυμμένων. Φορά μαύρα.
Με τον χρόνο μαθαίνεις πόσο έχει συμβάλλει ο άλλος. Πόσο μετράει η απουσία του για να γίνεις αυτό που είσαι. Μαθαίνεις να αγαπάς την προδοσία του ανθρώπου που σε καθόρισε. Το παρελθόν σού δείχνει τον τρόπο. Άλλωστε, μας προδίδει μόνο αυτός που μας αγαπά πραγματικά.
Στην Ακαδημίας, έξω από το πολιτιστικό κέντρο του δήμου, πάνω στον μαρμάρινο θρόνο του, ο Παλαμάς με κοιτάζει απελπισμένος. Ο αγκώνας του αριστερού του χεριού είναι ακουμπισμένος στο γόνατο, στηρίζει με την παλάμη του το κεφάλι. Μοιάζει με άγαλμα του εαυτού του. Σε όλες τις γυναίκες της ζωής του αναζητούσε μια Μαρία. Τη δική του Μαρία. Του έμεινε η «Ασάλευτη ζωή». Θέλω να φύγετε όλοι απ’ τον κόσμο και να μείνω μόνος μου, μου λέει.
Τα πράγματα δεν είναι πια παρά αυτά που είναι. Έχουν αφύσικα φανερωθεί. Όλα.
( ο τίτλος, από την ομώνυμη ταινία του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ )
ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
ΘΑ ΠΑΕΙ να δει πίσω. Να κοιτάξει τα πράγματα που άφησε να μυρίζουν στους τοίχους. Θα έχει φυτρώσει γκαζόν εκεί που περπάτησαν. Να μιλήσει στο φωτιστικό της κουζίνας, να το καθησυχάσει. Θέλει να πάει με το σώμα να δει εκεί που κατάγονται τα χρώματα. Χρώμα είναι ό,τι αθαύμαστο προεξέχει.
Βαδίζει αργά, αφήνει χώρο στο χάλασμα. Όταν ανοίξει την πόρτα θα τον βρουν τα μεσάνυχτα. Τα κλειδιά δεν ταιριάζουν. Χάδια. Σε βαθμό κακουργήματος. Αγκαλιές. Κρέμονται απ’ τις καρέκλες, σαν παλιά ελαιοτριβεία. Δεν θα μπει στην κρεβατοκάμαρα, εκεί μια κόκκινη θάλασσα. Εκεί, σταυροί – πιστεύεις στους χωρισμούς; Δυο χωριστοί.
Έχει περάσει καιρός. Φοβάται μη τον πετύχει ο θάνατος. Σκελετοί φυτρωμένοι στο χώμα. Κρασί, πετσέτες, για τα κόκαλα. Κασελάκι. Δεν θα μπει εκεί που το τέλος και οι τάφοι. Επέζησε.
Επαληθεύτηκαν τα λόγια που έλεγαν για τους λυπημένους, σαν συγκλονισμένοι χρησμοί έπεσαν και βάρυναν πάνω του. Αύριο 15 Αυγούστου, να πάει να ανάψει κερί.
Ξεκίνησε από πριν και με τον φόνο τον καταδικασμένο των ανθρώπων. Να κινηθεί προς αυτό που ονομάζεται ζωή. Αυτό το τρομαχτικό, θεόρατο θαύμα που να τολμήσει να ζήσει κανείς. Κλείνουν με τις παλάμες τα μάτια τους για να μην κατευθυνθούν προς τα κει που λέγεται ότι μυρίζει ζωή. Και τρομάζουν γιατί φορούν μαύρα για να υποκρίνονται το πένθος που στερούνται ζωή. Τρομαγμένοι να κλείσουν γρήγορα τις χαραμάδες, μην προλάβει και μπει αυτό που ονομάζεται ζωή.
Ξεκίνησε να κατευθυνθεί και μετέωρος. Απαγορευόταν να μπει εκεί που η αρχή του ήταν το τέλος. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τη ζωή. Ήταν η ανατριχιαστική αντανάκλαση μιας μεγάλης επιθυμίας. Δεν αρκούσε να σταθεί απέναντι στο καθρέφτη. Έπρεπε να τον σπάσει και να περάσει μέσα του. Να συναντήσει τα φαντάσματα που τον κατοικούν και να τα σκοτώσει.
Τον έσπασε. Έσπασε. Τα αίματα έκαναν μια λίμνη που μαζεύτηκε τρυφερά στα πόδια του. Κόκκινη λίμνη και την ήπιε, την άντεξε μέσα του να βάφει.
Μετά προσπάθησε να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες. Με σκεπασμένο το πρόσωπό του. Είδε την πόρτα να πέφτει, σαν σκηνοθετικό υλικό απ’ το «Dogville». Μέσα ο εσωτερικός χώρος άστραφτε σαν ράχη ψαριού.
Καθάρισε τα λέπια και άρχισε να βρέχει άπληστα βλέμματα. Ξεπατώθηκε το χρυσάφι τους, πάει. Σώθηκε απ’ το κοίταγμα και έπεσε σαν παλιά στέγη. Κατέρρευσε πάνω του. Την ώρα ακριβώς που είχε αρχίσει να έχει νέα του και ο ουρανός κατέβαινε να τον συναντήσει. Την ώρα που ήθελε τη ζωή ολόκληρη, να τιμωρηθεί.
Η διάρκεια του ονείρου βασίζεται σε ένα λάθος βλέμμα. Ο λάθος τόπος θα σταματούσε να είναι. Θα συσκεύαζε όλο το σπίτι στο μυαλό του να είναι κλειδωμένο. Να μη μπει ποτέ ξανά σαν ρίζα εκεί. Να μη μπει ποτέ ένα λάθος σπίτι στο μυαλό του.
Γι αυτό έσπρωξε την πόρτα. Και τα είδε όλα. Με ορθάνοιχτο πρόσωπο.
Είδε το σπίτι να λειώνει σε σταγόνες, σχηματίζοντας μια λίμνη. Κόκκινη, ανάμεσα στα λαμπαδιασμένα πόδια του.
Καμία νύχτα να μην χωρέσει. Αυτή την εικόνα.
Ποτέ.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ το τοπίο λέει ένα πράγμα. Λες και ανακοινώνει σαν βαρύτιμο έπαθλο την απελπισία του. Λες και υπενθυμίζει την ενοχή του σε ό,τι αντιγράφει την ιστορία του. Έμεινε να σκαλίζει αυτό που ονομάζεται τοπίο. Ούτε θρίαμβος, ούτε χρόνος. Οι ιστοί έχουν σπάσει. Το τοπίο επωάζει έναν μοιρασμένο θάνατο από μακρινές κραυγές. Και δέχεται. Το σμήνος των ανθρώπων, σκαρφαλωμένο. Στην οροφή της σάρκας του.
Βλέπω αυτό το πρώην τοπίο. Αυτή τη φωτογραφία τοπίου, απλωμένη να μαραζώνει. Είναι νύχτα. Τίποτε γύρω μου δεν υψώνεται. Κανένα πρωινό. Καθένας απ’ τους περαστικούς έχει τουλάχιστον τρία ονόματα. Το ένα εξηγεί το πρόσωπο, τα άλλα δυο τον προορισμό.
Προορισμός του τοπίου είναι ο αβοήθητος άνθρωπος. Το πλαισιώνουν ζωές. Οδηγημένες. Ζωές που μοιάζουν να τις ακούμπησε εκεί κάποιος ερασιτέχνης θεός για να κάνει την τελευταία του κίνηση.
Όλα στηρίζονται στην κορυφή ενός αυγού. Το αυγό είναι ψεύτικο. Για να μπορέσεις να αγκαλιάσεις το τοπίο πρέπει να είσαι ψεύτικος. Τεντωμένος, άσπαστος. Να χωράς το τίποτε. Αλλιώς, το τοπίο σε απορροφά. Σε κάνει ένα αόρατο, βυθισμένο σύμβολο. Μια άχρηστη ζωγραφιά στην άκρη.
Εγώ είμαι χθες. Κουβαλάω τα κεραμίδια μου για να σκεπάσω αυτό που λέει το τοπίο. Αν θέλεις να σώσεις το τοπίο, σκότωσέ το. Δεν φοβάμαι. Θα το γεννήσω ξανά. Είναι ο μοναδικός τρόπος για να το αθωώσω.
Προσθέτω τα μάτια μου πάνω του. Το διορθώνω. Σχεδόν μπλε. Θυμίζει εξώφυλλο λύπης, περασμένης δεκαετίας. Ξαναγράφω αργά τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Βαπτίζω τα όριά του. Το τοπίο χαμογελά.
Κοιτάζω αυτό το ξανά τοπίο, μετά. Και υψώνεται. Κάθε τι εξηγεί τη σημαντικότητά του και την εμφανίζει μπροστά μου. Έχουν εξαιρεθεί οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Η οθόνη είναι μοναδική. Τρέχουν νερά.
Η μουσική ποτίζει τα πλακάκια αυτής της αυτοσχέδιας κορυφής και την κάνει να δείχνει ακόμη ψηλότερη. Διέρχεται τις αιώνιες κλίμακες με δέος.
Είμαι μόνος σ’ αυτό το μέρος που μοιάζει με ύφασμα του εαυτού μου, μόνος σ’ αυτή την ευλογημένη περιδίνηση πριν την πτώση. Η πανοπλία μου έχει ανοίξει. Μέσα της μπαινοβγαίνουν πουλιά. Με γεύση καραμέλας.
Αυτό που λεγόταν τοπίο έχει χαθεί. Το πρώην τοπίο έσβησε. Τη θέση του έχει πάρει μια φωτογραφία. Ξαφνικά, όπως ανάβουν οι φωτογραφίες, το νερό αρχίζει και χαϊδεύει τα χαρακτηριστικά μου. Αναδύεται σιγά σιγά το περίγραμμα. Φωτίζεται. Μετά, το κυρίως θέμα. Η ουσία. Η αύρα.
Θα γεννηθώ ξανά με άφτιαχτο πρόσωπο. Στο προαύλιο αυτής της αιώνιας φωτογραφίας, να κουβαλήσω το τοπίο. Σα σαλιγκάρι. Εκεί είναι το μέλλον που θα αλλάξει τη γη. Στο αναμμένο αυτό τοπίο θα κατοικήσει αδιάλυτο το σμήνος των ανθρώπων. Και οι φυλές τους. Καθαρές.
Σκαρφαλωμένες, στην οροφή της σάρκας του.
2046
ΠΑΛΙΑ, όταν οι άνθρωποι είχαν ένα μυστικό, σκαρφάλωναν σε ένα βουνό, έβρισκαν ένα δέντρο που είχε μια τρύπα, ψιθύριζαν το μυστικό μέσα στην τρύπα και μετά την κάλυπταν με λάσπη. Με αυτό τον τρόπο φυλούσαν το μυστικό για πάντα.
Είδα το δέντρο, κάτασπρο από θυμό. Είχαν να το πλησιάσουν πολλά χρόνια. Με τα εντόσθιά του, σαν ανοιχτά. Κόλλησα το στόμα μου στον χρόνο. Ή ήταν δωμάτιο ξενοδοχείου; Πιστός και κρυμμένος. Σε μια μακρόσυρτη μνήμη. Τέσσερα νούμερα, σαν εποχές.
Υπάρχει μια πόλη που καταφεύγουν οι άνθρωποι για να βρουν τις χαμένες τους αναμνήσεις. Κανείς δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Η ζωή δεν σου φέρνει πολλές αντιρρήσεις αν καταφέρεις και κερδίσεις το παρελθόν σου. Επωμίζεσαι τον από μηχανής χρόνο, επιστρέφοντας σε μία εικόνα.
Κάθε κίνηση προς τα πίσω είναι ανακυκλωμένο αίμα. Τα δάκρυα είναι τα ίχνη του. Στάμπες που μεγαλώνουν ή μικραίνουν στα πίσω δωμάτια. Σαν σκαμμένες φακίδες.
Τα δάχτυλά μου μόνο να σ’ αγγίζουν μπορούν. Με μια ερεθισμένη θυσία. Σαν να εξέρχεται το φως από τις χαραμάδες του δέρματος. Απολαμβάνει την αποφυλάκισή του. Πάνω στο προαύλιο των χεριών μου, μια άσπρη επιδερμίδα. Ολέθρια χαλασμένη.
Πώς είναι όταν σκοτώνεις το φως; Το θάβεις στο στόμα σου και μετά απλώς κάνεις το σταυρό σου;
Κάλυψέ το με λάσπη. Θα βγει.
Εκείνες οι διεσταλμένες αναπνοές μας. Θα βγουν. Τύλιγαν τα κεφάλια μας, σαν σεντόνι. Στον έρωτα, σε διαλέγει ο θάνατος. Για να τον ζήσεις, πεθαίνεις. Κανείς δεν επιτρέπεται να τον κοιτάξει στο πρόσωπο.
Αν φυσήξεις το μυστικό του, θα έρθω. Να πανδοχεύσω τη λύπη μέσα σου. Μέσα σ’ αυτό το ίδιο αντίσκηνο που κάνει το σώμα τη μνήμη να επιμένει.
Μη βγαίνεις στον ήλιο. Θα χυθεί. Μείνε λυπημένη. Μείνε ανεπανόρθωτα σιωπηλή, αλλά περισσότερη.
Μετά, το τρένο. Από τη λακκούβα των ανθρώπων κατευθείαν στη κόκκινη θάλασσα. Εγώ θα επιπλέω εκεί. «Θα λάμπω ανάμεσα στις πληροφορίες» (1).
Θυμήθηκα πίσω. Την ασημένια πλατεία που δίπλωνε όνειρα. Τον βούρκο των αγκαλιών. Η μια μέσα στην άλλη, στολισμένη από τον φόβο. Του τέλους. Των στιγμών.
Οι άνθρωποι περπατούν έως ένα σημείο και χάνονται. Σαν τίτλοι παλιάς εφημερίδας που ξεπεράστηκαν απ’ τα γεγονότα. Όλες οι ειδήσεις τους, δεμένες από τις ρίζες των δοντιών. Και γυαλίζουν.
Έβγαλε έναν θαυμασμό και τελείωσε. Έζησε το πολύ για λίγο. Για να αποδείξει ξανά ότι αυτό που λερώνεις το αγαπάς περισσότερο.
Κάποτε ερωτεύτηκα μια γυναίκα. Φορούσε μαύρα. Μετά από λίγο εκείνη με άφησε. Πήγα στο 2046. Πίστευα ότι με περίμενε εκεί. Όμως, ήταν μόνο η μνήμη της.
Την ίδια δεν κατάφερα να τη βρω.
(για την ταινία του KarWaiWong, 2046)
(1) Γιώργος Χειμωνάς, Ο γιατρός Ινεότης, Κέδρος
ΑΠΕΝΑΝΤΙ
ΜΗ ΜΕ ΑΚΟΥΜΠΑΤΕ – λείπω – είμαι απλησίαστη άγκυρα καρφωμένη στη θάλασσα και λέω σιωπή, πάνω μου προσγειώνονται εκατομμύρια ελικόπτερα από νυχτερίδες, μιλάω αγκάθια πασαλειμμένα με αίμα – όλα μου τα δάχτυλα είναι βουτηγμένα στον ουρανό – βρήκα εκεί την πόλη να βυθίζεται μαζί σας, σαν παιδί πρόωρα γερασμένο, κίτρινη πόλη πέσε στα γόνατα, είχε διεκδικήσει τη μουσική κάποτε, την είχε θελήσει, τις απόμειναν τρεις σπασμένες χορδές κι ένας ενισχυτής χωρίς ρεύμα,
μόνο τα μάτια σου είχαν ρεύμα, ακουμπούσα εκεί πάνω τους εφιάλτες μου κάθε που ήθελα να πεθάνω, χρόνια τώρα ζούσα με τα μάτια σου κρεμασμένα στο στήθος μου, σε όλους τους κόσμους που έλειπες, άναβα το κεφάλι μου σαν λικέρ και έπινες από τις παύσεις, από τις ξηλωμένες ρίζες του σώματος, η σάρκα είναι ακορντεόν θλίψης σου έλεγα, μην το ακούς, αυτή η μελωδία μοιάζει περισσότερο με καντήλι γεμάτο κινούμενη άμμο, σέρνεται σαν επιδημία και μεγαλώνει τα γεγονότα, τα τεντώνει μέχρι να σπάσουν, ή να μπει το ένα μέσα στο άλλο και να χαθούν,
η ζωή αντιγράφει τον έρωτα, γι αυτό είναι ημιτελής, γι αυτό πέφτει, επειδή όλοι οι άνθρωποι πέφτουν σπαταλημένοι, σαν βροχή, και ο χρόνος τους βρίσκει λυπημένα δωμάτια, θα τον σκορπίσω αργότερα στα καταφύγια της πόλης, για την ώρα δεν πλησιάζομαι, εκτελώ ακόμα χρέη Σαββάτου με την ποινή της φωνής,
είδα κάποιες ζωές κάποτε που θύμιζαν επειγόντως ανάγκη, ήταν σημαδεμένες από υαλοβάμβακα για να μην εισχωρεί μουσική μέσα και τις αφαίρεσα από τις παγωμένες μασχάλες μου, μου το έδειχνε ο καιρός, μου το έλεγαν οι ειδικότητες της νύχτας,
εκείνη η ακόμα γυναίκα με τα περίπου μαλλιά πάνω στην κουνιστή πολυθρόνα της πλέκει με μανία τον θάνατο, φοράει τα γυαλιά της ανάποδα και σαν επιθυμία, κουνιέται μαζί με τα έπιπλα του σπιτιού, μετά έγινε Πάσχα απευθείας και κοκκίνισαν όλα, στο ξύλινο πάτωμα άρχισε να φυτρώνει αναπάντεχα έξοδος, όμως όλα τα ρολόγια έδειχναν πίσω,
δεν υπάρχουν άλλες ζωές να χαθούν, είπε ψύχραιμα ο άνθρωπος που είχε αντικαταστήσει τον εαυτό μου, bang bang he shot me down, ο πυροβολισμός ακούστηκε σαν αγάπη, bang bang, είναι ναρκισσισμός της συνείδησης όταν σκοτώνεις τον εαυτό σου για να τον στερήσεις απ’ τους άλλους,
στη μέση του δρόμου βρέθηκαν πεταμένες οι παλιές μου ιδιότητες, το απορριμματοφόρο τις προσπέρασε με ταχύτητα, σήκωσα τον ρόλο μου απ’ το πεζοδρόμιο, τον ξεσκόνισα προσεκτικά και περπατήσαμε ως το τέλος,
ποιος απ’ τους δυο είχε πεθάνει;
σε ξέρω εσένα, σε ξέρω, είπε,
************************************************************
![]()
11. «ΜΕΤΑ», 2012, εκδ. Απόπειρα, β’ έκδοση 2012, γ’ έκδοση 2017
Ένα τοπίο. Φρίκης. Καταργημένος ουρανός. Ο αφηγητής αφήνεται να λειτουργήσει ως δολοφόνος του, αλλά και ως απολογητής του. Υπάρχει μια υποψία ότι τελειώνουν οι λέξεις. Μαζί τους και οι άνθρωποι . Έρχονται από τις επόμενες Σταυροφορίες, για να πεθάνουν. Ο κόσμος χάνεται μέσα σε ένα πανίσχυρο μπλε. Εκεί αποδίδονται τα τελευταία χρώματα, με τιμές ήλιου.
Ο ποιητικός λόγος του «Μετά», ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, εξαντλεί όλα τα αναγνωρίσιμα σχήματα για να τα επανεκκινήσει από το σημείο μηδέν. Εκεί που υπάρχουν μόνο ερείπια μέσα στα ερείπια. Ένα σύμπαν πρώην ζωντανό, πρώην ανθρώπινο, πρώην σύμπαν. Εκεί, με οδηγό την θάλασσα που ξεπλένει, θα επανασυγκολλήσει το τοπίο, θα το τοποθετήσει πάλι σε χρονικό πλαίσιο.
Μια υπόθεση είναι. Ένας μεγάλος θόρυβος. Παρόλα αυτά, η αναμέτρηση με τη στιγμή πλησιάζει. Το «Μετά» δεν είναι παρά ένα τελικό ποίημα για την στιγμή. Μια δωρεά, εν ζωή, της θεάς λύπης – που είναι η θεά τέλος.
I.
βράδυ
όταν ο κόσμος
που έχω
ένα ζευγάρι παιδί
ο θεός
είναι νύχτα
καληνύχτα θεέ
μέχρι τότε
δεν είναι καθόλου εύκολο
κάτω
από κάποια καθόλου συνθήκη
καθόλου
αύριο
τώρα
αν
στην άλλη άκρη
της ζωής
η ζωή
σκουριάζει
σαν σύρμα
όσο μπορώ θα έρχομαι
από τις ξηλωμένες ρίζες
θα έρχομαι
απ’ τα φύκια
η θάλασσα
φεύγει
αλλά μας ανήκε
η ζωή μυρίζει ποδήλατα
κυλάει πάνω μου
τα πράγματα
ομοιοκαταληγμένα
και αιμορραγώ γλώσσες
στο γυαλισμένο παρκέ
μιλώ
αυτή την αποκλεισμένη
σιωπή εγχόρδων
αργά
σαν την οπισθοχώρηση
της χελώνας
ένα τανκ γλώσσα
πούδρα
στα πρόσωπα των νεκρών
έντερ
έντερ
έντερσαντμαν
η σύνδεση
απέτυχε
κανείς δεν μπαίνει εδώ
κανείς
II.
το ακαταλόγιστο σάλιο της θάλασσας
συνέχιζε
πάνω στα ξέφτια του κόσμου
και τα τρόμαζε
όλο τα τρόμαζε
σαν επείγον καρδιογράφημα
εντούτοις εγώ
καθ’ οδόν
δυο χέρια
χαλασμένης σιωπής
τα φυλάω ακόμα
για να αγκαλιάσω τον έρωτα
εντούτοις
εγώ
ένα πρόσωπο λάκκος
γεμάτος μελάνι
αναπόφευκτα καταπληκτικό
από μέσα του
αναβλύζει τυφλή
η αγία ειρήνη
σαν τρομερό ερπετό
περιέχομαι από χώμα
για να γεννήσω
το ενάλιο φως της νύχτας
σαν πληγή είναι
τρέχουν οι ρίζες του
παντού νηστικές
τα πλοκάμια του
με καρφώνουν
καμία ομιλία εδώ
χίαρ
να υπερασπίσει
ορφανή από νόημα
το αμετάδοτο άγγιγμα του αγγέλου
ανεπάγγελτος άγγελος
μια νύχτα
έκλεψαν τις προτομές μου
από τους κήπους της πόλης
οι άνθρωποι σημαδούρες
πηδούν
από τρύπα σε τρύπα
χαλούν τον καιρό
στις φτερούγες τους
σαν να μην έγινε ποτέ
ο άνθρωπος
η είσοδος στον άνθρωπο
αυτή η φωτιά
που μιλάει τη γλώσσα
σαν γυναίκα προς γυναίκα
είναι συνομιλία αίματος
III.
εδώ πια
είναι αργά
σ’ αυτό το
λιγότερο από αύριο
λερωμένο μίλι της γης
φυτρώνουν
αδαπάνητα απογεύματα
μετά
άφεγγα
μετά
άφωνα
ο κόσμος
όλος
σβηστός
κάτω απ’ τα ξύλινα πόδια μου
η φωτιά
διορθώνει τον κόσμο
ό, τι υπήρξε πριν τον άνθρωπο
θα υπάρξει ξανά
μπορεί
θα έρθω πάλι
περισσότερος από χώμα
για να φυσήξω
τα τελευταία καμένα σύμφωνα
στο λαιμό τους
θα έρθω
από τις νύχτες
που κανείς Θεός δεν εκτίμησε
με τα αυστηρά χέρια του
πιο ερωτευμένος με τον κόσμο
σύμφωνα και με τα ιστορικά δεδομένα
πιο θρασύς
απ’ τον ύπνο μου
πρόκειται
να έρθω υγρός
για να γεννήσω το άλλο
στο αίμα που προηγήθηκε
πρόκειται
να ενώσω την θάλασσα
στο σημάδι του ήλιου
που έμεινε ορφανός
περιμένοντας
υπομονετικά
τη σειρά του
****************************************************************************************

12. ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, 2013 εκδ. Σμίλη, β’ έκδοση 2017
Το ερώτημα της ζωής και της ύπαρξης ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με το τέλος του. Εκκινώντας από αυτό το τέλος και χρησιμοποιώντας ως καταχρηστικό φακό του την διατύπωση του Alain Badiou ότι ο άνθρωπος είναι μια αθάνατη ενικότητα, ο αφηγητής αυτού του — σαν τελευταίο — βιβλίου προσπαθεί να αναπλάσει έναν αποπλεύσαντα κόσμο από το δικό του μηδέν. Θέλει να παραστεί σαν μοναδικός μάρτυρας απογραφής του είδους που θα προκύψει, παρατηρώντας τα γεγονότα να συμβαίνουν. Από μια φλεγόμενη θέληση. Με τα μάτια να παραληρούν.
Υπάρχει μια τεράστια εμπλοκή της θάλασσας. Ένα γυναικείο ερωτικό πορτρέτο. Μια υφέρπουσα νεκροφάνεια. Το νερό θα γεννήσει, με τον δικό του εκλεπτυσμένο τρόπο, σαν πίδακας, τη νέα ζωή. Θα υπάρξει εκεί, ανεπανάληπτα, με αχρησιμοποίητη σάρκα. Θα προέλθουν πατημασιές αθώες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά. Και μέσα στην αμαρτία.
Τελικά η θάλασσα, από χτισμένος τάφος υγρός, θα σκαρφαλώσει σε απέραντη μονάδα ζωής, εξαγνίζοντας την υποκειμενική μήτρα. Η έκσταση θα γεννήσει επιθυμία. Η επιθυμία, ως παιδικό πείσμα, θα γίνει ο χορός μιας τραγωδίας που ολοκληρώνεται. Ο ανθρώπινος θρίαμβος θα δοθεί απ’ τη θάλασσα, αλλά και εντός της.
Το τέλος μπορεί να έχει συμβεί ήδη αλλού. Πριν.
Σημείο 1
Μετά ακούστηκε. Μέτρημα επιστροφής, διαφορετικό. Έπεφτε πάνω σε τσίγκο και με ακανόνιστο θόρυβο σα βροχή, ανέβαινε. Αλλά με μια απόφαση. Ήταν ένα χαρτί και έλεγε «ήρθε ο καιρός να χωρίσουν μέχρι θανάτου ο νους του ανθρώπου από το νου του κόσμου» (1). Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αν και ουδέτερου γένους, είχε μια θηλαστική ομορφιά που έτρεφε. Από το αυτί της κρεμόταν μια σημασία. Σαν πελώριο σκουλαρίκι ήταν και βάραινε και απ’ τα καλώδια έτρεχε ένα παχύρευστο υγρό που ήταν κάτι ανάμεσα σε καυτό και ομίχλη.
*
Σημείο 2
Έχει εγκατασταθεί μια λύπη ανάμεσα σε μένα και την γυναίκα. Και δεν αφήνει να δω, αλλά είναι η τιμωρία της. Αυτή η λύπη είναι το αποτέλεσμα της γυναίκας. Που συνεχώς βαραίνει και τώρα τα καλώδια σφίγγουν τον λαιμό της και αναπνέει αργά.
Όπως λάμπα είναι που σβήνει.
*
Σημείο 3
Από το στόμα της βγήκε βαρύς ένας προορισμός. Σαν παραμύθι έγινε εξημερωμένο. Αλλά και σαν εκθαμβωτική όραση. Την αρμέγουν τα μάτια μου. Υπάρχει σάρκα και φωτιά εκεί. Χωρίς θέμα.
Το θέμα κάνει τα μάτια να γερνούν.
*
Σημείο 4
Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος ράβεται πάνω στις κινήσεις της και τις σκεπάζει. Φλούδες πέφτουν από το πρόσωπό της. Από κάτω, ραμμένη σαν φόδρα, φεγγίζει μ’ έναν αισθησιασμό η εξειδίκευση. Θεωρείται η πιο εξελιγμένη μορφή και διαλύεται η καρδιά της πίσω απ’ τον κόσμο γιατί τον άφησε, και έμεινε ο κόσμος μόνος του, χωρίς είδος, έμεινε ο κόσμος χωρίς αυτό που θεωρητικά ήταν ο κόσμος, δηλαδή η καρδιά του. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος χωρίστηκε απ’ τον κόσμο με θόρυβο και έμεινε μόνο ο κόσμος.
Σημείο 9
*
Όταν η θάλασσα γίνει κόκκινη ο θεός φαίνεται πάντα πιο οικείος. Ή πιο ερωτευμένος με τον κόσμο.
Κινήθηκε έπειτα με το πορτοκαλί σώμα του, θρόισε και σκέπασαν πάνω του οι λέξεις, λευκά πουκάμισα. Ποτέ δεν υπήρξε κάτι παρόμοιο από τότε που ο καιρός τελείωσε, γιατί ήταν το λευκό που τυφλώνει και σε κάνει να βλέπεις τα πάντα με μουσική. Ποτέ δεν συνέβη τέτοια σφοδρή επίθεση, τέτοια επιδρομή του λευκού στο ανυπεράσπιστο σώμα. Το χαρτί αγκάλιασε τον κόσμο. Τον περιτριγύρισε με μια ελαφριά αγκαλιά που είχε το μέγεθος δέντρου.
Και ονομάστηκε αλλαγή.
Ακούγεται άραγε παντού αυτή η κρυφή λεηλασία; Διεπράχθη αθόρυβα, φριχτά, σαν άγγιγμα από θανάσιμο χνούδι. Τώρα όλα κοιμούνται κάτω απ’ το νερό και θέλω να φύγω φωτεινός. Θέλω να φύγω με τον θυμό όλων των θυμών που προκάλεσε το γεγονός της νύχτας. Λες και η μέρα αρνήθηκε την συνέπειά της. Λες και ό, τι είχε γραφεί πριν ήταν μόνο μια απρόσεκτη πρόβα που έσβησε στο βυθό για να μην αντικρίσουμε ποτέ το πρόσωπό της.
Σημείο 34
Ήταν σαν ουρλιαχτό ζώου που έψαχνε το κοπάδι του. Τους ζήτησε να παραμείνουν πορτοκαλί αλλά ένστολοι, ώσπου να μιληθεί η φωτιά των ανθρώπων. Ένα αηδιαστικό χαρτί χωρίς λέξεις συνέχιζε να καλύπτει αυτό που κάποτε ήταν δέρμα. Και ήταν παράσημο φρικτό.
Λέγεται πως υπήρξε αίμα. Και πως υπήρξαν σωθικά που τα έφαγε η αρρώστια. Και σαν θαύμα το αίμα υποχώρησε σε νερό και τα μάτια κόπηκαν. Και εχάθη ο κόσμος των ανθρώπων και ο πόνος τους.
Σημείο 45
Νόμισα πως την είδα μετά σε λάμψη. Τα πόδια της ήταν σβηστά απομακρυσμένα καράβια. Ακούστηκε ένα όνειρο μακρύ, σαν κατάρτι. Τα όνειρα είναι ακόμη εδώ. Υπάρχει ένα σπίτι και τα συναντάς πίσω απ’ το τζάμι που κάνει τα πρόσωπα να χαμογελούν. Έξω απ’ το παράθυρό του στέκει η ζωή με απορία – καθόταν εκεί βρεγμένη. Γιατί η ζωή θα συνεχιστεί μετά τα κείμενα και παρά τα κείμενα, αλλά εξαιτίας τους. Η ζωή θα συνεχιστεί γιατί καθόταν εκεί βρεγμένη.
Άκουσα τα κουμπιά απ’ το φόρεμά της να ανοίγουν. Πετάξαν πουλιά. Μπήκαν μέσα στα μάτια μου ενωμένα. Στερεώθηκαν εκεί χιλιάδες πουλιά σαν βελόνες μακριές και κοιτούν που καθόταν εκεί βρεγμένη.
Σημείο 50
Με αυτή την τρομακτική βεβαιότητα κινήθηκα. Και άκουσα το ποδοβολητό από πίσω μου των ανθρώπων που δεν φτάνουν γιατί είχαν πεθάνει νωρίς, αλλά συνέχιζαν να επιδίδονται σε έναν θάνατο αναρίθμητο, σαν θηριώδη. Ακολουθούσαν τον θάνατό τους αθάνατοι, οι νεκροί δεν πεθαίνουν άλλο.
Υπήρχαν παντού πατημένα κορμιά, σαν εμετός.
Σημείο 51
Πήρα τη γυναίκα που ήταν ο κόσμος από το χέρι και την οδήγησα. Την στέγνωσα, που σχεδιάζει και επιθυμεί ζωή. Έγινε ήλιος στο τέλος του διαδρόμου. Ο ήλιος γέννησε ήλιο. Ένας στρατός από ήλιους έκανε τώρα παρέλαση στην επιφάνεια της γης. Μικροί, κόκκινοι ήλιοι, σαν κραυγές ζωής δυνατές ανέτελλαν και έδυαν προς τα εκεί που ήταν χτισμένος ο κόσμος. Και συνεχιζόταν, όπως συνεχίζεται η ελάχιστη ροή αίματος σε έναν οργανισμό.
Ο κόσμος έγινε ο οργανισμός των ανθρώπων και οι άνθρωποι ο οργανισμός του κόσμου.
Σημείο 61
Ο φλοιός της γης δεχόταν ένα ισχυρό σήμα προς τα κάτω, σαν να υποχωρούσαν τα τοιχώματά του προς ένα κραδασμό ανεξήγητο κι ένας καπνός σηκώθηκε ισχυρός που έμοιαζε με τελική κρίση. Ο αέρας φυσούσε επιθυμίες. Εκατομμύρια λευκά αιμοσφαίρια σαν παγωμένες νιφάδες στερέωναν μπροστά στα μάτια μου ένα συρματόπλεγμα από ανθρώπινο χνούδι, και έπεφταν συνεχώς οι άνθρωποι, λέκιαζαν με τα κομμάτια τους την ατμόσφαιρα. Και εμφανίστηκαν δοκιμασίες τρεις που τις ήξερα και ήταν κατά σειρά: Αφθονία – Αντικατάσταση – Άλλο.
Σημείο 68
Όλο και κάποιος μουσικός θα περάσει με τη χαλασμένη σημαία του, που είναι η γυναίκα που ήταν ο κόσμος; θα με ρωτήσει, που πήγαν τα πρόσωπα; όλο και κάποια απάντηση θα περιμένει, όλο και κάτι να συμβεί, όμως δεν συμβαίνει τίποτα, μόνο το τίποτα μπορεί να συμβεί σ’ αυτή την μικρή στιγμή, σ’ αυτή την αισχρή καμπύλη του χρόνου το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι τίποτα, αυτό το αρπαχτικό τίποτα που περιβάλλεται από τίποτα, σ’ αυτή την εφιαλτική συγκυρία του ελάχιστου υπάρχει μόνο το τίποτα εξωραϊσμένο σε νερό, υπάρχουν σκιές, ρευματικές, από ποιόν αιώνα; ποιάς εποχής; υπάρχουν αγάλματα ενωμένα στο βυθό, ενώθηκαν όταν σταμάτησε η κανονική ροή σαν από λάθος του γλύπτη, και δεν φυσάει, πρέπει να φυσήξει λίγο.
Σημείο 78
Σημείο 82
Τυλίχτηκε έπειτα και το ζέσταινε σαν καινούργιο αυγό. Ρουφούσε τη γέννησή του με ακατάσχετη λαιμαργία και το κατάπινε. Φώτισε το τοπίο, ανοιχτό κόκκινο που σαν μητέρα το φρόντισε. Μόνο τα φαντάσματα κάποιων ανθρώπων έσερναν τις δειλίες τους κάτω απ’ το νερό με βαριές τιμωρητικές αλυσίδες. Θα αγωνίζονταν μπροστά στο άγαλμα ενός Ινδιάνου θεού για όσα δεν πρόλαβε η ζάλη του ήλιου πριν την σφαγή.
Πριν την ανοιξιάτικη επιπολαιότητα της θάλασσας.
Σημείο 88
Το παρελθόν εμφανίζει τον εαυτό του πέρα από τον οικισμένο κόσμο σε μια αδιανόητη επιστροφή και αναδύεται. Πλάι της τα αντίγραφα των ανθρώπων από μέλλον ακήρυχτο. Τα μάτια τους είναι στρογγυλά σφουγγάρια γεμάτα άχρηστη σκόνη. Δεν έχω αρκετό κόσμο μπροστά μου για να προλάβω.
Μετράω καλά. Μετράω ανάποδα.
Σημείο 89
Μαζεύτηκαν έπειτα σαν φίδι γύρω απ’ τα χνώτα τους ενωμένοι, και σιγά σιγά καταστάλαζε η μορφή τους από σταγόνες, γενναία. Την κάπνιζε ο ήλιος σαν ολόκληρο δέρμα αλλόκοτο και το νερό παραμέρισε. Άνοιξε σαν γκρεμός στα δύο. Ήταν ένα βουνό με υδάτινο τρίχωμα, κανείς δεν το είχε δει αυτό το κομμένο από τότε που ο καιρός τελείωσε, κανείς ποτέ δεν είχε δει τέτοια στεγνή ομορφιά ραντισμένη.
Είδα το βουνό σαν τεράστια αγκαλιά νερένια.
Σημείο 92
Μέσα στον κόλπο η φύση εχάριζε συνεχώς αποδείξεις ζωής και τις πότιζε το νερό. Τις χάιδευε με τις δαγκάνες του και τις φύτρωνε. Ξεκίνησε ο ανάποδος άνεμος. Ό, τι είχε συμβεί οδηγήθηκε σε άλυτη λήθη και σηκώνονταν σαν ευχές από άλλο σχήμα οι άνθρωποι, ένας ένας, γονιμοποιημένοι με θριαμβευτικό κόπο και εξαφανίστηκε εκείνος ο κύκλος που έγραφε το τέλος τους.
Τους κοίταζε η θάλασσα αποκαμωμένη που την θήλαζαν.
Σημείο 95
Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος φωτίστηκε. Οι μηροί της απλώθηκαν φουσκωμένοι και κύλησαν σαν καΐκι γύρω απ’ τα μάτια μου. Από το άνοιγμά τους προήλθαν πατημασιές χαμένες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά και μέσα στην αμαρτία.
******************************************************************
![]()
13. ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ, 2014, εκδ. Σμίλη, β’ έκδοση 2018
Τα τριάντα ποιήματα – γράμματα του παρόντος βιβλίου συνθέτουν, μαζί με τα τρία βιβλία που προηγήθηκαν, μια ενιαία και αδιαίρετη σάρκα, ολοκληρώνοντας έναν μεγάλο και δύσκολο κύκλο. Οι τίτλοι είναι μονολεκτικοί: επτά από αυτούς αποτελούν τα θανάσιμα αμαρτήματα και οι υπόλοιποι είκοσι τρεις, τον χαρακτηρισμό των ιδιοτήτων της γυναίκας που ήταν ο κόσμος. Εξετάζονται οι προθέσεις – όλες εμμονικές – πάντα σε σχέση με την οριστική τους κατάληξη. Επιχειρήθηκε να διατηρηθεί μια επιστολογραφική διάθεση που να ταυτοποιεί και να ακεραιώνει τον φόβο της ανασύστασης του ευκταίου. Ο χρόνος πραγμάτωσής του, όχι επτά ημέρες, αλλά τριάντα, ενός μήνα που έχει σχεδόν ταυτιστεί με την έλευση του καινούριου, εμφιλοχωρεί και αναδεικνύει το ρίσκο.
Μια ιδρυτική πράξη, σε βαθμό ανθρωπότητας. Από έναν. Η γυναίκα γεννάει τα γράμματα στον κόλπο της, σχεδόν εξαναγκασμένα. Σχεδόν πρόστυχα. Η διαρκής, ανόμοια θάλασσα. Το καταδικασμένο μιας άνοιξης που δεν υπάρχει. Η αβέβαιη συνείδηση της αγάπης. Ο τρόμος. Η απουσία του βλέμματος. Ο έναστρος τόπος, κενός. Μάταιος. Το ακατανόητο ρήμα ανακαλώ.
Μη κάνεις έτσι, μη φοβάσαι. Ένα βιβλίο είναι μόνο. Μια γρατζουνιά κόκκινου.
Όλος ο θάνατος είναι μετά. Υγρός. Χάρτινος. Αναπόφευκτος.
Η επόμενη γη θα είναι μόνο λογοτεχνία.
ΧΟΡΟΣ
Σε είδα πάλι να χορεύεις μπροστά μου
Σαν γυαλισμένο ποίημα στον τοίχο
Χαμένοι κόσμοι στο δύο
Έσταζαν οι γραμμές σου επίπεδα
Κάτω απ’ τις μασχάλες
Μόλις είχε ξυπνήσει το ζώο
Στις βαλίτσες σου η σιωπή
Οι λέξεις δικές μου
Με το μου και το σου
Να έχουν στο τέλος
Το ίδιο αβέβαιο ύψιλον
Του βυθού
Οι θηλές του στήθους όρθιες
Σαν παγωμένη φωτιά
Έκρυβαν τα επόμενα όνειρα
Μέχρι την ηλικία της λογικής
Μπορούμε να σχεδιάσουμε
Μια δολοφονία
Ή να αρχίσουμε μια θρησκεία
Είπα δυνατά
Επιβλέποντας από μακριά την απουσία σου
Ήμουν όμως πάλι
Ο μοναδικός που άκουγε
Ένα άγνωστο χρώμα
Έβγαλε ρίζες στα μάτια μου
Έπαιξε την εκτέλεση μου ξανά
Καθώς προσπαθούσα να διαρκέσω
Την υπόσχεση του νερού
Ακούγοντας τις στροφές μου
Να τελειώνουν
Εσύ ποτέ δεν ήσουν εδώ
Να πάρεις λίγο θάνατο
Να τον κρατήσεις σαν φίδι
Απ’ τη μέση
Όπως κάνουν
Οι χορευτές του ταγκό
Και μετά να χωρέσεις
Ολόκληρη λίμνη
Στην παλάμη μου
Μπορείς να κρατήσεις τα διαμάντια σου
Για να με προδίδεις κάθε μέρα
Έχω πληρώσει ήδη για τη σκουριά
Η σκουριά ποτέ δεν κοιμάται
Τις ώρες που το φως χαμηλώνει
Στους θαλάμους της νύχτας
Εκδικείται τη νοσταλγία της
Με αχόρταγο κόσμο
Το αμάρτημά σου από καρδιά
Χάνεται στη ντροπή
Κυλάει
Όποιο κι αν είναι το τέλος
Εγώ θα το σκοτώσω
ΟΡΓΗ
Στο μυστικό σου θάλαμο
Χωρίς το έκπληκτο φως της μέρας
Όλα τα ανώφελα βήματα
Γίνονται προσευχές
Ο ήλιος δύει στο στήθος σου ήρεμα
Με μια ανυπολόγιστη κεντητή φωτιά
Γεμάτη κόκκινες ρόγες και βιβλία
Στη μέση η θάλασσα παγωμένη
Άναυδα νερά
Πανηγυρικά στρωμένα
Σε οικογενειακά κειμήλια
Με επίσημη κουβέρτα
Ο πανικός απλωμένος παντού
Στις εγκοπές του λαιμού σου
Ο Μοντιλιάνι ήταν ή ο Μιχαήλ Άγγελος
Που στήριζε την κολώνα του ;
Ένα τιμόνι πλοίου
Με σημαδεμένες γραμμές στο ξύλο
Μετρά τις μέρες που έφυγαν
Τα έπιπλα όλα αποκαμωμένα
Κρεμασμένα απ’ τα μάτια σου
Σαν σκουπίδια
Τι να μου έλεγες άραγε σε κείνη τη φωτογραφία;
Δεν χαιρετούσα απλώς πνιγόμουν
Μου απαντά δυνατά η Στήβι Σμιθ
Αδύνατον να ρωτήσω τέτοια παρερμηνευμένη σιωπή
Τόσα αχρησιμοποίητα δάχτυλα
Οι παρωνυχίδες σου όλο μάτωναν
Απ’ τις λέξεις;
Από το σιδερένιο στόμα της Κυριακής;
Από τις πρόβες θανάτου;
Η περικεφαλαία της λύπης
Σαν καταραμένο οικόσημο στο κεφάλι σου
Μου φαινόταν λαθραία
Πάντα μου φαίνονταν λαθραία
Τα πράγματα που δεν καταλάβαινα
Κάποιος την είχε περάσει κρυφά απ’ τα σύνορα
Και την εκτελώνισε πάνω σου με βία
Ποτέ σου δεν κατάφερες να υπολογίσεις
Το βάρος μιας φρίκης
Ήσουν κακή στα μαθηματικά
Την έβδομη μέρα
Περπάτησες μέχρι την άκρη
Στις άγνωστες πόλεις των παιδιών
Οι αρτηρίες σου είχαν σπάσει
Έφτασες κάπου που δεν υπήρχε αλλού
Ασυνήθιστη με τους χρόνους μπερδεύτηκες
Ανάμεσα στον Παρατατικό και τον Ενεστώτα
Ξεχνώντας το Μέλλοντα να αχνίζει
Σαν υγραέριο
Κάτω απ’ το κομοδίνο σου
Άφησες τα ποιήματα σε μένα
Και έσβησες το φως
Στον ύπνο σου βάλε και το δικό μου θάνατο
Με καθαρά σεντόνια
Αύριο θα μαγειρέψω εγώ
Ανύπαρκτους θεούς
Υποβρύχια δέντρα
Και ερωτευμένες πατάτες
Που σου αρέσουν
ΚΙΝΔΥΝΟΣ
Έχουν περάσει τριάντα δυο χρόνια
Άλλο ένα και θα γινόταν ο χρόνος Χριστός
Ακόμη νιώθω τη Σταύρωση
Ανεβαίνει και κατεβαίνει η δύναμη μου
Πάνω στο ξύλο
Από ποια καρδιά να σε πιάσω
Για να μη ξαναφύγεις ποτέ;
Μπαίναμε νικητές στις πόλεις
Χορταίνοντας όρια
Βγαίναμε με τον ήλιο στην τσέπη
Διπλωμένο στα δυο
Κανείς δεν πρέπει να είναι άδικος με τον ήλιο
Σου έλεγα να υπόσχεσαι το λίγο
Για να έρχεται το πολύ
Να ενώνει τις βίδες των λέξεων
Υποσχόσουν το πολύ
Και ερχόταν το λίγο
Μέρα με την ημέρα λιγόστευε
Ανάλογα με τη διάθεση της νεράιδας
Κάτω απ’ τα πόδια μας έχασκε το κενό
Ήταν ιλιγγιώδης ο κίνδυνος
Να χαθούν γράμματα
Κάποια ψίχουλα έμειναν μόνο
Αυτά που μάζευα απ’ το χαλί
Με τα δόντια μου
Στο κυνηγημένο δωμάτιο
Που κάποτε ήταν η λεκάνη του κόσμου
Από εκείνη τη λεκάνη
Με τα νερά αχλαδιού
Και τους σταματημένους Ινδιάνους
Κανένα λευκό δεν έμεινε στη θέση του
Γύρναγα το βλέμμα μου
Και αντίκριζα την κουκούλα
Από κάτω ένα σωρό λαθρεπιβάτες
Ο λύκος έχει μεγάλο παράπονο από σένα
Δεν χαμογέλασες ποτέ μπροστά του
Κάποτε έγινε φίδι και τυλίχτηκε
Γύρω απ’ τον μεσημεριανό μας λαιμό
Το πάτησα μια φορά
Και γλίστρησα πάνω στο δέρμα του
Οι σάρκες ήταν κολλημένες
Και τα μαλλιά σου είχαν αρπάξει φωτιά
Ή ήταν τα μαλλιά σου κολλημένα
Και οι σάρκες είχαν αρπάξει φωτιά;
Ένα παράλογο τέρας με κυνηγούσε τις νύχτες
Κάθε βράδυ πέθαινες μέσα στο ρολόι μου
Κάθε πρωί ξυπνούσα με την αγωνία του χρόνου
Το αγαπημένο μου αμάρτημα ήταν η άκρη
Την άπλωνα σαν κερί πάνω σου
Πάλι ξοδεύοντας τα ήδη ξοδεμένα
Ενώ η σκιά στον τοίχο με τρόμαζε
Άλλαζε τα δαχτυλικά σου αποτυπώματα
Και κρατούσε ψαλίδια
Έγινε η σκιά σου
Γαλάζιος διαρρήκτης
Που φορούσε γάντια
Για να μην τον αναγνωρίσω
Περιμένω τώρα να δω
Στο χαλασμένο κρεβάτι
Με τα ξωτικά χορτασμένα τριγύρω του
Από άγια ηδονή
Το παλιό γενετικό όνειρο
Να ξεπροβάλει απ’ τις στάχτες του
Ή να βουλιάζει οριστικά
Στην κουλουριασμένη λάσπη
Μια οφθαλμαπάτη του κόσμου
Όπως εσύ
Δικαιούται λίγο περισσότερο χρόνο
ΣΑΡΚΑ
Όσο και να σε πείνασα τα προηγούμενα χρόνια
Δεν ήξερα πως υπήρχες
Με αβέβαια στην αρχή δάχτυλα
Στην άκρη κομμένα
Ζητούσα να επικυρώσω
Την Κριτική του καθαρού λόγου
Ο Καντ δεν θα μου συγχωρούσε ποτέ
Τους αψεγάδιαστους κρυστάλλους
Που έλαμπαν γύρω απ’ τη μέση σου
Σαν φυλαχτά διαφορετικής θάλασσας
Ακόμη χαμένης
Δεν ξέρω αν υπήρξες
Αν περπάτησες κάποτε μαζί μου
Στο συνέδριο των τυφλών
Με το ρίσκο του ισορροπιστή
Σαν ιέρεια μιας χαμένης φυλής
Αναζητώντας λαίμαργα επιφάνειες
Δεν ξέρω αν μπήκα ποτέ
Στο λαβύρινθο των αυτιών σου
Στη λεπτή τροχαλία του αφαλού
Στον απόκοσμο διάδρομο της γλώσσας σου
Με το άνθος του σάλιου
Στα λίκνα των γεννητικών σου οργάνων
Στον ακίνητο διάκοσμο της μύτης σου
Μέσα στις θυελλώδεις μασχάλες
Που προετοίμαζαν το κορμί
Στους πόρους απ’ τα σημάδια του δέρματος
Ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών σου
Δεν ξέρω αν χώρεσα ποτέ πίσω
Στα περίχωρα του όρους των προσευχών μου
Αν έγινα για λίγο συνηθισμένη σταγόνα
Στα τζάμια σου
Σχέδιο για την αναπαράσταση ενός κράτους οργάνων
Με κατάλευκα καύσιμα
Εκείνη την εποχή ακόμη πίστευα
Στη θεωρία της αφομοίωσης
Ζηλεύω τον κόσμο που αιμορράγησε στις πατρίδες σου
Τα φώτα που είδαν για πρώτη φορά
Το στήθος σου γυμνό
Ζηλεύω το γάλα που έτρεξε απ’ τις ρώγες σου
Χωρίς χρόνια
Το περιοχεύω
Το στολίζω στο στόμα μου
Με λιγότερη μέτρηση
Τις θάλασσες που ωρίμασαν στα μαλλιά σου
Αχάριστες
Με χορτασμένο πόθο
Σαν εγκαταλειμμένο ποίημα
Ακόμη αναμμένο
Τώρα που έχεις τα δικά σου ποιήματα
Οι λέξεις έχουν σβήσει
Θέλω να σε ιδρύσω απ’ την αρχή
Με ακάθαρτα χνούδια
Μέσα στα πρόστυχα χώματα
Του κορμιού σου
Γνωριζόμαστε τόσο καλά
Που υποφέρουμε την ίδια εικόνα
Ο λόγος είναι πάντοτε σάρκινος
Όχι όπως το έγραψε ο Ρίτσος
Αλλά όπως το άφησε ο Χειμωνάς
Διαμελισμένο σώμα
Με τις λέξεις στον ιατρικό θάλαμο
Και τη βοήθεια οξυγόνου
Τον έδεσα βραχιολάκι σφιχτά στον καρπό σου
Για να με προδίδεις κάθε μέρα
Δίπλα σου η Σαχάρα καιγόταν
Δεν έχω βρεθεί ποτέ μου σε έρημο
Μα αν είναι να ξαναγίνει
Πάρε μαζί σου εκείνο το ροζ πλαστικό μπουκάλι
Με το όνομα Μέριλιν
Να μου βρέχεις λίγο το μέτωπο
Δεν αντέχω άλλο
Αυτές τις θερμοκρασίες
Θυμάσαι την πρώτη ταινία μας στον πεζόδρομο;
Απέναντι η Ακρόπολη θερινή
Περίμενε την καρυάτιδα που έλειπε
Στη Θησεία έπαιζα βέβαια εγώ
Αλλά ήταν με ύψιλον
Και το κανονικό γιώτα στο τέλος
Έχω αφήσει την τσίχλα στα κάγκελα
Να πας να την πάρεις
Δεν υπάρχει επόμενος ήρωας
Όλοι οι άγγελοι
Είμαι εγώ
ΔΙΑΚΟΠΗ
Ο καιρός ξετυλιγόταν αργά σαν ζαριά
Κι εγώ αφαιρούσα τα αγκάθια στα δάχτυλά σου
Από μακριά
Από τότε που ξεκίνησε αυτός ο εμφύλιος
Τα αγκάθια φύτρωναν σίγουρα
Λες και τα γεννούσε το δέρμα
Θυμάσαι εκείνη την ελαφρόπετρα;
Σου έτριβα τη φτέρνα στην άμμο
Να φύγει το νεκρό δέρμα
Ήξερα από τότε
Ότι σε κυνηγούσαν τα ανείδωτα
Σαν οιμωγές
Από παλιές φυσαρμόνικες
Και χαλασμένους αγγέλους
Σκορπούσες τον ύπνο μου στο γρασίδι
Τυλιγμένη σε έκπληκτες γάζες
Κάνεις όλα τα ανθρώπινα σου είπα
Εννοώντας ότι η κανονικότητα
Δεν μας ταιριάζει
Εσύ μαλάκωνες τον ήλιο
Με τον αντίχειρα
Για να αντέχει η εξαφάνιση
Γύρω σου ο χορός των ερπετών
Αποκτούσε μια ποικιλία
Βαμμένες ανήλικες σαύρες
Ανέβαιναν σαν κοριτσόπουλα
Σε γρήγορα ύψη
Εκεί που κουδουνίζουν όλοι οι θάνατοι μαζί
Απλωμένοι σε σύρματα
Μόνο η θάλασσα στο μπαλκόνι
Μπορεί να θυμηθεί τις παγίδες
Ό, τι κατέρρεε ήταν σπίτι
Ό, τι γεννιόταν ξανά ήταν νερό
Ένας αδένας ζωής
Χτυπούσε ανεξέλεγκτα κάτω απ’ τις φλέβες σου
Και έσβηνε γαλάζιος
Μέσα στις καμινάδες του ήλιου
Φίλησα το λύκο στο στόμα
Και του πήρα τη γλώσσα
Βέβαιος ότι είχα κλέψει το φως
Εκείνος ο διακόπτης
Που πήρε τόσα χρόνια να ανάψει
Καίει τώρα ασυνήθιστα γενναιόδωρος
Άδειος μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο
Ασυνήθιστα παιδικό
Μιας άδειας επαρχιακής πόλης
Μη μου εύχεσαι από τώρα
Θα μιλήσουμε
ΣΠΙΤΙ
Είσαι στον καναπέ και με κοιτάζεις
Μια πορτοκαλί κουβέρτα
Σκεπάζει τα γόνατά σου
Έχεις μαζέψει τα στολίδια
Αλλά άφησες τα φωτάκια αναμμένα
Για να βλέπεις καλύτερα
Την ηλικία του φόνου
Κόβεις στιγμές και τις τακτοποιείς
Σε μικρά συρτάρια ζωής
Που αναπνέουν ακόμη
Θα περάσουν όλα μου λες
Και το σπίτι γεμίζει ξαφνικά
Διπλούς έρωτες
Κατάπληκτα μέλη
Δέρμα σε κρίση
Τα μάτια πουθενά
Δεν υπήρξε ποτέ ο κόσμος
Μόνο η ανάμνησή του σε ένοιαζε
Όπως ο βετεράνος
Τον πόλεμο που δεν έζησε
Έχεις παρκάρει ένα μπλε ξεβαμμένο αεροπλάνο
Μέσα στο σαλόνι
Και κάνεις μοντάζ στο μαζί
Έκοψες τα καλύτερα πλάνα
Για να μοιράζονται τα θανάσιμα αμαρτήματα
Από τρεισήμισι στον καθένα
Η λαγνεία
Είναι ούτως ή άλλως κοινή
Κανένα μέλλον δεν έφυγε από δω
Αδειάζεις βενζίνη παντού
Και ετοιμάζεις σπίρτα
Να εξαφανιστεί
Η ανθρωπότητα που επέζησε
Ο κόσμος είναι γυναίκα μου λες
Σε εφτά δανεικές συνέχειες
Έχουν προβληθεί μόνο τα τέσσερα πρώτα μέρη
Σε λάθος μετάφραση Ιοκάστης
Η αλήθεια στα μάτια σου είναι ξεραμένη
Ένας άχρηστος χάρτης
Στα πόδια σου το ρυάκι
Κυλάει διστακτικά
Φτάνοντας κουρασμένα
Μέχρι το πάτωμα
Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω μου λες
Αντιστρέφω το δέντρο
Η αδύνατη θλίψη σου
Η αβάσταχτη ευτυχία σου
Πάλι εμείς
ΑΙΜΑ
Ήθελες να εξηγήσεις το νόημα
Σ’ ένα ακατόρθωτο σύμπαν
Και αποσύρθηκες
Με τα πλησιέστερα πρόσωπα
Μιας τέτοιας συνοδείας
Ενώ το φίδι
Ένευε κατευναστικά
Στην απάτη
Ίσως το πήρες και αγκαλιά
Εκείνες τις πρώτες νύχτες
Για να αντικαταστήσεις
Τον κόσμο που έλειπε
Με επείγον δέρμα
Το δηλητήριο στην αρχή είναι γλυκό
Μουδιάζει ο θάνατος
Ήμουν εκεί όταν άλλαζαν τη δοσολογία του
Τις ώρες που η πραγματικότητα
Δεν υποχωρούσε
Όχι για το μέλλον
Δεν υπάρχει κανένα μέλλον
Στους νεκρούς
Αλλά για να μη μένει η καρδιά
Μόνη της
Δεν είναι ανάγκη να σκέφτεσαι τον Βαν Γκογκ
Ή την κυνηγετική καραμπίνα του Χέμινγουεϊ
Δεν χρειάζεται ούτε η τραγωδία
Που έζησε ο Νίτσε
Στο αρχαίο νησί Νάξος
Μετά την προδοσία της Αριάδνης
Είναι ανυπόφορο να είσαι ο Αρτώ
Και να μην μπορείς να κατευθύνεις τους ηθοποιούς σου
Στο θέατρο της σκληρότητας
Επειδή ο Λακάν στο άσυλο
Άλλαξε χέρια
Καμιά φορά σε βλέπω
Κατεβαίνεις το δρόμο προς το βιβλιοπωλείο
Με όλο τον εγκόσμιο φόβο σου
Για να με συναντήσεις
Φοράς το χακί φόρεμα
Τα τελευταία δυο κουμπιά ανοιγμένα
Σαν ερωτευμένες βεντάλιες
Έχω μικρύνει τόσο πολύ
Που δεν με βλέπεις
Μια τέλεια απομίμηση του εαυτού μου
Σκουπίζω τη σέλα της μηχανής
Για να ανέβεις
Μαθαίνω να μιλάω στα δάχτυλα μου
Μετά τα κόβω
Και τα βάζω για ύπνο στον κόλπο σου
Με άγνωστα όνειρα
Γράφω
Γιατί δεν μπορεί να συμβεί τίποτε άλλο
Εκτός από αυτό
Το αίμα
ΖΩΗ
Όταν τελείωσε ο κόσμος ήσουν εκεί
Με τις κόκκινες πέτρες σου
Τον τοποθέτησες αποφασισμένη στον κόλπο σου
Ένας μικρός σφαιρικός κάλυκας
Λιγότερο βέβαιος από σένα
Και τον κατάπιες
Με ανάρμοστη λαιμαργία
Αποθήκευσες εκεί
Μέσα στο ακέραιο φύλο σου
Το άγαλμα ενός Ινδιάνου μάγου
Ένα χρυσαφένιο παιδί
Τις καμπάνες που έλειπαν
Τη ζάλη του ήλιου πριν τη σφαγή
Και τον απαραίτητα αθώο φαλλό
Που περίμενε αχρησιμοποίητος
Στο πίσω μέρος της πόλης
Ένα μπαλόνι ζωής φούσκωνε στην κοιλιά σου
Σαν ηλεκτρικός κατάσκοπος
Που φοβόταν να φανερωθεί
Τα νερά του πλακούντα
Τα μεγάλα νερά εκείνης της θάλασσας
Έκαναν το γύρο των ματιών μου
Όρθια σφιχτά στήθη
Προδομένα από απελπισία
Αφαίρεσες τα βάσανα
Από τις Ελληνικές τραγωδίες
Σκαρφαλώνοντας μέχρι το στόμα μου
Για να κυοφορήσεις σωστά
Μετά παραβρέθηκα στη συνέλευση κάποιων θεών
Και μου είπαν να εφεύρω τον καινούριο νόμο
Έπρεπε να προλάβω το ατύχημα
Με την αγωνία του νερού που αντέχει
Άγγιξα το μπούτι της και ο θάνατος χαμογέλασε
Μέσα από το σκισμένο ύφασμα
Όταν γεννήθηκε ο κόσμος ήμουν εκεί
Μεγάλωνα τη ζωή του
Ανάμεσα στο καλό και στο κακό
Για να σε κάνω αθάνατη
Έκοψα το λώρο
Για να μείνουμε οι δυο μας
Να μετρηθούμε
Με το νέο πολίτευμα
Έκανες ένα βήμα πίσω
Δυο βήματα μπροστά
Ένα πίσω
Αν χαθείς τώρα
Θα πάρω τον τελικό φόνο σου
Θα τον κολλήσω στη γλώσσα μου
Με τα χνώτα του αυτοκράτορα
Κρεμασμένα από ένα πράσινο φίδι
Και έτι καθ’ υπερβολήν
Οδόν υμίν δείκνυμι
Μην κάνεις έτσι
Μη φοβάσαι
Ένα βιβλίο είναι μόνο
Μια γρατζουνιά κόκκινου
Όλος ο θάνατος
Είναι μετά
Η επόμενη γη
Θα έχει μόνο λογοτεχνία









