Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Άννα Αφεντουλίδου, «Ιστορίες Εικονικής Ισορροπίας», εκδ. Γαβριηλίδης 2014

`

Ενότητα: Μυθιστορίες

Η Ιστορία των απογευμάτων

Έμενες στον 6ο κι εγώ στον 4ο.
Έλεγαν πως ήμουν παράξενο παιδί αλλά εγώ δεν.
Ήμουν όπως.
Το μόνο που έκανα κρατούσα σημειώσεις σε ένα ημερολόγιο που έλεγαν άνθρωποι δύσκολες ιστορίες.
Σε είχα συναντήσει 2-3 φορές μέσα στο ασανσέρ. Μύριζες καπνό καφέ και ξύρισμα.
Σού έφερα το ημερολόγιο
Κύριε, είπα…είπες άφησέ το,
είπα όχι,
είπες καλά. Και μ’ άφησες να σταθώ δίπλα σου στο γραφείο.
Η οθόνη ανοιχτή έδειχνε άλλους κόσμους. Δίπλα σου βιβλία, εικόνες μουσικές ίσως και ταινίες με άλλες ζωές.
Το ωραίο ήταν το παράθυρο που έδειχνε ύπουλο φθινόπωρο να λέει θα ανοίξουν τα σχολεία σε λίγο Γαμώτο μου.
Κοίταζες με προσοχή τα γραπτά μου αλλά εγώ σου άγγιξα το πόδι με το γόνατο, γιατί έτσι έκανε η Μαντόνα στην ταινία. Άπλωσες το χέρι σου πίσω μου.
Σκέφτηκα ότι αυτή τού έσταζε λιωμένο κερί στην κοιλιά κι εκείνος στέναζε.
Έβαλες τα δάχτυλά σου μέσα, σε εκείνο το σημείο που γράφει Ι love comics.
Πόνεσα αλλά ήταν ωραίο όπως στο κρυφτό που γδέρνεσαι πάνω στον τοίχο
με τράβηξες με δύναμη αλλά εγώ δεν τραβήχτηκα
κάψιμο τσούξιμο ψίθυρος μημηφοβασαι ωραίοθαείναιμη
φωνή καθησυχαστική έβρεχε τον λαιμό μου
θροΐσματα φερμουάρ πατζούρια σεντόνια
όταν ένιωσα ζεστό πολύ υγρό να κυλάει στα πόδια μου
έλεγα τα λευκά μου σανδάλια πώς θα καθαρίσω να μη με

αλλά

ξέρω ότι
κάθε απόγευμα θα είμαι εκεί
έχω καιρό μέχρι να αρχίσουν τα σχολεία

ξέρεις ότι
δεν θα προλάβεις ποτέ
να μού τα μάθεις όλα

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ιωάννης Ν. Κυριαζής, «100 μύθοι του Αισώπου» -έμμετρη απόδοση

`

Λέων καί λαγωός

Λέων περιτυχών λαγωῷ κοιμωμένῳ, τοῦτον ἔμελλε καταφαγεῖν· μεταξὺ δὲ θεασάμενος ἔλαφον παριοῦσαν, ἀφεὶς τὸν λαγωόν, ἐκείνην ἐδίωκεν. Ὁ μὲν οὖν παρὰ τὸν ψόφον ἐξαναστὰς ἔφυγεν. Ὁ δὲ λέων ἐπὶ πολὺ διώξας τὴν ἔλαφον, ἐπειδὴ καταλαβεῖν οὐκ ἠδυνήθη, ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὸν λαγωόν· εὑρων δὲ καὶ αὐτὸν πεφευγότα ἔφη· «Ἀλλ᾿ ἐγὼ δίκαια πέπονθα, ὅτι ἀφεὶς τὴν ἐν χερσὶ βοράν, ἐλπίδα μείζονα προέκρινα.»
Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων μετρίοις κέρδεσι μὴ ἀρκούμενοι, μείζονας δὲ ἐλπίδας διώκοντες λανθάνουσι καὶ τὰ ἐν χερσὶ προϊέμενοι.

Λιοντάρι βρίσκοντας λαγό στο δάσος κοιμισμένο
να του ορμήξει σκόπευε γιατί ʼταν πεινασμένο.
Την ώρα εκείνη δίπλα τους περνά ένα ελάφι
και το λιοντάρι προς αυτό με γρηγοράδα εστράφη.
Από την καταδίωξη ξυπνά ο λαγός και φεύγει
και το ελάφι τρέχοντας τον κίνδυνο διαφεύγει.
« Αχ! », το λιοντάρι σκέφτεται, « μυαλό πρέπει να βάλω,
γιατί άφησα το σίγουρο για κάτι πιο μεγάλο ».

Έτσι και κάποιοι άνθρωποι όμοιο λάθος κάνουν:
για τα πολλά πηγαίνοντας, τα λίγα που ʼχουν χάνουν.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δημήτρης Δημητριάδης-Γιώργος Αλισάνογλου, «προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2013

`

Κι όμως
μία αλόγιστη στιγμή
παραδομένη στην εμβέλειά της
και αφημένη να καταλήξει στον προορισμό της
δεν έχει άλλη κατεύθυνση
απ’ την καρδιά τού χρόνου
που χάνεται όταν δεν πλήττεται
ολοταχώς με τόλμη καίρια και ακαριαία
επιδιώκοντας να μετατρέψει
την ακαμψία σε κάμψη τής αδράνειας
και την σιωπή σε λόγο παραινετικό
Ετσι σιγά η οχλαγωγία
τέμνεται το μηδέν
θίγεται το προαιώνιο
και επανέρχεται το αρχικό
Τότε όλα ηρεμούν
όχι από χορτασμό και άδειασμα
αλλά από εκπλήρωση
εκείνου τού ελάχιστου που είναι
η έλευση τού πλήρους
και σπινθιροβολεί για μια στιγμή
εκείνο που είναι στιγμιαίο
ενώ θα έπρεπε
αν ήμασταν στ’ αλήθεια ζωντανοί
να διαρκεί
όσο το Σύμπαν […]
Δ.Δ.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Διονύσης Μαρίνος, «Αναμνέζα», εκδ.Γαβριηλίδης 2014

`

Memento mori
I

έρχομαι από πολύ μακριά
από το τύμπανο της μασχάλης σου
έρχομαι
κι από τη σπάνια τάξη
του λαιμού
έχω δρόμο μπροστά μου
πόλεις και σπίτια να διανύσω
σύννεφα να μασήσει η φωνή μου
κι άλλων χεριών το μελάνι
να ξεφυλλίσω
μέχρι τα μάτια σου
να φτάσω
θα μ’ έχει χτυπήσει η ζωή
και το νερό της επαύριον
η νύχτα θα με θέλει
η κλεισμένη πατρίδα μου
κι ο χρόνος:
ψίχουλο στο σαγόνι

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δημήτρης Καρακίτσος, «Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου», εκδ. Το Ροδακιό, 2012

`

Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΚΙΝΟΥ

Ο κελευστής υπέφερε από ρευματισμούς και
Τα πόδια του ήσαν πληγιασμένα.
Γιασεμί, γιασεμί ήθελε να μυρίσει
Και τριαντάφυλλο – ως τελευταίο απ’ την πατρίδα
Στον τρελό και μαύρο πυρετό, στον παροξυσμό.
Άλλα μας έταξε ο σμαραγδένιος Βούδας
Οπου στη στεριά όλα πραγματοποιούνται.
Ορίστε, φίλε μου, το τριαντάφυλλο
Από ‘να τραγούδι των μηχανών του πλοίου.
Αν και τόσο φτηνό να σου θυμίζει τη ζωή.

`

*********

Η ΓΑΤΑ ΤΗΣ ΤΑΪ-ΠΕΧ

Με αγκαλιά τη γάτα της Τάι-Πεχ Σεπτέμβρη μήνα
Καθισμένοι σε μια ωραία γωνιά στο Λέχαιο

Όπου είχαμε βρεθεί – για μονοήμερη εκδρομή.
Όλη μέρα το σκεφτόμουν το κορμί σου.

Άδεια αυτοκίνητα που τρέχουν και σηκώνουν σκόνη
Σε έρημες δημοσιές στου μεσημεριού την κάψα

Φεύγουν κι είναι και πάλι άδεια
– Άνθρωποι που δεν ξέρουν πώς νʼ αγαπηθούν.

Διαβάστε περισσότερα