Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 – 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα metro με θέμα το βιβλίο και την τριετία 2008-2011 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός των άλλων και την στήλη “Νύχτα είναι, θα περάσει”. Για τρία χρόνια δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή “Ολομόναχοι μαζί” που είχε σαν θέμα καλεσμένους από τον χώρο της λογοτεχνίας και του πολιτισμού γενικότερα, με έμφαση ιδιαίτερα στη μουσική. Κυκλοφορούν 25 βιβλία του εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα. Από τους ποιητές θεωρείται πεζογράφος και από τους πεζογράφους, ποιητής.

Η παρούσα Ανθολόγηση γίνεται με την επιμέλεια του συγγραφέα

 

 

1. ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ, 1983, εκδ. Βασδέκης (ακολουθούν πολλές επανεκδόσεις, μέχρι σήμερα, χωρίς να ονομάζονται)

“Ένα οργισμένο σχόλιο πάνω στην πεζότητα της καθημερινότητας, μικρά πεζά που κρυφοκοιτάζουν την ποιητική φόρμα, διατηρώντας την γνησιότητα και τον αυθορμητισμό μιας κραυγής διαμαρτυρίας σε πρώτο πρόσωπο, που βάλλει εναντίον όλων όσων μεταβάλλουν τις ζωές μας σε κόλαση. Ο Θωμάς Γκόρπας γράφει για το “Διαμελίζομαι”: “Είναι οι διαστάσεις, το χρώμα και το ύφος της σύγχρονης ερημιάς που αναπαριστάνει ο ποιητικός λόγος. Η αληθινή ποίηση έκανε πάντα το ίδιο: Πολύ απελπισμένη, μπορούσε να ελπίζει. Και μπορούσε να ελπίζει, γιατί μπορούσε να δει πέρα…”

***

10

Σε ψάχνω ακόμα.

Ψηλαφιστά, στους τέσσερις τοίχους μπουσουλώντας, σε κρατούσα στο χέρι, δεν μπορεί να μ’ αφήσεις και συ, δεν είναι δυνατόν να πέταξες για ζώνες τροπικές, μονάχα οι γλάροι μπορούν και χώνονται στα σύννεφα και συ γλάρος δεν είσαι.

Ξέρεις, να, δεν μπόρεσα, ήθελα να στο πω, τελικά δεν χωράω, κατάλαβέ με, παντού ξεχειλίζω άσπρος αφρός και χύνομαι στο πάτωμα, δε μένω στο ποτήρι.

Παραιτούμαι, συγγνώμη, παραιτούμαι, γιατί δεν κατάλαβα πως ο σκαντζόχοιρος όταν τον πλησιάζεις, πετάει έξω τα αγκάθια του και κρύβει το κεφάλι και τι φοβάται ο άνθρωπος και πνίγει τον αυθορμητισμό του κι οι επικοινωνίες έγιναν γέφυρες γκρεμισμένες,

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

τον διαχωρισμό δημοκράτης-φασίστας, όλοι φασίστες, στην οικογένεια, στην παρέα, στις ιδέες, στη σεξουαλική σχέση, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια δημαγωγούν, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, κρύβουν τ’ αληθινά τους πρόσωπα και ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., γυρνώντας σπίτι, πλακώνουν στο ξύλο το παιδί τους και δεν ξεχνούν πριν κοιμηθούν, να γελάσουν με τις σφαγές των Πολωνών, βουλιαγμένοι στο πανάκριβο σαλόνι τους, απέναντι στους παραμορφωτικούς φακούς της έγχρωμης, ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., παραιτούμαι, να προσέχεις τον εαυτό σου, λυπάμαι, δεν κατάλαβα δυστυχώς πότε πρέπει να ελίσσομαι και πότε όχι, είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως στις πουστιές,

το παραδέχομαι, απέτυχα

παραιτούμαι, αφήστε με, παραιτούμαι

και δεν κατάλαβα γιατί λένε τρελούς αυτούς που αντιστέκονται

αυτούς που διατηρούν τα φυσικά τους ένστικτα

και λογικούς αυτούς που σκύβουνε το κεφάλι

και υποτάσσονται αμαχητί

να μου το εξηγήσει αυτό κάποιος παρακαλώ

τώρα που φεύγω

κι ο ήλιος μου δύει ακίνδυνος

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

το φριχτό γέλιο των ανθρώπων και τα φουσκωμένα από υπερηφάνεια στήθη πάντα με γέμιζαν με μια αίσθηση κενότητας, μελαγχολίας, σαν κάτι να έλειπε απ’ τον κύκλο της ζωής, σαν κάτι νάχε χαθεί, κάποιο πολύτιμο πετράδι που να κλέφτηκε, τώρα που το σκέφτομαι σοβαρά, η ντροπή, ναι η ντροπή, γι αυτή λέω, αυτή έλειπε απ’ το γέλιο, απ’ τη φρίκη, απ’ τα στόματα, απ’ τις καρδιές, απ’ τις σκέψεις, η ντροπή για τις αποτροπιαστικές πράξεις και τις ψυχρές δολοφονίες,

συγγνώμη, συγγνώμη, δεν κατάλαβα, παραιτούμαι,

την αξία του πτυχίου δεν συνέλαβα,

αναλφάβητος, αμόρφωτος, παρηκμασμένος,

έμεινα δίχως Πανεπιστημιακή βεντούζα να επικυρώσω τις γνώσεις μου, η επικύρωση, το λαδόχαρτο, η υπογραφή, να τι μετράει σήμερα, να τι έχει σημασία, όλη μας η ζωή μια επικύρωση πράξεων, μια αλχημεία, συνονθυλεύματα σφραγίδων, πιστοποιητικών, αιτήσεων, βεβαιώσεων, υπογραφών, χαρτιών που μας πνίγουν,

έμεινα αγράμματος, παραιτούμαι, λυπάμαι,

να προσέχεις τον εαυτό σου, δεν κατάλαβα,

στα τραγούδια τους τις μελωδίες παρερμήνευα κι όταν μιλούσα ακατάληπτος, άχρηστα λόγια για φεγγάρια που μπανιαρίζονταν στο σεληνόφωτο και φράσεις ασυνάρτητες για πεταλούδες ταξιδιάρες που έπαιρναν σε κήπους μελαγχολίας, όρκους αιώνιους με Καφκικούς αφορισμούς, φυτά- επαναστάτες, κι έλεγα φθινόπωρα έκστασης πως υπάρχουν στα χρωματοσώματα της Τέχνης αιωρούμενα, τρελός, τρελός,

δεν κατάλαβα, λυπάμαι, παραιτούμαι,

ωρίμασα φαίνεται κι όταν ωριμάζω εγώ πολύ σαπίζω, αθώος ή ένοχος, το ίδιο μου κάνει, το βράδυ να κλείνεις τα παράθυρα και ν’ αγαπάς τον Μίλλερ, τον γέρο-Τσινάσκι και τον Μπέκετ,

συγγνώμη, τον τύπο του επιτυχημένου δεν κατάλαβα, σπαζοκεφάλιασα, μα αδύνατον, με βοήθησαν βέβαια ο καλός οικογενειάρχης, ο αφοσιωμένος σύζυγος, ο πιστός φίλος, ο γεννημένος μπίζνεσμαν, ο αδέκαστος διευθυντής, ο στυγνός επιχειρηματίας, ο πλούσιος κληρονόμος, όμως το αποτέλεσμα μηδέν, επιτυχημένος, αποτυχημένος, που, ποιος, γιατί, όλα μου τα νοήματα θάλασσα ακυβέρνητη, με κυνηγούν μπούμερανγκ στο μαραθώνιο της ζωής κι εγώ ξεφούσκωτο ασκί, θέλω να εγκαταλείψω στο εικοστό πρώτο χιλιόμετρο τη διαδρομή, δεν προπονήθηκα φαίνεται αρκετά και μόνο πλάτες βλέπω, πλάτες που τερματίζουν, χα χα, τα χαμογελαστά ανθρωπάκια με τ’ αυτοκόλλητα χαμόγελα στα χείλη, που σου έλεγα χαμηλόφωνα, Ρυ ντε Κομέρς, αριθμός 31, όροφος πέμπτος, αυτά πάντοτε τερματίζουν γιατί είναι χαμογελαστά, εμένα μονάχα αν με γαργαλίσεις πια θα χαμογελάσω κι αυτό ακόμα έμμεσα, με τεχνητό τρόπο, καταλαβαίνεις τώρα, πολιτισμένα, να ρυτιδώνουν λίγο οι άκρες των ματιών απ’ το σφίξιμο και τα χείλη κλειστά,

συγγνώμη, συγγνώμη, παραιτούμαι,

πάει, αυτό ήταν, κι αν συνεχίσω κινδυνεύω, θα γίνω συγγραφέας και θα πουλάω δυστυχία δυο λέξεις το γραμμάριο, θα κάνω επίσημες εμφανίσεις σε συνεστιάσεις Τέχνης, δίπλα σε τρανούς ποιητές, θα αναγκάζομαι να μιλάω για ερμαφρόδιτο υπερρεαλισμό και δοκιμιογραφικό μετασυμβολισμό, θα τυπώνω πληρωμένες συνεντεύξεις στις εφημερίδες διαφημίζοντας το έργο μου, θα μπω και στο σωματείο για σύνταξη και τότε δε θα βρίζω, οι λέξεις μου θάναι στραγγαλισμένα νήπια σε πορφυρένιο μανδύα κι εγώ θα αναπαύομαι στις αρκετές μου εκδόσεις, θα γίνω πουτάνα και θα εκδίδομαι, αγαπώντας όλο τον κόσμο, θα πρέπει με όλους να τα πηγαίνω καλά, οπωσδήποτε, ευτυχώς ακόμα δεν πουλήθηκα τελείως και κρατάω, 10000 χρόνια την περίμενα την επανάσταση και μ’ έχει στήσει σ’ όλες τις γωνιές, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις βιβλιοθήκες, σ’ όλα τα πάρκα, σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα, σ’ όλες τις κάλπες, σ’ όλα τα σχολεία, σ’ όλα τα σπίτια, σ’ όλους τους κήπους, σ’ όλα τα κρατητήρια, σ’ όλα τα γραφεία, σ’ όλες τις αίθουσες, σ’ όλα τα μπαρ, σ’ όλα τα δικαστήρια, 10000 χρόνια φίλε μου, άφωνος και νευρικός, χωρίς όνομα, ταυτότητα, δικαιώματα, με ένα τσιγάρο στο στόμα, σκίρταγα κάθε τόσο που έβλεπα κάποια να της μοιάζει μες’ στο πλήθος, μα κάποτε τα βήματα απομακρύνονταν και τα ραβασάκια της μήναγαν πως αύριο, όλο αύριο,

αναστολή στην αναστολή το πήγαινε

μάταιος κύκλος, διασκεδαστικός

και φεύγω, φεύγω, παραιτούμαι

συγγνώμη, δεν κατάλαβα

ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε

λυπάμαι

δεν θα χρειάζεται πια να κινούμαι

πρόσεχε, θα ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα

και συ θα μ’ αγαπάς.

Έτσι απλά. Αντίο.

 

Όπως πάνε τα πράγματα, θα με σταυρώσουν.

 

**

1.

θέλω

την ώρα του παράνομου σκιρτήματος

όταν οι στρογγυλές καμπύλες σου ελευθερωθούν

κι ο πόθος γίνει διεστραμμένη επιθυμία

βουβός λυγμός κάποιας παράλυτης θεότητας

 

να κρατήσω τα πελώρια μάτια σου

πάνω στη γραμμή της ζωής μου που ξεθωριάζει

και σβήνει ανήμπορη να σιγάσει

τα χιλιάδες παραμορφωμένα ντεσιμπέλ

στη καρδιά σου

 

και θέλω

 

τις νύχτες εκείνες των σπασμών

λικνίσματα αφρισμένων κυμάτων

στα πόδια σου

 

να κάψω την πέτρινη φύση μου

κουρέλια φωτιάς

με χέρια φορτισμένα

απ’ τη γεννήτρια μήτρα σου

που χάσκει αδιάφορη

μπρος στα γυμνά μου μάτια

γυρεύοντας δικαίωση

 

 

και θέλω

 

την ώρα της θολής ενατένισης

λίγο μετά τη θύελλα της νύχτας

στη σύγχυση σου αδαής

παραδομένος σε ταξίδια ομιχλώδη

 

να γδάρω με τις λέξεις μου τη σάρκα σου

πανάκριβα λάφυρα

βελούδινων μαχών

τα φλογισμένα της πεδία

 

και θέλω θέλω θέλω

 

τώρα πια που γύρισαν οι σελίδες

τώρα που η τρέλα καλπάζει

στους ώμους μου συνεπιβάτης αχώριστος

 

θέλω θέλω

 

τώρα που όλα χάνονται

στης λήθης τα ντουλάπια

 

νεκρή φύση

και γλυκιά μουσική

 

τη μήτρα σου θέλω

 

στο τοίχο κάδρο

αριστερά στο χολ καρφωμένη

σε στάση αναμονής

να σε θυμάμαι αιώνια

 

και αμαρτίες

και απαγορευμένους καρπούς

και σπίτια που καταρρέουν

και ζώνες φωτιάς ανεξέλεγκτης

και θορύβους διασκορπισμένους

και φωτισμούς κατάχαμα

 

όλα κουλουβάχατα

και δίχως δύση απογεύματα

και απελπισμένες ιαχές

 

βεβήλωση θέλω

βεβήλωση ιερού

 

το φρούτινο άστρο σου

τη μελαγχολία σου

το σάρκινο αποκαΐδι σου

 

φίλησέ με

φίλησέ με για το Θεό

πέφτω

σκορπίζομαι

το σχήμα μου

ξεθωριάζει

διαλύεται

σκόνη κοσμική

 

κάνε με λέξεις και μουσική

να κυλήσω μέσα σου

στις φλέβες σου ορός

να κάψω τα σπαρτά σου

 

πλημμύρισέ με

πνίξε με θάλασσα

 

στις όχθες σου ξέβρασέ με

ψάρι νεκρό

 

το σύμπαν σου ταφόπλακα

η ντροπή σου ευλογημένη

ηλιοβασίλεμα η ομορφιά σου

τα στήθη σου γυάλινα κλουβιά

 

κι εγώ γυμνός καβαλάρης

στη θύελλα των αστρικών εβδομάδων σου

λουλούδι εποχιακό

στη βαρβαρότητα των χεριών σου

εγκαταλειμένο

 

 

κόψε με

σκύψε και κόψε με

 

στόλισε στα μαλλιά σου το σώμα μου

και κάρφωσέ με

στη κατάμαυρη μετάξινη πλημμυρίδα σου

να αιωρούμαι εκεί

αστέρι ετερόφωτο

από βωμό σε βωμό

 

 

έλα μην αργείς

 

έχω στα σπλάχνα μου τον ομφάλιο λώρο σου

σε κατάσταση έκρηξης

 

εξαπάτησέ με αδιαφορώ

έχω πια ξεπεράσει την ύλη

 

χρειάζομαι μόνο

το ξόδεμα του χεριού σου

στις πλάτες μου

το σκοτεινό σου χαμόγελο

τις αλλόκοτες λέξεις σου

το κάλεσμά σου

 

να γεμίσω τη χαράδρα σου

με χρώμα αιωνιότητας

να τρυγήσω τη γύρη

απ΄τη σάρκα σου

 

 

μην αργείς

τη ζωή σου θέλω

 

να κλέψω από τη σιωπή σου

δύο γραμμάρια αίμα

να αποδράσω

σε κρύπτες μυστικές

με δανεικά όνειρα

να λύσω το γόρδιο δεσμό

των ματιών σου

έκσταση

 

 

τα ψέματά σου

 

τις παλλόμενες συνουσίες σου

ευχές την ώρα της επιστροφής

 

τον οργασμό σου μπροστά μου

 

λεηλατημένες τις νύχτες σου

 

φίλησέ με

φίλησέ με ασφυκτιώ

 

μαδάω τις πεταλούδες σου

τα υγρά σου μάτια

αυγής ροδοπέταλα

θα σε αποσυνθέσω

διαμελισμός οστών

 

φίλησέ με ασφυκτιώ

 

αναστέλω διαρκώς

τις φυσικές μου λειτουργίες

και το δωμάτιο εχθρικό

 

με συντρίβουν οι τοίχοι

 

ανατρέπομαι προσοχή

ανατρέπομαι

από ενδόμυχη σύγκρουση

σύνοδος πλανητών

και πετάω ανθρώπινος κομήτης

στο αχανές διάστημα της ζωής σου

 

στιγμές στερνές

βιολογικής ύπαρξης

οι αισθήσεις μου

καπνισμένα εδάφη

 

τέλος τέλος

 

τρυπημένος με ορούς και ενέσεις

παραφροσύνης

 

το σώμα μου πληγή

οι λέξεις μου κραυγές

άναρθρης απελπισίας

οργής

ηλεκτρικής φόρτισης

 

 

σαπίζω στον ήλιο

 

 

****

2

 

η γύμνια σου

ευκίνητη φθινοπωρινή κληματόβεργα

ιριδισμός ακύμαντης θάλασσας

στις άκρες του νου

αναρριχήθηκε πένθιμος ύμνος

στον πύργο της φαντασίας μου

αγκαλιάζοντας

τους λευκούς καταρράχτες του λαιμού σου

 

ο ίσκιος σου

αρχιτεκτονική ρυθμών

 

μεθυσμένο καράβι

τα σκόρπια μάτια μου

στη χιόνινη σάρκα σου

μια παρατεταμένη αφαίρεση

γήτεψαν τις αισθήσεις μου

 

τα διάφανα χείλη σου

μια έξαρση σεβασμού

********************************************************************

 

 

2. ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ , 2002, εκδ. Απόπειρα, β’ έκδοση 2004

Το βιβλίο, γραμμένο σε μια γλώσσα προσωπική, ποιητική, που άλλοτε κόβει σαν ξυράφι τις συλλαβές και άλλοτε τις αφήνει και απλώνουν, δείχνοντάς τες ατέλειωτες να ασφυκτιούν και να λαχανιάζουν μες ΄το ιδίωμα της πρόζας, διατρέχουν απ ‘άκρη σ ‘άκρη τραγούδια ροκ συγκροτημάτων και μουσικών όπως οι Led Zeppelin, o David Bowie, oι Deep Purple, οι U2, o Neil Young, o Lou Reed, οι Pink Floyd, ο Nick Cave, οι Aerosmith, οι Τρύπες, τα Διάφανα Κρίνα, τα Ξύλινα Σπαθιά κ.α. που συμπληρώνουν με νότες τα κενά διαστήματα που χρειάζονται οι λέξεις του συγγραφέα για να αναπνεύσουν.

****

ΤΡΙΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

One of these mornings you are gonna rise up

singing, spread up your wings and take, take

to the sky. . .

 

JANIS JOPLIN / Summertime

 

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, πού σκόρπιες, απελπισμένες, σελίδες χαρτιού, προσπαθούν να ξεφύγουν στον χρόνο, λέει,

πώς σε κυνηγούσα αλαφιασμένος τις νύχτες, μέσα από χρωματιστές φυσαλίδες καπνού και βαριές μελωδίες τού Waits, σαστισμένος στον 42ο Παράλληλο, φορώντας λαμέ μπαλωμένα κουστούμια,

τρέχοντας κατά μήκος τής μοναξιάς σου, και λέει,

πώς μπαινόβγαινα σε κακόφημα κτίρια τού Austin και τού Haight-Ashbury, μεθυσμένος από ναρκωτικά δωδεκάμετρα μπλουζ και νότες παθιασμένες λά μινόρε, με φριχτούς πόνους παντού, να σε βλέπω να σκάβεις σκυφτή,

τις υπόγειες, βαθυκόκκινες αρτηρίες σου, και λέει ακόμα,

γκραβούρες σουρεαλιστικές πώς ταξίδευαν στο μυαλό σου μαγικά,

στις τεθλασμένες γραμμές τής ζωής σου, σε ήχο πλάγιο δεύτερο, να παραμιλάς μόνη σε δωμάτια υγρών ξενοδοχείων, παρέα με σκιώδεις μεσίστιες γκρούπις και άνεργους τζάνκις μουσικούς εκκρίνοντας θανατερές μελωδίες,

και λέει, λέει,

πώς αχτένιστη πλάγιαζες σε πλακάκια ξυλιασμένων δωματίων,

δίπλα σε φυματικούς μετανάστες και άρρωστους μπιτ ποιητές, τρυπημένη από γαμψά, κάτασπρα βελόνια, ξερνώντας αίμα στα σκαλιά τού Εmpire State Building,

και πώς βυθισμένη σε απλανή, σκοτωμένα χαμόγελα, μασούσες ταμπάκο,

αγναντεύοντας προς την Times Square,

ερωτευμένη σαν τρελή πεταλούδα θλιμμένα ερείπια, να πραγματοποιείς μακροβούτια από ουρανοξύστες ψηλά, διαβάζοντας Γκίνσμπεργκ, ξέροντας

ότι θα πνιγείς, θα πνιγείς, θα πνιγείς τελικά στα δάκρυα,

κι ύστερα, δεν καταλαβαίνω,

γιατί ο μισός κόσμος κλαίει κι ο άλλος μισός, κλαίει κι αυτός,

τα μάτια σου μια αναρχική τρύπα οδύνης, λειωμένη πάνω απ΄ τα ζυγωματικά

κι εγώ χωμένος στο ημερολόγιο, σε παρακολουθώ να χάνεσαι σε διαδρομές χάρτινες, να πιάνεις τις νότες απ΄ τα μαλλιά,

να τις γλείφεις λατρεύοντας την υψηλή τους χροιά,

να τις λιώνεις στο στόμα σου καραμέλα και να τις φτύνεις στο πάτωμα,

στο στερέωμα ξεδιάντροπα ξαπλωμένη, να εγκυμονείς μαργαριταρένιους καημούς

για καταδικασμένες φωνές και τρελές ροκ συγχορδίες,

κι ύστερα πάλι στη σκηνή,

να εκδίδεσαι πόρνη φτηνή,

να ορμάς στον πυρετό,

να φεγγοβολάς ήχους,

και διαρκώς να σπρώχνεις και να τραγουδάς, και να σπρώχνεις και να τραγουδάς

και να λικνίζεσαι κάρβουνο, στα μέτρα τού ροκ εντ ρολ,

θαμμένη ζωντανή κάτω απ΄ τα μπλουζ,

κι εγώ να προσπαθώ άναυδος εκεί, να σε πλησιάσω,

να ανέβω στο πάλκο για να σ΄ αγγίξω,

να σε σκοτώσω, για να σου χαρίσω ζωή αιώνια,

να στεφανωθώ τον μύθο σου,

προσφέροντας σου ρόλο στην τελευταία ταινία τού Γκοντάρ,

κι όπως μια κινητή κάμερα θα μάς παίρνει από ψηλά, με τον ιδρώτα στα μάτια να στάζει και το σώμα βουτηγμένο στην αλμύρα,

να σε κάνω Κάρμεν, το λάθος πού θα ‘θελε να ‘ταν η Κάρμεν,

το λάθος πού μπορούσε να είναι,

το λάθος τής γυναίκας,

γιατί κάθε γυναίκα είναι το λάθος τής γυναίκας,

κάθε γυναίκα είναι η νύχτα πού θα ‘θελε να ‘ναι κάθε γυναίκα,

κάθε γυναίκα είναι το αποτύπωμα τής γυναίκας, το λάθος τής γυναικείας νύχτας,

κι όλα τα αίσχη και τα κάλλη και οι αγάπες μαζί,

με τούς μαύρους κύκλους τού πόνου σημαία,

και με τα αστέρια αναμμένα να πέφτουν μέσα της,

γιατί κάθε γυναίκα είναι ένα αστέρι πού δονεί και ηδονεί,

η φωτεινή πλευρά μιας ζωής πού ανάβει ψηλά και σβήνει το χρόνο, επιβεβαιώνοντας ακριβώς ότι τίποτα απ ΄ αυτά δεν είναι ζωή,

τίποτα απ ΄αυτά δεν είναι γυναίκα,

άλλωστε όλοι ξέρουμε τι είναι ζωή, όλοι γνωρίζουμε τι είναι γυναίκα,

κι όμως θέλουμε να ζούμε αυτό πού δεν είναι ζωή,

υποκρινόμαστε ότι ζούμε,

θέλουμε να ζούμε αυτό πού δεν είναι γυναίκα, αυτό πού δεν είναι ζωή,

γιατί ποτέ δεν θέλαμε να δούμε ότι η ζωή είναι γυναίκα,

κι είναι ακόμα μια νύχτα, ένα λάθος, ένα αστέρι πού ανάβει ψηλά και σβήνει τον χρόνο, μια ζωή πού ονομάζεται γυναίκα,

να θυμηθώ εδώ να σου δώσω τις λέξεις μου, να τις κρεμάσεις φυλαχτό,

να αδράξω την αιωνιότητα πού τρέχει στα μπούτια σου, σπέρμα

για να σου δωρίσω μια καινούργια ψευδαίσθηση,

την ώρα πού η ζωή θα είναι προς ζωή θανάτου,

την ώρα πού θα βγάζεις λέπια, σπίθες και γούβες σ΄ όλο σου το κορμί,

cause freedom is just another word for nothing left to loose,

common, take another little peace of my heart,

όμως πάλι το σκας, κυλάς παραισθησιογόνο στο αίμα μου,

φεύγεις,

πριν προλάβω να σε διασώσω, να σ΄ αγαπήσω,

και μαζί σου μ΄ αφήνουν ξαφνικά,

τα μπλουζ,

οι δρόμοι,

η νύχτα,

ο καπνός,

και δύο άδεια Jack Daniels,

τα τραγούδια σου και οι κραυγές αγωνίας τού Ball and chain,

οι σπασμένες βιτρίνες μιας παραβιασμένης ψυχής,

η στερνή σου κόλαση,

τα σφιγμένα σου δάχτυλα

και το άδειο κορμί σου,

το γυμνό, ψηφιδωτό, κεντημένο με στρας κορμί σου, φορτωμένο λουλούδια,

πού πρώτος εγώ αντίκρισα,

ριγμένο άψυχο κουφάρι,

ανάμεσα κρεβάτι και κομοδίνο,

με το κοκκαλάκι τής μύτης σπασμένο, και τις φλέβες σου μαζεμένα καλώδια σιωπηλά να ακουμπάν προς την πλευρά τού οινοπνεύματος,

έσκυψα πάνω σου και σε φίλησα στο στόμα,

πνιγμένη στο αίμα, κοιτούσες ψηλά,

τα μαλλιά σου τεράστια βεντάλια απλωμένη στον τοίχο διακόσμηση,

να φωλιάζει το πένθος μου, ανάμεσα σε πηγμένο αίμα και σκόρπια ρέστα από πεντοδόλαρο,

θέλοντας να σ΄ αποχαιρετήσω,

παραδομένος στις πικρές μελωδίες τού Me and Bobby Mc Gee και τα ψυχωτικά μπλουζ περάσματα τού Summertime.

Εγώ σε σκότωσα;

Οδύνη.

Είδες ! για ένα αναγραμματισμό χάσαμε την ηδονή.

 

( χθες ονειρεύτηκα πώς ήσουν η Janis )

 

*

ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

Η Τέχνη είναι η μουσική τής λησμονιάς

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

 

ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ ΦΛΕΒΑ ΧΡΥΣΟΥ, μια Ίος σε κάρτ-ποστάλ, απλώνεται ανοιχτή πληγή στον κόκκινο, χνουδωτό αφαλό τής γης.

Με γοφούς λίκνα φωτιάς πού αιμορραγούν ακατάσχετα, τυλιγμένοι σε τούλι.

Έρχεσαι καταπάνω μου με ανοιγμένα πανιά.

Γλώσσα σπάνιου διαμαντιού σε σάρκινο όστρακο, αστράγαλοι μαργαριτάρια μπλεγμένα σε φύκια πού πάνω τους γυαλίζει το μύρο

και πόδια ξεθωριασμένες αγιογραφίες πού ακουμπούν στην σελήνη.

Είσαι ολόκληρη μια ασθμαίνουσα ζώνη φωτός.

Με μάτια μπουκέτα αστεριών, διάπυρα, ακαθόριστης λάμψης.

Με μάτια κατώφλια φθινόπωρου πού το χτυπά η βροχή.

Με μάτια ναυάγια λάφυρα σε βυθό άγνωστης παραλίας.

Μέση πλαγιά βουνοκορφής. Τη δέρνει ο ήλιος.

Κάνεις πώς βαδίζεις, αλλά πετάς. Απογειώνεσαι.

Καθώς σε παρακαλώ να βρεθείς σε τροχιά.

Καθώς σε παρακαλώ με απλωμένα χέρια, πληγές να γεννηθείς ξανά μέσα μου

να σε χωρέσω σε κάθε γωνιά τού κορμιού μου, να πάρεις το σχήμα μου

να σε γεμίσω μικρά μυστικά και θαύματα.

Το λάθος σου να μην υπάρχεις, ήταν το λάθος μου να υπάρχω μέσα απ΄ την απουσία σου σε μια εντελώς ιδιάζουσα συνομωσία μορφών.

Κοιτάζομαι μέσα απ΄ τα θραύσματα καθρέφτες τής εικόνας σου

γονατιστός, ιχνηλατώντας την καταγωγή σου

σε ματοτσίνορα πού χορεύουν τσιγγάνικες μελωδίες

σε μαύρους βολβούς

σε βλέφαρα πού κλείνουν νωχελικά και μου φράζουν τη δίοδο

στο ροκ πού παίζουν τα μάτια σου

σε βλέπω να σκίζεις τα πέπλα τής ζωής μου

έκπτωτος άγγελος πού βουτάει στη γη

χτυπάς μανιασμένα τα παράθυρα, σπέρνοντας θύελλες οργής

η απουσία σου, το άλλοθι τής οριστικής μου αποχώρησης

χύνεσαι αέρας πού παρασέρνει έπιπλα και κουρτίνες μαζί

αστράφτοντας σαν ξωτικό τής παρακμής

παίρνεις τσεκούρι και κατεβάζεις τζάμια και φωτιστικά

καθώς παίζουν οι συγχορδίες των Van Der Graaf

σε παρακολουθώ δισταχτικά

δεμένος το περιλαίμιο τού σκύλου πού μου φοράς συνήθως

πάνω στις κάτασπρες κολώνες των φόβων μου

ντύνεσαι όλες σου τις περιβολές από λάσπη, μίσος, δάκρυα και άμμο

το στόμα σου βγάζει τώρα καπνούς άμετρης λύσσας και στο κορμί σου

βιτρώ εκκλησίας τού περασμένου αιώνα, μπερδεύονται ρυθμοί, σπέρματα,

νεκροί σκορπιοί και κομματάκια γλυκού απ΄τα γενέθλια τής Παρασκευής

μετά, την ώρα πού ο ήλιος ετοιμάζεται να σφηνωθεί χαδιάρικα

στα μαλλιά σου, στεφάνι

με αρπάζεις απ΄ το χέρι και με οδηγείς βιαστικά στην πόλη των πυρετών

σε κλειστό δωμάτιο να βλέπει φωταγωγό

μαγική νεράιδα με καθηλώνεις σε άψυχο στρώμα, το σεντόνι κόκκινο με μαύρες ακτινωτές πινελιές, γράφει στο σώμα σου τις εποχές τού μπαρόκ

αρχίζω και πίνω από μέσα σου τούς χυμούς τής λησμονιάς

μυθικός Οδυσσέας στο νησί των Λαιστρυγόνων

έχεις τη γεύση τής σοκολάτας

οι ρόγες σου τεράστιοι άναρχοι κύκνοι, αναδύουν χαμένους παράδεισους

στην μυθολογία του πάθους, με ιερουργούν

και σταματάω υποταγμένος, λαχανιασμένος, σε στάση προσοχής

στη μήτρα, τη μήτρα ιερό

πού φτεροκοπάει και εκμηδενίζεται σε κάθε κίνηση τού χεριού μου

τη μήτρα, τέμπλο τής ηδονής

πού υπακούει και δίνεται και βαριανασαίνει

και βαδίζει πειθήνια το δρόμο τής τελευταίας θυσίας

τη μήτρα πού ανοίγει σαν άνθος κακού

και σκορπάει και χαίρεται και λιμνάζει

τη μήτρα των μεγάλων καλοκαιριών τής παραφοράς

υγρή σαν νούφαρο

απόκρημνη σαν Σαντορίνη

επινοημένη σαν Νταλί

πού συστέλλεται και διαστέλλεται και στασιάζει

και αποδέχεται και γλιστράει και απαγγέλλει

υστερικά ποιήματα

τού Μπλέηκ και τού Λοτρεαμόν

κάθε της άστρο κι ένας καρκίνος τής λογικής

κάθε της μάτι και μια βελούδινη χοάνη δροσοσταλίδες

κάθε της νεύμα κι ένα μπουκέτο χρώματα

την πιάνω με τα χέρια μου σαν παιχνιδάκι και την ανοίγω

λαστιχένια μπάλα ξεφούσκωτη

κολλάω εκεί το στόμα μου, φιλί τής ζωής

πάνω στο δράμα τής κλειτορίδας πού αναπνέει βαριά

γίνομαι θεός και διάβολος

γεύση τής σάρκας σου μοναδική

καθώς σαλεύω

στις εσωτερικές σπηλιές σου

και πέφτω, πέφτω συνέχεια, ασύμμετρη τεθλασμένη γραμμή

γεμάτος σημάδια αφανισμένων αγγέλων.

Όλη μου η ζωή άδειασε μέσα σου.

Κοχύλι πού ξεβράστηκε σε έρημες ακτές το κορμί σου

παραμένει μέλλον

παρόν

και παρελθόν αυτής τής γης

 

**************************************************************************

 

 

3. ΦΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, Αστάρτη, 2004. Δίγλωσση έκδοση

Το μέτρο στα ποιήματα είναι εσωτερικό, θρηνεί το βατερλώ της γυναικείας απουσίας, οι φωτογραφίες «γράφουν» την μοναξιά του γυμνού σώματος. Μια μελαγχολική κατάθεση φόρου τιμής στην φωτεινότητα του γυναικείου ιδεαλισμού και μέσω αυτής στον εύφλεκτο πλανήτη των πιο γόνιμων και απόκρυφων αισθήσεων.

 

*****

II

 

μαθήματα ζωής

χωρίς εσένα

 

σε άδεια ερημικά πλάνα

στα ίδια παγωμένα νερά

 

έγινα πέτρα και φως

προσπαθώντας να φτάσω

για λίγο

τη μακρινή απουσία σου

 

ακόμα λείπεις

*

III

 

δυο μαλακά φεγγάρια

τον Αύγουστο

 

διπλωμένα στις αποσκευές του καλοκαιριού

 

με αμφίβολες σάρκες

συμμετρικά είδωλα

διαθέσιμες αγωνίες

 

έτσι ορίζεται ο έρωτας

 

στη γεωγραφία των σωμάτων

*

VII

 

θα βλαστήσω από βροχή

 

θα ματαιώσω κάθε αρχαίο μειδίαμα

θα λήξω

θα γίνω γραμμένη πληγή

 

ευπαθές όνειδος

σκιά των ματιών σου

 

μέχρι να βρούμε τη νύχτα

και να χαθούμε

 

σαν σύνθημα

 

που ξεθωριάζει στους τοίχους

*

X

 

γράφουν φάσεις του φεγγαριού

οι νερένιες κινήσεις της σάρκας σου

 

καρφώνουν κατάρες και σφάλματα

γεννούν φυλές αρχαίες

 

θα βγάλω ρίζες μέσα σου

 

πεθαίνοντας

 

στην νέα εκκλησία της αμαρτίας

 

 

***********************************************************************

4. ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ, εκδ. Απόπειρα, 2005

 

Η σπονδυλωτή γραφή, η αγωνία που διαποτίζει το κείμενο, το φάντασμα μιας σχέσης που επιστρέφει ξανά και ξανά για να δηλώσει την ανεξίτηλη παρουσία του, μπορεί να σκιαγραφούν με απόλυτο τρόπο το πορτρέτο της γυναίκας, θηλυκού όμως γένους είναι και η γενιά. Είναι και η εποχή. Τα λάφυρά της γίνονται εδώ προτάσεις, το ιδιωτικό της όραμα, περιπλάνηση, η μουσική της, χάδι από βελούδο, η ανάγκη της για αυτογνωσία, κραυγή, η νοσταλγία της, νοσταλγία της νοσταλγίας. Ο έρωτας παραμένει δικαιολογία, μια ανελέητη πρόφαση, άλλες φορές φτηνή, επίπλαστη, αφελής, άλλες πάλι φορές ιδανική, θριαμβεύουσα, ποιητική.

******

Η Α Ρ Χ Η  Τ Ο Υ  Τ Ε Λ Ο Υ Σ

 

“Όλα μου τα γραπτά έχουν ήχο κιθάρας πίσω τους.

Ακόμα και οι νουβέλες.”

LEONARD COHEN

 

ΦΕΥΓΑΛΕΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ, συγκινήσεις ιδιοφυείς, ευφυΐα της σπατάλης του χρόνου, των ιδιωτικών στιγμών, του επώδυνου διλήμματος.

Τρυφερές λέξεις, με άπληστο ξόδεμα, με έρωτες που γυαλίζουν πάνω στο δέρμα μας σαν διαμάντια. Kι’ αυτή η διάθεση να ρισκάρεις τα πάντα που δυναμώνει κάθε χρόνο και περισσότερο.

Ένοχα κορμιά, φλογισμένα. Ληγμένες αγάπες. Που γαντζώθηκαν άγρια σε κάγκελα, που περπάτησαν σε γυαλιά, που κοιμήθηκαν τρεις φορές λιγότερο απ’ το κανονικό, που έζησαν σε εγκαταλειμμένα κτίρια γιατί δεν μπορούσαν αλλιώς.

Ξεφτισμένα μακό, ποιήματα, βλέμματα κουρασμένα. Ηλεκτρικά.

Οι φορτισμένοι στίχοι του Αρθούρου Ρεμπώ, σαΐτες. Ξεκουρδισμένες κιθάρες, ξεκουρδισμένες γραφές. Ζωές που συγκρούονται μια ζωή, έτσι από ανάγκη.

Σκόρπια ταξίδια, ίριδες. Χρώματα τρελαμένα. Φυλλάδια στην διαδήλωση, Πανεπιστημίου, στο ύψος του Music Corner. Σαν παρακαταθήκες μιας γενιάς που δεν έμαθε άλλο από το να αντιμιλάει.

Με τραγούδια καρφωμένα στο πέτο σηματάκι, διακριτικό της κάστας μας.

Με κονκάρδες των Jam, των Doors, των Eloy.

 

Εύθραυστη λίμπιντο, από πορσελάνη. Σα ρεφρέν της Courtney Love τραγουδισμένο παράφωνα από τον Country Joe. Άλλης δεκαετίας.

Ιδρώσαμε λίγο, μα θα τα καταφέρουμε.

Θαμμένοι ζωντανοί μέσα σε κατακόκκινα όνειρα, αποφύγαμε τις «σκόνες» την τελευταία στιγμή. Καλά παιδιά, αεικίνητα. Και στο τέλος σωσμένα.

Είμαστε πια εναντίον της αποκατάστασης της τάξης, κατά της άγνοιας, υπέρ της ολοκληρωτικής διασάλευσης των αισθήσεων. Μας αρέσουν ακόμα τα παιχνίδια, ίσως γιατί συγκεντρώνουν ενέργεια εκτονώνοντας το κυνήγι των ηδονών. Τα βιβλία του Τσάρλς Μπουκόφσκι στις διαδρομές με τρένο Μοσχάτο – Ομόνοια. Και τα τραγούδια που περιέχουν το στερητικό without. Με δεύτερο συνθετικό το you, κατά προτίμηση.

 

Μέσα στις κραυγές αγωνίας του «Ball and Chain» που σβήνει στο πικάπ σαν επιθανάτιος ρόγχος, παραμονεύει η πρώτη ύλη μιας – δημόσιας πια- μανιέρας που υπερβαίνοντας τις γνωστές συνταγές, προσπαθεί να δημιουργήσει, πέραν του εθισμού, και συναισθηματική ένταση.

Το υπερβατικό ουρλιαχτό της Janis Joplin καταγράφει με σαφήνεια έναν συντριμμένο κόσμο όπου τα πάντα έχουν ανατραπεί. Αυτός υπήρξε ανέκαθεν ο μοναχικός δρόμος του ροκ εν ρολ. Η πεμπτουσία των συνθημάτων του.

Ούτε ο ανατρεπτικός ήχος, ούτε η προκλητική στάση, ούτε τα εντυπωσιακά γυρίσματα, ούτε καλά καλά το σκράτς-σκράτς του παλιού βινυλίου, μπόρεσαν ποτέ να το συγκρατήσουν από το να πραγματοποιήσει μια μοναδική ηλεκτρική επαφή ως ακουστικό ισοδύναμο της παθιασμένης ερωτικής ένωσης δυο νέων που βγαίνουν το πρώτο τους ραντεβού.

 

Οι φτηνές κολόνιες πίσω απ’ το αυτί πασαλειμμένες χύμα, τα καλοκαιρινά σινεμά με πασατέμπο και μπίρες, τα τριμμένα τζιν με το σηματάκι του Dark side of the moon ραμμένο πρόχειρα στην κωλότσεπη, η ποίηση σαν χαρακτηριστικό έμβλημα μιας εξαντλητικής εφηβείας, οι βραδιές για εξακρίβωση στο αστυνομικό τμήμα, τα πρώτα, ανεκπλήρωτα ερωτικά σχέδια, τα κρυφά, τσαλακωμένα σεντόνια, τα σπάνια, μεταχειρισμένα βινύλια, οι σκισμένες σελίδες των μαθητικών μας βιβλίων, οι σκοτεινές αγωνίες των εξετάσεων, ο ξέφρενος πυρετός των μπαρ, τα τσιγάρα που κόλλαγαν στο στόμα κι όταν ξεκόλλαγαν έπαιρναν και το μισό χείλι στην άκρη του φίλτρου κι ένας μακρύς, ερεθιστικός κατάλογος από κοντές φούστες με σκίσιμο, έγραψαν σιγά αλλά σταθερά το σενάριο.

 

Η ενηλικίωση μας έχει τους χρόνους, την ένταση και την θεαματικότητα του ροκ εν ρολ. Εκεί αποκτήσαμε φίλους, σχέδια, αγωνίες. Εκεί αποκτήσαμε όνειρα. Γίναμε αυτό, που όταν ακόμα ήμαστε παιδιά, μας ήταν απαγορευμένο.

Σχεδόν εμείς, σχεδόν διάσημοι.

Το ροκ εν ρολ μας έσωσε τη ζωή, στέγασε την εφηβεία μας, ήταν το όχημα, το μέσον που θα μας πήγαινε μακριά. Μας πήγε.

Το πού τελικά φτάσαμε είναι εισήγηση σε συνέδριο εναλλακτικών, ιστορικό ζητούμενο που μένει να αποδειχτεί, συνέντευξη από καθέδρας των αυτοαποκαλούμενων εκφραστών του χώρου.

Σίγουρα, δεν ήταν ο ιδανικότερος τρόπος για να χαϊδέψουμε τα αυτιά όσων πιστεύουν σε άλλου είδους κληρονομιές. Σίγουρα, δεν ήταν το σταθερότερο βήμα που το εκτόπισμα του θα άνοιγε διάπλατα δρόμους στις μετέπειτα διεκδικήσεις μας. Ήταν όμως, ό,τι ονειρευτήκαμε για να εξουδετερώσουμε τον ήχο και την εικόνα ενός συστήματος που δεν μας περιέκλειε. Ό,τι μπορέσαμε να κάνουμε για να πολεμήσουμε συνολικά την νοοτροπία του που μας ενοχλούσε.

Πολλές φορές, συμβαίνει να επωμίζεσαι έναν ρόλο ζωής χωρίς να τον επιλέγεις συνειδητά, να σε διαλέγει αυτός για να τον εκπροσωπήσεις, αναγνωρίζοντας σου εκείνα τα χαρακτηριστικά που τροφοδοτούν την δυναμική του και συμβάλλουν στην περαιτέρω πορεία του.

 

Έτσι, απλά, εμπλακήκαμε. Παραδοθήκαμε στην δίνη του, γνέθοντας το κουκούλι της δικής μας αθωότητας, μένοντας μακριά από σταυροδρόμια.

Έτσι, απλά, αποφασίσαμε, σχεδόν καταστατικά, να αναγνωρίσουμε τους όρους του στην διεξαγωγή ενός παιχνιδιού που δεν έδινε φαβορί ή αουτσάιντερ, παρά μόνο τον χρόνο που απέμενε ως το τέλος, την κλεψύδρα που, μετρώντας ανάποδα, θα αποτελούσε το μοναδικό κίνητρο στο αντιμυθιστόρημα της ζωής μας.

Έτσι, απλά, γνωριστήκαμε.

 

Αυτή η γενιά είναι περιουσιακό μας στοιχείο. Ίσως το μοναδικό που μπορούμε να δηλώσουμε στην εφορία χωρίς να κινδυνεύουμε να πληρώσουμε επιπλέον φόρο. Έχουμε ήδη πληρώσει πολύ, βλέποντας για δυο ολόκληρες δεκαετίες το φθαρμένο μας είδωλο στον καθρέφτη να απορεί. Και απορούμε που απορεί. Και δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως γίνεται να απορείς χωρίς να έχεις προλάβει καν να ρωτήσεις. Να δεις. Να μιλήσεις.

«Τη μέρα που καταστράφηκε ο κόσμος εμείς δεν είχαμε ακόμα γεννηθεί» έγραψε μια άλλη Νικολέτα. Είχε δίκιο.

 

Άλλη εποχή πια, άλλες συνήθειες. Η παλιά παραμένει, αντέχει ακόμα.

Παραγγέλνει έρωτες που στο σκοτάδι της νύχτας δείχνουν ασπρόμαυροι. Προσωρινά χαμένοι, όπως εσύ. Όχι για πολύ όμως, το ξέρω.

 

Τίποτα δεν τελειώνει πριν το τέλος.

Θα το δεις.

 

*

10

 

ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΝΕ οι μέρες. Νομίζω ότι έχουν 360 ώρες αντί για 24. Φταίνε τα καλοκαίρια στα ξεκινήματα, επιφυλάσσουν αναπάντεχες συναντήσεις. Οι δεκαετίες που προστίθενται. Και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Οι Ιούνηδες έχουν συνήθως πρόβλημα. Στο Κατάσταση Πραγμάτων του Βέντερς είχε πρόβλημα το χρώμα. Έμοιαζε με ασπρόμαυρο, με παγωτό κρέμα σοκολάτα. Εγώ μοιάζω με λειωμένο παγωτό. Κι όμως είμαι ακόμα εδώ.

Πέφτω σε κενά αέρος, ζαλίζομαι, εφιδρώσεις. Σα να βρίσκομαι σε αεροπλάνο που κάνει απότομα κατεβάσματα. Εύχομαι ένα μεγάλο, φωτεινό καλοκαίρι. Το δικό μου θα είναι μεγάλο μεν, σκοτεινό δε.

Μου κάνεις κακό, αυτό το βιβλίο μου κάνει κακό. Αν το σταματήσω, θα σταματήσεις να μπερδεύεις την ψυχολογία μου, να με συμπιέζεις προς τα κάτω, να με κάνεις να θέλω να είμαι εσύ; I’m addicted to you, αγγλικά ξέρεις; Να μάθεις. Να ακούσεις James, you’re my love , my senorita, να μάθεις πως είναι να σου λείπει ο άλλος, να κυκλοφορείς χωρίς εσένα.

«My Immortal». Θα είσαι; These wounds won’t seem to heal, this pain is just too real, there’s just too much that time cannot erase…Τραγούδια που τα ακούς νύχτα, με ακουστικά στο φουλ, με ταχυπαλμίες, με προσμονές τηλεφώνων που δεν γίνονται.

 

Θα σταματήσω αυτό το βιβλίο, δεν έχει νόημα, μου κάνει παράσιτα και χάνω συνεχώς το σήμα. Θα το σταματήσω, αν επιμένουν τα κείμενα να τρέχουν σαν όνειρα που η σχέση τους με την πραγματικότητα εξαρτάται από την σχέση μου μαζί σου. Μου λείπουν τρεις χιλιάδες λέξεις. Θα τις αγοράσω για να ησυχάσω, να μην φέρω ευθύνη. Εδώ και δυο μήνες μου λείπει ο ίδιος αριθμός λέξεων, τρεις χιλιάδες, και γράφω ασταμάτητα. Στις δέκα λέξεις πετάω τις εννιά, στις εκατό, τις ενενήντα. Αν συνεχίσουμε έτσι, θα χρειαστώ άλλες τριάντα χιλιάδες λέξεις για να σε περιγράψω και είναι αμφίβολο. Θα τις βρω στον Χρυσό Οδηγό. Θα ανακατέψω επώνυμα, διευθύνσεις, είδη επαγγελμάτων, μουσικές και θα φτιάξω δικές μου, με γράμματα κομμένα στη μέση με το ψαλίδι, που θα μπορείς να φτάσεις μόνο με αλγεβρική εξίσωση. Θα’ χουν γωνίες, γραμμές, γεωμετρικά σχήματα, κομβικά σημεία ανάγνωσης, συνθηματικό εισόδου. Χρώματα σε όλες τις αποχρώσεις του μαύρου. Θα υπάρχουν σχεδόν μαύρες, κατάμαυρες, γκρίζες, βαθύ μολυβί, σκουρόχρωμες, σταχτί, στο χρώμα της ελιάς, του κάρβουνου, της καρδιάς μου, των ματιών σου. Θα στις χαρίσω όλες για να είμαι σίγουρος ότι μόνο εγώ στις έχω πει.

Μου λείπεις. Πολύ. Περισσότερο όταν σε βλέπω. Γιατί σε ξαναβρήκα; Στις ερωτικές σχέσεις οι συγκρίσεις μοιάζουν αναπόφευκτες. Συνήθως συγκρίνουμε το καλύτερο κομμάτι της πρώην με το χειρότερο της νυν, έτσι νομίζουμε πως τιμάμε το παρελθόν μας. Κι αν έχουμε μόνο πρώην; Ή αν έχουμε ήδη αρχίσει να θεωρούμε την νυν, λίγο πρώην; Αν η πρώην και η νυν είναι το ίδιο πρόσωπο, με άλλη μορφή, ίδια όνειρα; Μετά τόσα χρόνια. Η ζωή έκανε κύκλο, δεν θα χαθούμε, εντάξει; Όλη μέρα πάνω από ένα τηλέφωνο. Πάνω από ένα γεμάτο τασάκι. Θα πάρεις, έτσι δεν είναι;

Στο Waterpark έβαλαν το «Lady Jane» για να μας υποδεχτούν. Ξαφνικά, συνωμοτικά, εντελώς παράλογα. Δυναμιτίζουν τις αντοχές μου. My sweet lady Jane when I see you again your servant am I and will humbly remain… Πήγα και κάθισα στην άκρη της πισίνας, δεν ήξερα που να βάλω τα χέρια μου, αποστήθιζα τσιτάτα, ευφυολογήματα της στιγμής, πρόβαρα τις ατάκες που θα πω, ετοίμαζα προλόγους, εξομολογητικές διαθέσεις, άνετος, ύφος εντάξει μωρέ, μετά γύρισα και σε κοίταξα και σκοτείνιασαν όλα. This play is run my love, your time has come my love… Δεν είπα τίποτα, τα πρόλαβε όλα ο Jagger.

 

Νυχτερινά σχέδια. Το πρωί που θα ξυπνήσεις να τρέξεις προς το μέρος μου. Να είσαι χαρούμενη, υπέροχη και να φοράς κολλητό τζιν ντίζελ, να ζωγραφίζονται στα πόδια σου ουράνια τόξα. Δεν θα χαθούμε, θα έχουμε εμάς. Μετά τόσα χρόνια. Η ζωή έκανε κύκλο και μας ξεχρέωσε. Μας βρήκε σε άλλο πρόσωπο, με άλλη μορφή, ίδια όνειρα. Θα τα συνεχίσουμε από κει που τα χαμε αφήσει. Όπως οι Stones, Λεωφόρος,19 Απριλίου του 67, σε δυο μέρες δικτατορία. Το «Paint it Black» είχε μείνει στη μέση. Συνεχίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1998 στο Ολυμπιακό στάδιο.

Τριάντα ένα χρόνια αργότερα ο Jagger δεν ξέχασε. Ούτ’ εγώ.

Θα κάνουμε αυτά για τα οποία γεννηθήκαμε. Να γλεντάμε στους καιρούς. Θα βγάλουμε εισιτήρια. Εκδρομές, ταξίδια. Θα τα λέμε αναψυχής, γνωριμίας, σύγκλισης απόψεων, συγκρότησης επαγγελματικών πλάνων. Θα είναι ζωής. Θα φοβάσαι τα αεροπλάνα, αλλά θα σου κρατάω το χέρι. Θα είσαι τόσο όμορφη που θα σκοτεινιάζει ο ήλιος.

Θα πηγαίνουμε στα νησιά. Τροπικά κλίματα, φοίνικες, άσπρες παραλίες, μαντήλια. Θα ζούμε κάτω απ ‘το νερό, σαν δελφίνια. Στα λιμάνια θα παραγγέλνουμε ομελέτες με κομματάκια ζαμπόν, ροδέλες από ανανά και χυμούς καρύδας. Θα στήνουμε σκηνές, φωτιές, στιγμιότυπα ζωής που ξεχάσαμε. Θα γαμιόμαστε σα σκυλιά στους δρόμους.

Θα είναι αργά για να κάνουμε πίσω, νωρίς για να καταλάβουμε.

Θα τα κάνουμε όλα ανάποδα.

Μετά θα στραγγίξουν οι ώρες πάνω μας. Θα μηδενιστεί το κοντέρ.

Θα ξαναρχίσει ο χρόνος να μετρά θαύματα.

 

*

17

ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙΣ κρυώνω. Πεθαίνει το σώμα μου από την έλλειψή σου, τρέμουν τα χέρια μου, αφυδατώνομαι γιατί μου λείπει η υγρασία σου. Φαίνεται ότι εκτός των άλλων μου ρυθμίζεις και την κυκλοφορία του αίματος. Γιατί σε χρειάζομαι;

Δίπλα σου μαθαίνω πως είναι να ξανανοίγουν πληγές που έκαναν να επουλωθούν χρόνια. Είσαι τόσο γλυκιά όταν κοιμάσαι, ένα τρομαγμένο μωρό, κι όμως δεν μπορώ να σε ακουμπήσω, φαίνεται τόσο μακριά αυτό το ένα σώμα απόσταση που κάθε προσπάθεια να πλησιάσω θα ήταν μάταιη.

Για να σ‘ αγγίξω θα πρέπει να περάσω θάλασσα και είναι άγονη γραμμή. Φοβάμαι ότι αν σ‘ αγκαλιάσω θα χαθείς. Έχει πανσέληνο απόψε που λένε πως ευνοεί τα μεταφυσικά. Θα προσέχω τα εγκαύματα. Πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι με τα φεγγάρια. Τα συναισθήματα να ελέγχονται, όπως ελέγχεται η κυκλοφορία στους δρόμους της Αθήνας την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. Γεμίσαμε πορτοκαλί σήματα, πορτοκαλί γραμμές, πορτοκαλί σημαίες. Και ήλιους.

Όταν βρίσκεις αυτό που θέλεις, χάνεις τον εαυτό σου. Είναι άδικο, αλλά συμβαίνει. Γιατί ζητάς απ‘ τους άλλους να είναι όσα δεν μπορείς να είσαι εσύ γι αυτούς;

Είναι και το ηλιοβασίλεμα. Πορτοκαλί. Την στιγμή ακριβώς που το θαυμάζεις, πεθαίνει. Ο ήλιος είναι εγωιστής, δεν θέλει να εμπλακεί σε ανταλλαγές συναισθημάτων, όταν έρχεται η σειρά του να μιλήσει, πέφτει και πνίγεται στη θάλασσα. Δεν αντέχει το πορτοκαλί, θέλει ή να είναι κίτρινος ή να μην υπάρχει καθόλου. Ακόμα και ο ήλιος φοβάται.

 

Πρέπει να πάμε για μπάνιο, να μαυρίσεις. Είσαι πολύ κίτρινη, λαμπερή, η εμφάνιση ξεγελά, κρύβει όλα όσα θέλουμε να αποφύγουμε, αυτά που προσπαθούμε να κρύψουμε απ‘ τον εαυτό μας. Όταν θα γίνεις πορτοκαλί δεν θα πεθάνεις. Θα σε φροντίζω εγώ για να μείνεις έτσι.

Δεν φτάνει το μακιγιάζ, το styling, η ψυχή δεν μακιγιάρεται γιατί όταν κλαίει μουτζουρώνει. Θες να ‘χεις μουτζουρωμένη ψυχή;

Ούτε και σε μένα αρέσει να μιλάω για μετά, αλλά φοβάμαι το πορτοκαλί σου που είναι λίγο. Περισσότερο φοβόμουν πριν. Όταν ακόμα μετρούσα αν θα αντέξω στους ρυθμούς που επέβαλες.

Η ελευθερία είναι το χολ που συνήθως αποθέτουμε τη σκλαβιά μας, μια γυάλα χωρίς χρυσόψαρα, ένα άδειο περίβλημα, τα εξωτερικά γυρίσματα μιας ταινίας που σταμάτησε από ξαφνική έλλειψη έμπνευσης.

Έχεις λάθος αντίληψη γι αυτήν, όταν φοβάσαι ότι θα την χάσεις είναι σαν να παραδέχεσαι ότι δεν την είχες ποτέ. Εγώ την είχα και μου πλεόναζε. Τώρα που την έχασα, την έχεις εσύ, δηλαδή εγώ πάλι. Είδες πως φροντίζω να την έχω ακόμα κι όταν την χάνω;

Εσένα δεν ξέρω αν έχω. Χρειάζομαι μια πιο μοναχική ζωή που δεν μπορείς να μου δώσεις. Γράφεις συνεχώς τηλέφωνα, πρέπει να σου αγοράσω μπλοκάκι. Να ‘χα χίλιες σιωπές να ακούς. Δεν έχω. Γιατί όλα έχουν φωνή, στις βραδινές περιπλανήσεις μας.

 

Στην Σαντορίνη το καλοκαίρι συνεχίζεται με την Joan Baez και την Πενέλοπε Κρούς που ήρθαν μεταμφιεσμένες στο νησί. Η Baez τραγουδάει Άσιμο, η Πενέλοπε ντύνεται σαν την Σεχραζάτ για να μην την αναγνωρίσουν. Κάνει παρέα με τον Σάκη τον μηχανικό.

Πολλές πισίνες φέτος, η αυτοκρατορία του χλώριου. Δεν μπορώ να σε δω εύκολα, σε κρύβει ο βράχος της Περίσσας που είναι ανάμεσα μας. Το φεγγάρι είναι πορτοκαλί, οι νότες στο «Hello» των Evanescence κόκκινες κι εγώ μαύρος. Το επόμενο επάγγελμα μου θα είναι να πουλάω cd στις παραλίες φωνάζοντας hey man. Ή να καθαρίζω πισίνες έχοντας πιει τρία κιλά κρασί. Δεν ξέρω κανέναν με το όνομα Κώστας, γιατί τον αναφέρεις τόσο συχνά; Μη το κάνεις αυτό, σε παρακαλώ, μου προκαλείς οίκτο. Μόνο στο μπαρ βρίσκω ησυχία. Το Tropical είναι το καταφύγιο μου όταν χαμηλώνει το φεγγάρι και αρχίζει από πορτοκαλί να ασπρίζει.

Πάρε με, πάρε με, μου λες. Πώς, που όταν πάω να σε πάρω με παίρνουν τα κλάματα; Πώς να σε πάρω; Θα ’πρεπε να σε είχα πάρει εκεί, μέσα στην πισίνα του Salty, μπροστά σε εκατό άτομα δύσκολο να σε πάρουν τα κλάματα. Θα ντρεπόμουνα. Όχι να σε πάρω, να με πάρουν τα κλάματα. Ήθελες να έρθω μέσα σου, να σε ανοίξω μέχρι να κοπείς στη μέση. Θα σ’ έσκιζα. Δεν γινόταν, έπρεπε πρώτα να βγεις εσύ. Σφηνωμένη. Είχες χαθεί μέσα σου και δεν μπορούσες να βρεις την έξοδο. Κολυμπούσες προς τα βαθιά χωρίς να το ξέρεις.

Η διείσδυση είναι εσωτερική, τρυπάει τις άμυνες, δεν πρέπει να μοιάζει με εισβολή. Ο έρωτας είναι κατοχή. Με όρους. Με χρώματα.

Οι εικόνες ξεγελούν.

Δε φτάνει το ανθρώπινο σώμα, οι αντιστάσεις του είναι λίγες, κοντέψαμε να σκοτωθούμε. Μη κλαις. Στο τέλος θα επιζήσεις.

Να φορέσεις το σχήμα μου. Με τόσο φως δεν βλέπαμε τη μύτη μας. Γαμιόμαστε τελικά για να σωθούμε ή για να σώσουμε τη στιγμή; Μπορεί και για τα δυο. Ή για να αντέξουν τα όνειρα. Πριν προλάβεις να τα καταγράψεις, πεθαίνουν.

Αν δεν ήταν ο Νίκος θα ‘χα κολλήσει την μηχανή σε κανα στύλο και θα ‘μουν τώρα αξιοθέατο στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης ή διακοσμητικό στην είσοδο κάποιου οινοποιείου της Σαντορίνης.

Κερδίζω και χάνω πάνω από εκατό φορές την ίδια παρτίδα που μόλις πάει να τελειώσει αρχίζει ξανά απ‘ την αρχή. Τις κινήσεις τις κάνουν οι ψυχές μας, όχι εμείς. Δεν το αντέχω αυτό. Δεν αντέχω άλλο τις υπαγορευμένες συμπεριφορές, τις υπαγορευμένες άμυνες, τα υπαγορευμένα παιχνίδια που θα καταλήξουν έτσι κι αλλιώς σε βάρος σου. Δεν αντέχω το βλέμμα σου που όταν με κοιτάζει είναι σαν να με χαϊδεύουν όλες οι ζωές που από παιδί κυνηγούσα. Είναι πορτοκαλί για λίγο, κοκκινίζει και μετά εξαφανίζεται. Μένει ένα άσπρο περίγραμμα που κοροϊδεύει την νύχτα.

Τώρα παίζει το «Let the Sunshine In», γιατί δεν αφήνεις λίγο τον ήλιο να μπει στις ζωές μας;

Η soul που ακούς θέλει ψυχή και συ την έχεις καταθέσει. Η Νικολέτα δεν την κατέθεσε ποτέ, έχει ένα φεγγάρι πορτοκαλί που δεν ασπρίζει.

Όμορφο όσο κανένα. Μοναδικό. Ανθεκτικό στους αποχρωματισμούς που προξενεί η σπατάλη του εαυτού σου. Γι αυτό σ‘ αρέσουν τα λαιβ, γι αυτό τα κυνηγάς. Γιατί η δική σου ζωή είναι βίντεο και όταν σε κάποια χρόνια η κασέτα απομαγνητιστεί, η εικόνα θα μείνει λευκή. Σαν το φεγγάρι σου. Με χιονάκια.

Η Αννούλα δεν έχει χιονάκια, είναι καθαρή σαν Αυγουστιάτικος ουρανός.

 

Θέλω να σταθώ δίπλα σου και δεν μ‘ αφήνεις. Σε τρομάζω. Ούτε το χέρι σου δεν μπορώ πια να κρατήσω. Χορεύεις για να ξεχάσεις, για να αλληλογραφήσεις ερωτικά, για να εκτονωθεί ο ατμός απ ‘τη χύτρα. Εγώ ακόμα προτιμώ τις κατσαρόλες, τα Ντεσεβώ που ασθμαίνουν στις ανηφόρες, τα τζιν που σκίζονται επειδή τα φοράς συνέχεια, τους zippo που δεν ανάβουν στις παραλίες, το ροκ εν ρολ που θεωρείς πεθαμένο. Τουλάχιστον αυτό έζησε. Με τον τρόπο που έζησε. Και ζει. Δεν θα πεθάνει ποτέ γιατί αυτοί που το παίζουν έχουν πιει το αθάνατο νερό. Εσύ πως ζεις; Κοροϊδεύοντας τους ζωντανούς;

Από ένα σημείο και μετά το ρεύμα κόβεται. Βυθίζεσαι στο σκοτάδι, δεν ξέρω τι να κάνω. Για να επικοινωνήσουμε πρέπει να βρω γεννήτριες να σε ηλεκτροδοτήσω.

Σε θέλω πολύ και συ φρικάρεις συνέχεια. Μήπως γιατί αυτό που σου συμβαίνει είναι αληθινό και ό,τι είναι αληθινό δεν αντέχεται;

Τα σκληρά θέλουν αποτοξίνωση, να κάνεις στους κυνισμούς, στις φρίκες, εγώ θα κάνω στις βότκες, έχουν κάψει τον λαιμό μου και η φωνή μου κοντεύει να χαθεί. Όταν μιλάω νομίζεις ότι τραγουδάει ο Tom Waits.

Πάω δυο δεκαετίες πίσω, αγαπώ τους κατεστραμένους. Χάνω την ψυχραιμία μου, την εμπιστοσύνη μου, τον αγώνα, εμένα. Εσένα; Τελικά μπορεί και να μην γουστάρω, ξέρεις. Μπορεί απλώς να ήθελα μια ιστορία παραπάνω, μια ζωή που να μοιάζει με όνειρο αλλά να είναι αληθινή, λίγο ροκ ακόμα στην άκρη των βράχων, μια τραγωδία σαν της Σαντορίνης που σε τρομάζει γιατί φοβάσαι τους γκρεμούς. Εγώ δεν τους φοβάμαι, οδηγώ σύρριζα για να ζαλίζομαι απ‘ το ύψος. Χωρίς φώτα. Πάω στη μια ρόδα, νιώθω την αναπνοή μου να κόβεται, ιδρώνω, αλλά εκεί.

Παίζεις; Αν δεν μπορείς, παράτα τα, ασχολήσου με το mountain bike. Ή μάθε καλύτερα τους κανόνες του παιχνιδιού. Συνεχώς κλέβεις. Συνεχώς.

Κι εγώ πονάω.

Αν δεν γίνεις σύντομα πορτοκαλί, θα έχουμε πρόβλημα.

 

 

********************************************************************************

 

5. ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ, εκδ. Μεταίχμιο, 2007

Τα μικρής διάρκειας αυτά κείμενα, που συνυπάρχουν εδώ σε ίσες ποσότητες με τις ιδέες, το απόφθεγμα, την ποίηση, τον αφορισμό και τον δοκιμιακό λόγο, θέτουν εξαρχής ένα σχεδόν ακαριαίο στοίχημα: Να καταφέρουν να παραμείνουν ανεξάρτητα ειδολογικά, εγκιβωτίζοντας συγγενείς μορφές του γραπτού λόγου εν είδει σπαραγμάτων, και παράλληλα να παρεκτείνουν, όσο μπορούν, την οπτική και το όραμα της γραφής.
Με αφετηρία τις πολλαπλές εκδοχές του εγώ που συνωθούνται μέσα στο ίδιο σώμα σαν μεγάλα επάλληλα σύμπαντα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος αποκαλύπτει, ανασηκώνοντας ελαφρά το πέπλο των πραγμάτων, μια πυκνότατη φόρμα συναισθημάτων, στα όρια του ποιητικού παράδοξου, που προβάλλονται ως στοχασμοί πάνω στο σκηνικό των λέξεων, θυμίζοντας στενογραφημένες σημειώσεις για την άγραφη Ιστορία του βλέμματος.

**

ΚΑΘΕ που κλαίει ένα μωρό, οι βιβλιοθήκες των ανθρώπων γκρεμίζονται.

*
ΧΥΝΕΣΑΙ μέσα σε όλα τα τοπία, καλύπτεις κάθε πιθανό συνδυασμό, γιορτάζεις όλες τις ημερομηνίες. Σε μεταφράζουν όλες οι γλώσσες της γης. Κάθε πρωί που σηκώνεσαι, φοράς όλα τα χρώματα, μιλάς όλες τις λέξεις της μέρας και χαμογελάς. Με όλες τις εκφράσεις. Σε φωνάζουν όλα τα απεγνωσμένα επίθετα, υπάρχεις μέσα σε όλες τις επιδιώξεις, αποτελείς ιδρυτικό μέλος σε όλα τα κινήματα. Είσαι ο πρωινός καφές σε όλα τα καφενεία, το ρεφρέν στους στίχους όλων των τραγουδιών, με περιμένεις σε όλες τις γωνίες του κόσμου να γυρίσουμε σπίτι. Εκτυλίσσεις τα στιγμιότυπα, αλλάζεις τη γεωγραφία του ορίζοντα με το βλέμμα σου, σε διαφημίζουν παντού τα καρτ ποστάλ των νησιών. Αποτελείς το θέμα όλων των αφιερωμάτων.

 

Είσαι πάντα ο χρόνος που πέρασε και ο χρόνος που θα ρθει, στεγνώνοντας πάνω σε κάθε φωτογραφία, κάθε δέρμα, κάθε που βρέχει.

 

Χωρίς καν να υπάρχεις.

 

Εσύ.

Μια, καθώς λένε, δυσλειτουργία της μνήμης.

*

Ο ΕΡΩΤΑΣ: Μια ανάρμοστη περιπέτεια του ματιού. Ένας εγκαταλειμμένος σιδηροδρομικός σταθμός που πάνω του κυλάνε τα χρόνια.

*

ΞΑΦΝΙΚΑ, εκεί που καθόμασταν και περιμέναμε ανυποψίαστοι να ξεσπάσουν τα κύματα, μετρώντας τα δαχτυλίδια του χρώματος, ένας ωκεανός πέρασε αναπάντεχα από μια ρωγμή των ματιών σου και έγιναν όλα ξανά ανεπίτρεπτα μπλε.

*

ΗΤΑΝ ένας ήλιος εκτός μάχης, που είχε σχεδόν καεί πίσω απ’ τις πλάτες μας -μια θεωρητικά χαμένη υπόθεση – κι όμως θυμάμαι καλά πως προσπαθούσαμε να τον αναστηλώσουμε, τοποθετώντας μεγάλες ξύλινες διχάλες κάτω απ’ τα μάτια του για να τα κρατήσουμε ανοιχτά, πως νιώθαμε λιγάκι σαν ήρωες ταινιών εποχής, στην τελευταία ευκαιρία που είχαμε να ξαναγίνουμε παιδιά.

*

ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ της χώρας σου, αυτό το βέβηλο σύμβολο με τα πολλά ψηφία από σκασμένη δαντέλα, κάτω απ’ το τρίχωμα της νύχτας, εκεί χαμηλά, σε κοινή θέα, δίπλα στην αδηφαγία των χειλιών, σαν ορθάνοιχτη σωτηρία ζώου που σε κοιτάζει θλιμμένα, είχαν στήσει ενέδρα οι εξισώσεις. Βάλθηκα να αιωρούμαι στη ρίζα τους με ανοιγμένη ομπρέλα. Σε στάση προσευχής, σχεδόν κρατώντας σε στα δόντια μου, συνέχισα να χορταίνω το στόμα μου με το παγκόσμιο τραύμα.
Η παρέλαση των κύκνων θα ξεκινούσε σε λίγο.

 

 

*******************************************************************************************

 

6. ΤΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2008. Κείμενα

 

ΚΕΙΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

ΌΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΙΚΡΟΣ, ήμουν λιγόφαγος. Η μητέρα μου με κυνηγούσε να φάω. Κάθε πρωί μου ετοίμαζε ένα σάντουιτς να το πάρω μαζί μου για κολατσιό. Δεν το έτρωγα ποτέ. Σε ένα μεγάλο ντουλάπι πίσω απ’ το θρανίο μου, αποθήκευα σχολαστικά όλες εκείνες τις βιταμίνες που δεν κατέληγαν στο στομάχι μου. Ήταν ένα βουνό από αχρησιμοποίητα γεύματα, έμοιαζε με το μέλλον μου: όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να το αποφύγω.

Μια μέρα η δασκάλα με ανακάλυψε. Τα σάντουιτς είχαν σαπίσει, η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη· όλη η τάξη κρατούσε τη μύτη της. Στο διάλειμμα τα έβγαλε όλα και τα άπλωσε στο θρανίο μου: «Ορίστε τα χάλια σου», μου είπε. «Μήπως θα ήθελες να τους ρίξεις μια τελευταία ματιά;»

Τα κείμενα αυτά θυμίζουν εκείνα τα σάντουιτς του σχολείου – είναι, κατά ένα τρόπο, «τα χάλια μου». Οι ζαβολιές που μ’ αρέσουν. Στον ρόλο της μητέρας μου είμαι πλέον εγώ. Εγώ πρέπει να φροντίζω για το φαγητό μου- άσε που πρέπει να το τρώω κιόλας.

 

Δημοσιευμένα την τελευταία εξαετία, στην πλειοψηφία τους στην εφημερίδα «metro», αλλά και στην «Ελευθεροτυπία», την «Καθημερινή», το «Δίφωνο» ή αλλού, γραμμένα κάτω από το πιεστικό βάρος της ύλης που κλείνει και τον αυστηρά περιορισμένο αριθμό των λέξεων που απαιτούνται, προσπαθούν να βγάλουν λίγο το κεφάλι τους έξω απ’ το νερό, να μουρμουρίσουν απόψεις και λόγια που διαρκούν μια μόνο στιγμή ή αντέχουν στο χρόνο: Σα φωτογραφίες που αποδεικνύουν απλώς ότι μεγαλώσαμε.

Κείμενα χρόνια, ερείπια. Που σουλατσάρουν σε βιβλία, σε πρόσωπα, σε καλοκαίρια, σε γεγονότα της προσωπικής μου επικαιρότητας. Για καταστάσεις του νου και γυναίκες που ευθύνονται για όσα συμβαίνουν. Κείμενα που κρυφοκοιτάζουν απ’ την κλειδαρότρυπα το χτες αλλά και το αύριο. Που κόβουν δρόμο, για να φτάσουν κατευθείαν στο τέλος. Ηδονοβλεπτικά, πλανόδια, αναπόφευκτα. Σαν αναβράζοντα δισκία.

 

Στο τέλος τους υπάρχει ένα πλάγιο διακριτικό, μια ημερομηνία: Είναι η ημερομηνία που δημοσιεύτηκαν. Απέφυγα να αναφέρω το έντυπο – θα μου θύμιζε την τιμωρία της δασκάλας.

Πίστευα ότι ο ρόλος τους εξαντλήθηκε στις σελίδες των εντύπων που δημοσιεύτηκαν, όμως η επιμονή και οι προτροπές αναγνωστών και φίλων που δεν τα πρόλαβαν, με έκαναν να το ξανασκεφτώ. Προβληματίστηκα. Η έκδοσή τους σήμερα, ίσως σημαίνει ότι νίκησαν. Ότι επικράτησε η άποψή τους. Είχα χάσει για μια ακόμα φορά.

 

Έκανα, λοιπόν, μια επιλογή. Σε μερικά, μια επιμέλεια, κάποιες διορθώσεις. Να μπορούν να διαβαστούν και ως ενιαίο μυθιστόρημα που παλεύει να συγκροτηθεί σε μορφή, με ήρωα την καθημερινότητα μου. Δεν μπήκα στο κόπο να τα ταξινομήσω, να τα εντάξω σε θεματικές ενότητες. Θέλησα να αποφύγω το κλισέ της κατηγορίας. Τα χώρισα, πάντως, σε χρώματα. Έξι, όσα και τα χρόνια που περιέχονται. Αν ήταν επτά, θα ήταν ουράνιο τόξο. Λείπει το γαλάζιο. Μου αρέσουν περισσότερο έτσι, χωρίς ουρανό. Ξανακοιτάζοντάς τα, θυμήθηκα λεπτομέρειες που είχα ξεχάσει, ιστορίες που με είχαν σημαδέψει, όσο τις σημάδεψα. Περιστατικά που είχα ζήσει και είχαν αλλάξει το χρώμα της μνήμης μου. Γεγονότα που με είχαν αφήσει εκτός αγωνιστικής δράσης. Ξαφνικά, είχα νέα μου.

 

Τα κείμενα αυτά είναι μικρά, σα τα σάντουιτς της μητέρας μου. Όταν μεγαλώσουν, σχεδιάζουν να βρουν το χρώμα που τους λείπει και να το σκάσουν απ’ τις σελίδες.

 

Όταν μεγαλώνουν οι λέξεις ονειρεύονται να γίνουν ζωή.

 

**

Η ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω

ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ

 

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ ΠΑΡΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ, κλειστά παράθυρα, κλειστά παράθυρα. Ο κόσμος που πέρασε άφησε τα σημάδια του ανορθόγραφα στο περβάζι. Κουτσουλιές, σαν των πουλιών. Ξέρεις τι θα μου λείψει περισσότερο από σένα; Οι κατολισθήσεις μας. Το φως που έμπαινε ανάμεσα στα κορμιά μας καθώς γκρεμιζόμαστε – μια μυστική δύναμη. Ήταν ένα φως με ίχνη, με αποτυπώματα. Τα φέρω ακόμα. Κοσμήματα από φως. Καμιά φορά, όταν ξυπνάω το πρωί, το ξεχνάω. Νομίζω ότι έχω γεμίσει διαφανείς κρυστάλλους. Μετά θυμάμαι. Κοιτάζω το σώμα μου και η οξύτητά του με τρομάζει. Αν σε ξύσω άραγε από πάνω μου θα χαθείς; Θα χαθούν όλα όσα κατόρθωσαν να είναι; Και το φως; Πώς να το πάρεις απόφαση το φως;

Έχω περισσότερα ερωτήματα από καταφάσεις. Δεν μπορούν εύκολα να σταθούν σ’ ένα κείμενο. Μήπως αν αναρωτιέσαι συνέχεια απαντάς σε όλα; Είδες, πάλι ρωτάω.

Τέλος πάντων, αυτό το χειμώνα έμαθα να κλίνω τα ανώμαλα ρήματα. Ξέρω απ’ έξω όλες τις πτώσεις, κάποια μέρα θα σου μιλήσω γι αυτές. Έγινα γενναιόδωρος με όσα χάνω· φαίνεται, δεν τα είχα ποτέ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η απώλεια είναι τόσο αναίμακτη. Ούτε ότι συνηθίζει κανείς με τον καιρό τις συντέλειες του κόσμου.

 

Τελικά στα φεγγάρια με τους Ινδιάνους συμφωνούμε· έχουμε από 13. Συνεχίζουμε να ανάβουμε τα τσιγάρα μας απ’ αυτά – ως γνήσιοι αναγνώστες του Γκόρπα. Εκεί που τα χαλάμε λίγο είναι στην μέτρηση του χρόνου. Εμείς έχουμε μέρες, μήνες, χρόνια κι εκείνοι αιωνιότητα. Ποιος μετράει πιο σωστά, δεν ξέρω. Μπορεί κανένας.

Μου αρέσουν ακόμα οι Ινδιάνες, αλλά δεν έχω το κουράγιο να ζωγραφίζω άλλο το πρόσωπό μου. Αρκετές ζωγραφιές έχει πάνω του. Τις μισές μου τις έχεις κάνει εσύ. Άλλωστε, δεν υπάρχουν πια αληθινές Ινδιάνες. Περισσότερο φαντάζεσαι ότι υπάρχουν. Είναι τόσο μακρινή η εποχή τους, που μπερδεύεται με τα παραμύθια. Απ’ όσες έχουν ξεμείνει στις πόλεις καμία δεν λέγεται Σύννεφο με παντελόνια. Καμία δεν κρεμάει στα κοτσιδάκια της σούρουπα από τις παραλίες των νησιών. Έχουν φθαρμένα όνειρα, πλαστικά λόγια, αδύναμα σύμβολα. Έπειτα, είναι και οι δεσμοί αίματος που τις ενώνουν. Δεν τους πιστεύω. Δεσμά αίματος θα ήταν η ακριβέστερη έκφραση.

 

Το στερεοφωνικό συνεχίζει να απεργεί από την προηγούμενη άποψη. Δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα από τότε. Συνεχίζουν να συζητούν για το Ασφαλιστικό. Ο Αλογοσκούφης και η Τρέμη μου φαίνονται σαφώς συμπαθέστεροι με κλειστή τη φωνή της τηλεόρασης. Ανοιγοκλείνουν το στόμα τους και συμπληρώνω εγώ τις λέξεις που θέλω. Συνεχίζω να χάνω. Είναι η τρίτη σερί εντός έδρας ήττα μου τον τελευταίο μήνα. Μου έκλεψαν πάλι λίγα από τα έμψυχα και τα άψυχα που μου έχουν απομείνει. Οι λαγοί τελειώνουν. Και τα καπέλα. Έχω κουραστεί με τα θαύματα που έχω επωμιστεί μέσα στο γήπεδο. Παίζω με κατεβασμένες κάλτσες. Βαρύ τερέν, όλο βρέχει. Ο κόσμος θα έπρεπε να αναβληθεί λόγω ακαταλληλότητας του αγωνιστικού χώρου.

 

Δεν φτάνει να ονειρεύεσαι. Ζωή είναι ό, τι γνωρίζουμε και αυτό που γνωρίζω δεν μου αρέσει. Ή δεν μου αρκεί. Είμαι διαυγής. Σχεδόν τρύπιος. Το κομμάτι που λείπει και επιτρέπει να δεις καθαρά μέσα μου, μου αφαιρέθηκε κάποτε, με κάποιο τρόπο. Απ’ το κενό αυτό εισβάλλουν οι άλλοι. Αν το βρω θα το χαρίσω σε μένα. Να κλείσει αυτή η εκκρεμότητα του φωτός. Αυτός ο φαύλος κύκλος της καθαρότητας. Ο Ρενέ Σαρ γράφει σε ένα στίχο του ότι «η διαύγεια είναι η πληγή η πιο κοντινή στον ήλιο».

Γράφω πληγές, ανάσες που δεν φτάνουν. Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω; Πρόσφατη έκθεση της WWF αποκαλύπτει ότι μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, το 60% των δασών του Αμαζονίου, ενός από τους βασικότερους σταθεροποιητικούς πνεύμονες του παγκόσμιου κλιματικού συστήματος, θα έχει εκλείψει. Στην οδό Πλάτωνος έχω εγκαταστήσει τον δικό μου Αμαζόνιο· είναι μια μπλε πολυθρόνα. Με μια απλή κίνηση των ματιών μου αλλάζω τα δέντρα, όποτε δεν με ικανοποιεί η καρποφορία τους.

Έχω όλων των ειδών τα παραδείσια πουλιά. Εκτός από ένα.

 

 

**

OΛΗ Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

ΤΗΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ μου τηλεφώνησε η Νικολέτα. Με ρώτησε αν έχει μεταφραστεί στην Ελλάδα το βιβλίο του Πιέρ Μπουρντιέ, «Η δυστυχία του κόσμου», το θέλει. Της είπα ότι η δυστυχία δεν μεταφράζεται. Την καταλαβαίνεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, είναι παντού ίδια. Κάθομαι στο μπαλκόνι μου και κρατάω σημειώσεις. Θυμίζουν πρακτικά δίκης. Φυσάει πολύ, ο αέρας μου παίρνει τις σελίδες. Βιάζεται να διαβάσει τι γράφω, είναι περίεργος. Αναγκάζομαι να συγκρατώ τις λέξεις μια μια. Τις αγκαλιάζω. Το σημερινό κείμενο είναι στο έλεος του αέρα.

Γράφοντας, ξεχνάς να ζεις. Σε απορροφά, δεν βρίσκεις τον χρόνο που χρειάζεται. Δεν τον βρίσκω, ζούμε ακόμα; Ζούμε, αλλά νικημένοι. Με τις σημαίες μας μαζεμένες, με την άμμο στα μάτια, με την ζωή υπό μάλης. Ερωτευμένοι με τα χαράματα, δεν ξημερώνει ποτέ;

Αγγίζεις τους ανθρώπους για να τους ομορφύνεις ή για να τους αφήσεις το σημάδι σου; Όπως και να ναι, σε κάθε άγγιγμα τρέχουν δάκρυα απ’ τα μάτια μου. Τα όνειρά μου είναι λίγα, γεμάτα κύματα. Εμού του ιδίου. Τσακίζονται στα βράχια, εγώ συνεχίζω. Τα γράφω, τα βάζω σε μικρά κουτιά για να τα θυμάμαι. Είναι τα φέρετρά τους. Κάθε κουτί και άλλο χρώμα, κάθε χρονιά και διαφορετικό σχέδιο. Τα διατηρώ έτσι στη μνήμη μου. Έχει σημασία να θυμόμαστε όσα δεν έχουμε καταφέρει.

Πάντα, όταν ξεκινάω να γράψω δεν έχω θέμα. Το βρίσκω σιγά σιγά, πίσω από τις γρίλιες. Μου αποκαλύπτεται συνήθως μετά την μέση του κειμένου. Κομψά, σα να γδύνεται μια γυναίκα. Μετράω τις λέξεις, σε λίγο πρέπει να το βρω. Είναι διακόσιες πενήντα τέσσερις.

 

Πάμε σε εκλογές- τραγωδία. Με τις φωτιές πάνω απ’ το κεφάλι μας, να καπνίζουν οι κάλπες. Με το χάρτη να έχει γεμίσει κρυμμένους ήλιους. Για να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις που δεν ξεκίνησαν ποτέ. Με το πόρισμα Ζορμπά. Ένας ήρωας του Καζαντζάκη θα κρίνει τις εκλογές.

Ο Σαράντης γύρισε απ’ τις διακοπές του, ο Συνασπισμός θα μπει στην βουλή. Είμαι ήσυχος. Πριν φύγει υποστήριζε ότι η καλύτερη θέση στο κρεβάτι είναι κάτω απ’ το κρεβάτι. Τώρα θέλει να κατοχυρώσει ως πατέντα μια στάση στο σεξ· το επόμενο βιβλίο που θα μου ζητήσει θα είναι μάλλον ένα εναλλακτικό Κάμα Σούτρα. Η στάση θα λέγεται εξηνταοκτώμιση.

Δημοσκοπήσεις, γκάλοπ, ευρήματα. Κάλπες – τάφοι. Όλος ο χάρτης της Ελλάδας είναι κόκκινος. Σημαδεμένος, σαν ψηφοδέλτιο. Κράτος εγκληματίας. Ασύμμετρο. Ντρέπομαι. Θέλω να βάλω την γη στην τσέπη μου, να την προφυλάξω· αν είναι, να καούμε μαζί. Η τηλεόραση έχει γεμίσει αριθμούς, χωριά που καίγονται. Ανταποκρίσεις απ’ τη κόλαση, προθέσεις ψήφου. Δεν έχω άλλου είδους προθέσεις, θα είχα ψήφου; Τώρα; Τα τελευταία δέκα χρόνια είμαι ΔΓ/ΔΑ. Αμετακίνητος. Έμεινα εκεί, μου αρέσουν τα κεφαλαία με την μπάρα στη μέση, η επανάληψη του αρνητικού μορίου δεν. Μου αρέσουν ακόμα τα δάση.

 

Οι εκλογές μοιάζουν με το πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Συμμετέχεις στην κλήρωση, αλλά δεν περιμένεις τίποτα. Το αγοράζεις από παράδοση. Για να τηρήσεις το έθιμο. Για να δοκιμάσεις τη σούπα. Όσες πιθανότητες έχεις να το κερδίσεις, άλλες τόσες υπάρχουν για να αλλάξει κάτι.«Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο θα ήταν παράνομες». Το διάβασα σε ένα τοίχο της πλατείας Εξαρχείων. Ήταν γραμμένο με κόκκινο σπρέι, από σταθερό χέρι. Τα γράμματα δεν έτρεμαν. Τσάμπα τσακώνονται τα κανάλια. Το εγκυρότερο δελτίο ειδήσεων είναι στους τοίχους. Η δυστυχία δεν θέλει υπότιτλους, δεν έχει ποσοστά. Είναι διεθνής.

 

****************************************************************

 

7. UNPLUGGED, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2008. Έκδοση εκτός εμπορίου, 1000 αριθμημένων αντιτύπων, Συνεντεύξεις και ανέκδοτα ποιήματα

 

ΛΗΓΜΕΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ

 

Παλιά θυμάμαι

Περνούσα σφαίρα απ’ το φωταγωγό

Και ξεχνιόμουν στο φως

Μέρες ατέλειωτες

 

Έβαζα δασεία στον έρωτα

Όταν τα πνεύματα είχαν οξυνθεί

Έκανα ό,τι κάνουν τα παιδιά

Ανέβαινα ως τις μύτες των ποδιών μου

Για να τον φτάσω

Κοιτούσα ψηλά

Και διόρθωνα το ε με το χέρι

 

Τώρα

Όποιο βιβλίο της Κατερίνας και να σηκώσεις

Θα με βρεις από κάτω

Να καθαρίζω τα αίματα

Με μια βαλίτσα γιατρού

Με μια ομπρέλα που όλο βρέχει

Κι ένα απογευματινό ήλιο μπαγιάτικο

Κρυμμένο καλά

Κάτω απ’ τη φόδρα της αριστερής μου μασχάλης

 

Αν μου πέσει

 

Θα ξημερώσει ληγμένα χρώματα

 

 

 

**************************************************

 

8. ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ. Μεταίχμιο, 2009

 

Ποιήματα που «φωνάζουν» για την ερημιά των λέξεων που απέμειναν, για τη σιωπή του έρωτα που καραδοκεί, που εισβάλλουν στον χώρο και τον χρόνο και διαπερνούν τα πάντα, αναγγέλλοντας το τέλος. Κάτι σαν προανάκρουσμα του κενού, ενώ η ιστορία εκπνέει.

*

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

 

Καλά είμαι σου λέω

Αλήθεια

Καλά τα πάω

Παρακολουθώ τους σφυγμούς μου καθημερινά

Μέσω Ίντερνετ

Μετακινούμαι μόνο κάτω από υπόστεγα

Για να μη στάζουν οι παραλίες στα μάτια μου

Προβιβάζομαι σε ανύπαρκτο

Μελετάω στο κτίριο των τυφλών

Τα τελευταία ερείσματα φθινοπώρου

Δεν ονειρεύομαι πουθενά

Μιλάω με τις φωτογραφίες σου

Που μεγαλώνουν στη γλάστρα

Με φθαρμένα ψηφία μονότονους ήχους αξύριστες ματιές

Φτιάχνω τα φρένα του αυτοκινήτου μου

Για να ξαναχαλάσουν

Ασχολούμαι με τις ταινίες διπλής όψεως

Τα ξυραφάκια διπλής κοπής

Τις διπλές βότκες πορτοκάλι

 

Κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά

Επισκέπτομαι το μπάνιο

Σιδερώνω το σώμα μου μ’ ένα σύρμα

Να φύγει ο έρωτας που σάπισε

Φροντίζω να αλλάζω τους εκδότες μου

Πριν μου γίνουν συνήθεια και πονέσω

Σπάω εταιρείες στη μέση

Και τις πουλάω για αθώα χαμόγελα

Ανταλλάσσω τη δυστυχία μου

Με παιδικά σχέδια

Σε μαγαζιά με αντίκες

Προσέχω να τρέφομαι σωστά

Με λέξεις βιολογικής καλλιέργειας

 

Και το βραδάκι πριν ξαπλώσω

 

Βγάζω τα μάτια μου

 

Και τα αφήνω αθόρυβα δίπλα στο πορτατίφ

Σ’ ένα πλαστικό ταπεράκι

Όπως κάνουν οι γέροι με τη μασέλα τους

Γιατί δεν αντέχω να σε βλέπω άλλο

 

Να γεμίζεις το κρεββάτι μου

 

Σπασμένα ποδήλατα

 

*

ΑΜΟΡΓΟΣ 1

 

Ερωτευμένος με την σιωπή

Της μπλε πολυθρόνας μου

Το σαλόνι μια θάλασσα

Καταλήξεις όπως αρχαία απαρέμφατα

Φυτρώνουν στα χέρια μου

Γύρω απ’ τον λαιμό μου

Αγχόνη ο ήλιος

Πιάνεται απ’ τους ώμους μου να μη πέσει

Και σπάσει στα βράχια

Που περιμένουν από κάτω

Να τον καταπιούν

 

Η παραλία του χολ άφαντη

 

Βγάζω βρεγμένη άμμο συνέχεια

Απ’ τις τσέπες μου

Την αφήνω στο τραπέζι

Και εξατμίζεται

Αν ανοίξω κατά λάθος την πόρτα

Θα χυθεί η Αμοργός έξω

 

Και τότε

 

Όλοι θα ψάχνουν για κιβωτό

 

 

*

ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΟ

 

 

Εγώ στο κελί μου

Την ώρα της εκτέλεσης

 

Ιδρύω φεγγίτες

 

*

ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

 

 

Ανεβαίνοντας για τους Tiger Lillies

Ο Λυκαβηττός θύμιζε πρόχειρο διαγώνισμα

Χαλασμένο κλιματιστικό

Θάλασσα

Που πάνω της ταξίδευαν εκτάκτως

Το φόρεμά σου

Οι καταδύσεις μου

Τα μπλούζ του Junior Wells

Και το αγίνωτο σώμα της αγάπης

Που κρύωνε

 

Ήρθες

Κάθισες δίπλα μου

Σεπτέμβριος κανονικός

 

Κι έγιναν οι κερκίδες

 

Ολόμαλλες

 

*

ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ Π ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΕΙ(Σ)

 

 

Ερχόμουν από μακριά

Με τους χειροποίητους μύθους μου

Με τις φυσιογνωμίες των σωμάτων

Γεμάτες λάσπη

Είχα συνηθίσει πια

Να επιπλέω στην καθαρότητα

Ό,τι ήθελα να πω

Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου

Για δοκιμή

 

Μια μέρα

Άρχισα να σου μιλάω ακατάπαυστα

Και κόλλησαν τα χείλη μου Άνδρο

Όπως έβγαινε η φωνή μου

Λιγόστευα

 

Εσύ πάλι τι κάνεις;

Όποτε το θυμάσαι

Κατεβάζεις τα σκουπίδια στη θάλασσα

Ξεσκόνισε και λιγάκι

Τόσες λέξεις είναι πεταμένες στο πάτωμα

 

Δε βλέπεις ότι αν συνεχίσουμε έτσι

Θα μας φάει η σκόνη;

 

*

ΑΜΝΗΣΙΑ

 

Ούτε κατάλαβα

Μετά από τόσες σχέσεις

 

Πού ξέχασα

 

Τα βατραχοπέδιλά μου

 

*

ΥΠΟΣΤΕΓΟ

 

 

Κι όπως έβρεχε ασταμάτητα

Όλη νύχτα ίδιος σκοπός

Άνοιξα το σώμα σου

Για να ζεσταθώ

 

Μπήκα

 

Όμως εκεί

 

Έβρεχε περισσότερο

 

 

*

ΕΓΩ ΔΕΝ

 

 

Εγώ δεν

Έχω

Τίποτα το κοινό μαζί σας

Τα μάτια μου μοιράζουν το φεγγάρι

Σε συσσίτια απόρων τις Κυριακές

Προς Μοναστηράκι μεριά

Γυρίζω με απίθανη απείθεια

Από τσιγάρο σε τσιγάρο

Την υδρόγειο των ανέμων

 

Κάθε πρωί

Μπαίνει η Σέριφος

Απ’ το παράθυρο μέσα μου

Και με κόβει στα δυο

Χρεώνομαι τη σιωπή

Σταυροβελονιά πάνω μου

Ίσως μάλιστα

 

Να είμαι ο ιδρυτής της

*******************************************************************************************

9. Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, 2010,εκδ. Απόπειρα, β’ έκδοση 2012, γ’ έκδοση 2019, δ’ έκδοση 2020

 

Ύστερα από τόσες και τέτοιες φορμαλιστικές καταχρήσεις, παραδίδεται επιτέλους στις λέξεις — αυτές τις λίγες λέξεις που έμειναν — ο τάφος που τους αξίζει. Έχουν επιζήσει οι πιο καθαρές. Αυτές που, όπως και η ηρωίνη, έχουν την ύστατη ευκαιρία της απομάγευσης. Ο ελλειμματικός τους χαρακτήρας προδίδει σήμερα και το εύρος της παρέμβασής τους : Όλα έχουν ειπωθεί. Όλα ;

***

3.

 

ΚΙ ΟΥΤΕ θα μάθει ποτέ κανείς, ότι κάτω απ’ το μπαλκόνι της Άνδρου, εκείνα τα γενέθλια βράδια στο Μπατσί, δυο σώματα που έβλεπαν γαλάζιο τον εαυτό τους έκαναν πα­ρέλαση χτυπώντας τα μαξιλάρια τους, ανάμεσα σε πατη­μένα καπέλα και ένδοξα άδικα.

 

Έψαχναν τραυματιοφορείς, για να μεταφέρουν, όπως του άξιζε, το τέλος μιας αδημοσίευτης σχέσης.

*

8.

 

ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ πάντα το πρόσωπό σου — ένα βατερλό των ματιών. Δέρμα που τσακίζει, όπως σελίδα βιβλίου που σκοπεύεις να επανέλθεις. Τα φρύδια σηκωμένα · στον ουρανό. Η δικαιολογία του στόματος είναι παγί­δα. Στο κέντρο του σαγονιού είναι ζωγραφισμένη μια ελιά. Κάθεται μόνη της εκεί, από τότε, από τώρα, από πάντοτε · σαν κράτος που εγκατέλειψαν ξαφνικά οι πο­λίτες του.

Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου γιατί ήταν ένα πρόσωπο ημιτελές που έμεινε στα μπετά όταν όλα τα δι­πλανά είχαν πουληθεί. Ήταν όμορφο, νυχτερινό, από­κρημνο — ένας τόπος εξαντλητικής νηστείας. Μια οστεώδης κατάνυξη από αμαρτίες και αγιότητες. Και τα μά­τια : Δύο καισαρικές τομές. Κάτι ανεπαίσθητες κορυφο­γραμμές φωτός. Ο χειρούργος πρέπει να ήταν τρελός. Κανείς ποτέ δεν τους έδωσε σημασία.

 

Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου γιατί μου φέρνει στο νου τη θάλασσα. Έτσι θα το θυμάμαι πάντα: Ανε­ξάντλητο.

*

19.

ΠΑΤΗΣΕΣ κάποια στιγμή ένα κουμπί και το μισό μου σώμα έμεινε ξαφνικά χωρίς φως. Φωτιζόταν μόνο το αριστερό μάτι, το χέρι και το πόδι — όλη η αριστερή πλευρά. Η δεξιά έμενε στο σκοτάδι. Το θέαμα είχε ενδιαφέρον σκηνοθετικά, αλλά έπρεπε να κοιτάξω για γεν­νήτρια. Ή τουλάχιστον να καλέσω ηλεκτρολόγο.

*

25.

 

ΕΡΧΕΣΑΙ καμιά φορά — σπάνια, αλλά έρχεσαι — μεσάνυχτα περασμένα. Δίνεις μία στην πόρτα και μπαίνεις · όπως τότε που επιστρέφαμε φωτεινοί με τα πλοία στα λιμάνια. Κάθεσαι ήσυχα στο κρεβάτι μου και με κοιτάς. Ένας σπασμένος καθρέφτης λιώνει ανάμεσα στους ώμους σου, εκεί που παλιά ήταν το πρόσωπό σου. Βλέ­πω μέσα του τον επίλογο του εαυτού μου. Άρχισα να γερνάω, βλέπεις, και έχω αποκτήσει άλλες συνήθειες. Κόβω το τσιγάρο, κόβω σελίδες απ’ τα βιβλία, κόβω τα νύχια μου κάθε φορά. Προσπαθώ να κόψω δρόμο ξα­νά. Εσένα στάθηκε αδύνατον να σε κόψω. Τόσα χρό­νια έτρεμε το χέρι μου κάθε που πλησίαζε το νυστέρι. Κι ακόμα βρίσκομαι εδώ και σου μιλάω — δεν έχει σημασία που είναι η φωτογραφία σου — και ρωτάω τα νέα σου, και σου λέω οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν, καταρ­γώντας ο ένας τον άλλον. Φυσικά, δεν ακούς.

 

Σκέφτομαι ότι για να έρχεσαι, δεν είχες φύγει ποτέ. Πώς γίνεται όμως να ξεπορτίζουν νυχτιάτικα οι φωτογραφίες ;

*

48.

 

ΠΡΟΣΘΕΤΩ αγάπη στις λέξεις μου, εσύ λέξεις στη δική σου. Συνεχίζεις να την τυλίγεις σε κανόνες, κουτιά, γραμματικές εξηγήσεις. Προσπαθείς να επωφεληθείς απ’ την περιεκτικότητά της κι εκείνη αραιώνει, αραιώνει, αραι­ώνει. Είναι σαν να ρίχνεις συνεχώς παγάκια στο Jameson.

Εγώ συνεχίζω να σε πίνω χωρίς παγάκια, χωρίς συνοδευτικά. Όταν μεθάω, στερεώνεις τον εαυτό σου στον τοίχο και γίνεσαι πίνακας.

Σ’ αγαπώ, μου λες.

Κι εγώ σ’ αγαπώ.

 

Ε, και ;

*

59.

ΤΟ ΚΑΚΟ με τον έρωτα είναι ότι κανείς πόλεμος δεν τε­λειώνει πια στο κρεβάτι.

*

75.

ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ. Το ίδιο πάντα χαμόγελο με το λακκάκι που έχω κι εγώ. Εκεί μέσα μαζεύονται τα μυστικά μας. Για να τα θυμόμαστε τους δίνουμε ονόματα ζώων. Η γά­τα είναι νυστάζω, αλλά μην το πεις.

*

89.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ανήκει στους ακρωτηριασμούς της νύχτας. Όταν τολμάς να είσαι αρτιμελής, δεν πλησιάζει. Κρύβε­ται πίσω απ’ τα διάσημα γένια του για να μην τυφλωθεί.

*

90.

 

ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΑ να δεχτώ πολλά. Μήνες κάτω απ’ την ανακριτική λάμπα, χωρίς φαΐ, χωρίς τον επιθεωρητή Κλουζώ που με γνώριζε, με ιδρωμένα ζυγωματικά.

Το βράδυ εκείνο — τρεις παρά τέταρτο ήταν στον κόσμο — ο αξιωματικός υπηρεσίας ήρθε στο κελί να με μεταλάβει. Παπά δεν ήθελα. Στο τόπο της εκτέλεσης έδεσα εγώ τα μάτια του δημίου.

Δεν ήθελα να βλέπει το πρόσωπό μου. Ούτε άντεχα να βλέπω άλλο τον εαυτό μου διπλασιασμένο. Απέναντι.

 

Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν μου.