Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Μαρία Γερογιάννη, «Άδειοι στίχοι», εκδ. Γαβριηλίδης 2012

Μαζί

΄Εγινε πεταλούδα και αυτός έκλαψε
΄Εγινε μέλισσα και αυτός πόνεσε
΄Εγινε αράχνη και την πλησίασε
΄Εγινε μυρμήγκι και την πρόσεξε

Φόρεσε τη δική της στολή και έμεινε μόνη της

`

****

Σε είδα , γη , πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ΄του ήλιου τις περασάδες
τ΄άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα της δύσης που κλείνει το χορό

Σε είδα, Αρετούσα, με τ΄απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Σόνια Ζαχαράτου, «Madre Dolorosa», εκδ. Μελάνι 2014

[Μνήμη μέσα στη μνήμη, σπείρα στην πυρωμένη χόβολη,
Μνήμη από τον ίδιον ήλιο, από τα ίδια μάτια,
Ίδιος ήλιος, ίδια μάτια, αλλά σαν άλλος ήλιος, σαν άλλα μάτια…
Μνήμη θυμιατό, δώσʼ της κλώτσο να γυρίσει,
Όταν… Όταν μια φορά κι έναν καιρό…
Όταν ανάσκελα, το θάμβος…
Όταν στην άμμο… Όταν, άμμος, κοσκινισμένο ασήμι… Ανάσκελα… Μάτια στον ήλιο, μάτια γεμάτα ήλιο… Μάτια μαύρα άτια, και κόκκινο στο κόκκινο του μεσημεριού…
Όταν, γιγαντωμένος καστροπολεμίτης… Έλα, μαργαριταρένια μου…
Όταν, έρωτας, πόθος, αρπάγη και αρπαγή… Πάλη σώμα με σώμα κι εκείνος δαμαστής… Το ʽχρτςʼ του πουκάμισου, το ʽφρρρρʼ της σαύρας, το ʽβζζζʼ του μελισσιού, το ʽσσσσςʼ της σιωπής… Δίνομαι και χάρισμά σου… Συριγμός βαθιάς ανάσας και βουβό αναφιλητό… Βουητό νεκρού ναυτίλου, αχνά χνάρια αστερία, σκιά από γεράκι περαστικό…
Όταν διάπυρος κι αβάσταγος… Θέρος, κάψα, καίει… Δρεπάνι, δρεπανηφόρος, θερισμός… Αλμύρα γδέρνει, τσούζει… Άλας… Άτλας… Εσταυρωμένη στον τροχό, εσταυρωμένοι στην άμμο, απέθαντοι, παντοτινοί… Ανοχύρωτες ηδονές… Άπαρτες πόλεις… Τι τις βαστάζουν;… Λάθρα οι επιδρομές… Παραδίδομαι… Κάνε με ό, τι θες…
Όταν εντός του και εντός της μʼ ένα λυγμό… Μη λες! αλλά και μίλα μου, προσκυνώ σε και σε παρακαλώ… Αθάνατη κλωστή δεμένη, όρκοι από τις μοίρες φασκιωμένοι… Σκίνα και αψάδα και γιορτή… Κρίνοι εξαπέταλοι θαλασσινοί, μολόχες και βάτοι αγκαθωτοί…
Όταν σάρκα γλυφή, γλώσσα τραχιά σερνάμενη… Σπονδές, βυθός ακαταπόνητος κι ακαταμέριστος και ιλιγγιώδης και σκοτεινός…
Όταν καταβύθιση… Σπονδές και πάλι… Μνήμη, στην ανέμη τυλιγμένη… Χρυσάφι, ολόχρυση και χρυσαφιά και χρυσαφένια μου και χρυσογιορντάνι μου και χρυσοπλουμιστή μου… Γυμνά χείλη, γυμνά μάτια, γυμνά δάχτυλα, γυμνά θαυμαστικά… Φτου, ξελεφτερία!…
Όταν ανάσκελα… Ουρανοί! Σας κέρδισα! Σε κέρδισα! Εγώ, ο νικητής!… Ποιος σε ποιον υποταγή;… Παραμύθι στη ζωή μας αρχινίζει… Εϊ! Θάλασσα απαστράπτουσα κι εκτυφλωτική! Απόλλωνα και Ποσειδώνα μου!…
Ίδιος ήλιος, ίδια μάτια… Την κτυπά ο ήλιος στα μάτια και δακρύζει… Την κτυπά ο ήλιος στα μάτια και δακρύζει… Την κτυπά ο ήλιος στα μάτια και δακρύζει…
Όταν μια φορά κι έναν καιρό…
Γλυμμένα κοχύλια, αμείλικτος χρόνος…
Μνήμη από σώματα, μνήματα σώματα…]

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Ο διάβολος και άλλα αφηγήματα», εκδ. Χίλων 2014 [+ Παρουσίαση βιβλίου]

`

To βιβλίο «Ο διάβολος και άλλα αφηγήματα», αποτελείται από τέσσερα πεζογραφήματα σχετικά με την παιδική της ηλικία, γραμμένα ανάμεσα στα έτη 1934-1935. Μέσα από τα γραπτά αυτά, διαγράφεται η εξέγερση της ποιήτριας απέναντι στην προκατάληψη και την εκκλησιαστική συμβατικότητα, αναδεικνύεται το θέμα της γέννησης της ποιητικής της κλίσης, και σκιαγραφείται η ιστορία της οικογένειάς της, στην Ρωσία πριν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, μια ιστορία σημαδεμένη από το μύθο του θανάτου. Ο Πάστερνακ αποκάλεσε την Μαρίνα Τσβετάγιεβα «ασύγκριτα χαρισματική ποιήτρια, φλογερή και επινοητική» και ο Έρενμπουργκ, «μια Ρωσίδα ασεβή, όλο φως και χαρά». Αυτά τα στοιχεία χαρακτηρίζουν και αυτά τα αφηγήματα που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα.

`

Αποσπάσματα

`

1) Από το «Ο Διάβολος»

«Τώρα όμως γνωρίζω καλά: ο Διάβολος ζούσε στο δωμάτιο της Βαλέριας γιατί μέσα στο δωμάτιο της Βαλέριας υψωνόταν το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, μεταμορφωμένο σε βιβλιοθήκη.»

«Σε σένα οφείλω την πρώτη μου παράβαση: το μυστικό που δεν αποκάλυψα κατά την πρώτη εξομολόγηση-ύστερα από αυτό, όλα ήταν μια παράβαση.
Εσύ κομμάτιαζες κάθε ερωτική μου ευτυχία, διαβρώνοντάς την με την προσωπική σου εκτίμηση και αποτελειώνοντάς την με την υπερηφάνεια σου, αφού είχες αποφασίσει πως θα γινόμουν ποιήτρια και όχι γυναίκα άξια να αγαπηθεί.»

`

*****

2) Από το «Η μητέρα μου και η μουσική»

«Αυτό εξελισσόταν σε παιχνίδι με τρεις μεταβλητές αλλά, όταν είσαι πέντε χρονών, σου αρκεί η μια μεταβλητή γιατί πίσω της υπάρχει πάντα κάποια άλλη που αποτελεί την εισαγωγή σε μια ακόμα μεγαλύτερη μεταβλητή, εκείνη που βρίσκεται πίσω από κάθε έννοια, κάθε αντήχηση, την απέραντη μεταβλητή της ψυχής. Σε αντίθετη περίπτωση, πρέπει να είσαι Μότσαρτ.»

«Παιδιά με τον χαρακτήρα τον δικό μου, διαθέτουν δυνάμεις τις οποίες ούτε μια μητέρα σαν τη δική μου δεν μπορεί να τις νικήσει.»

***

3) Από το «Σπίτι κοντά στον Γερο-ποιμένα»

«Ίσως πάλι, αυτό που σε άλλους εκφραζόταν ως επιθυμία για ζωή, να μην ήταν παρά η δύναμη του πεπρωμένου του οποίου υπήρξε δέσμιος, πεπρωμένο αντίθετο από των παιδιών του, ίσως πάνω του να κρεμόταν το πεπρωμένο της μακροζωίας, όπως το πεπρωμένο του πρόωρου θανάτου, πάνω απʼ τα παιδιά του: μακροζωία που έγινε κατάρα; (Η Σίβυλλα που δεν μπορεί να πεθάνει).
Και καθώς όλα είναι μύθος, μη-μύθος δεν υπάρχει, καθώς δεν μπορείς να μείνεις έξω απʼ το μύθο, μήτε να βγεις απʼ αυτόν, ο Ιλοβαΐσκι εμφανίζεται σήμερα μπρος μου ως Χάρων που διασχίζει τη Λήθη,μέσα στη βάρκα του, μαζί με όλα τα θνητά παιδιά, το ένα μετά το άλλο. Νάτοι, οι πρώτοι μικροί γιοί του, τους θωρείς μέσα απʼ τα παράθυρα του οικογενειακού άλμπουμ, (θα ήταν τώρα μεγαλύτεροί μου κατά σαράντα χρόνια), ανάμεσά τους, η νεαρή μητέρα τους. Και οι δυο έχουν τα χαρακτηριστικά του πατέρα τους: μεγάλο μέτωπο, μάτια μπλε, μακρύ πρόσωπο∙ καθισμένοι στα γόνατα της μητέρας τους, παίζουν ως την τελευταία στιγμή πιτσιλίζοντας ο ένας τον άλλον με τα στάσιμα νερά της Λήθης.»

«Ποιο είναι το πιο σημαντικό στον έρωτα; Η γνώση και το μυστικό. Το να γνωρίζεις κάτι για τον πολυαγαπημένο και να αποκρύπτεις τον έρωτά σου. Καμιά φορά η απόκρυψη (αιδώς) σε οδηγεί στη γνώση (πάθος). Το πάθος του μυστηρίου και η εκδήλωση του πάθους.»

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δημήτρης Χριστοδούλου, «Ανέκδοτα ποιήματα, Δ’ Τόμος», Μετρονόμος 2014 [Aποκλειστική Προδημοσίευση]

`

* Σήμερα συμπληρώνονται 23 χρόνια από το θάνατο του ποιητή και στιχουργού, Δημήτρη Χριστοδούλου.

`

`
Η ΝΙΚΗ ΜΕΣ ΣΤΗ ΛΑΣΠΗ
ΠΙΟ ΠΕΡΑ ΟΙ ΒΙΕΤΚΟΝΓΚ

Λες την αλήθεια νέο φως; Και ʼσείς κοιλάδες της Γκουάγκ σωστά μιλάτε;
Πικρή ζωή που σε σηκώνει ο Γιακ-Τσε σωστά ακούς;
Και ʼσείς κοιτάσματα του καουτσούκ έχετε γλώσσα για τη νύχτα αυτή;
Παιδιά της Αλαμπάμα και του Ορενόκ μʼ ακούτε;
Ήταν αλήθεια άραγε πως πολεμήσαμε μαζί τον φασισμό, όταν στου Πάτον τʼ άρματα κρατούσατε του Λίνκολν την ψυχή· ήταν αλήθεια;
Στην Οκινάβα και στην Μπαταάν είναι αλήθεια πως συντρίψατε τον φασισμό
μʼ ακούς, μʼ ακούς, μʼ ακούς απόψε νέο φως;
Τι νέα είνʼ αυτά απʼ τη Χάιφογκ, πόσοι νεκροί;
Εσείς παιδιά της US-AIR-FORCE, είναι αλήθεια πως χτυπάτε νηστικούς
τους χθεσινούς σας συμμάχους, είναι αλήθεια φοιτητές του Μίτσιγκαν
πυροβολήσατε παιδιά και σφάξατε Βουδιστές, σκοτώσατε κοπέλες σαν πουλιά, είναι αλήθεια μαχητές των Αρδεννών;
Αχ, πεζοναύτες με τις γκέτες και τα τόμιγκαν της λευτεριάς
αητοί του Μιντγουαίη, γενναίοι του Κορέγκιντορ, του Χιρότο εκδικητές
της Νορμανδίας μαχητές, είναι αλήθεια τώρα σφάζετε παιδιά;
Αχ, πεζοναύτες με τις γκέτες και τα τόμιγκαν της λευτεριάς
ποιος να το πει, το αίμα του κοκόδεντρου ή του μπαμπού
η λάσπη του Βιετνάμ, το σκοτωμένο ρύζι των Βιετκόνγκ, ποιος να το πει;
Πού βγαίνει ο ήλιος σήμερα; Στη δύση, στην ανατολή;
Πού σπάει ο ήλιος σαν σπυρί, ποιόνε φωτίζει;

Στήθια πʼ ανάψατε φωτιές και σπείρατε τον τρόμο στον εχθρό
αν, τανκιστές, και ολμιστές των πυροβόλων άκαμπτοι, με την καρδιά της μεραρχίας στο ζερβί,
διπλές σειρές μπαλάσκες στο χακί, την άγρια λόγχη στα σφυρά,
Αμερικάνοι των σκληρών βομβαρδισμών, του Χίμλερ τρομοκράτες,
αδέλφια της απόβασης και των ακτών της Χάβρης νικητές, του Ρήνου κεραυνοί
αχ, είναι αλήθεια πως λασπώσατε στη δυστυχία του Βιετναμ, είναι αλήθεια; Τα λάβαρα που τσάκισαν τον φασισμό τώρα λασπώνουν;

Βομβαρδιστές του Τόκυο, της Χιροσίμα ανίδεοι, πικροί του Ιλλινόις
της μεραρχίας ιππικού, των φρουρίων πληρώματα, θρύλοι των Φιλιππίνων
τι λέει απόψε ο Κάιτελ;
Αχ, πεζοναύτες με τις γκέτες και τα τόμιγκαν της λευτεριάς
πού είνʼ η ζούγκλα του Μπαμπού, και τα θηρία των λιμνών τι βόγγους βγάζουν
σπάσανε τα κοκόδεντρα και τα κορμιά του καουτσούκ πεινάνε
για τη λευτεριά, για πού μας πάνε;

Λες την αλήθεια νέο φως και ʼσύ καρδιά του Ειρηνικού σωστά ψελλίζεις
στʼ αλήθεια αυτό που άκουσα άνθρωποι πυρπολούνται
απʼ της βενζίνης τʼ άγιο φως;
Τσιρίζουν άγρια οι μηροί και τα ρουθούνια ανθίζουν
εκεί φυτρώνεις νέο φως καθώς ανθίζουν κόκκαλα και οι βολβοί
των αδελφών μέσʼ απʼ την άγρια πυρά το τέλος του πλανήτη σου μακριά κοιτάνε;

Λες την αλήθεια νέο φως;

Τι λέτε ποταμοί εσείς, και ʼσείς βαθιές κοιλάδες, τι λέτε λίμνες της
Πουάγκ, και ʼσύ μικρή νεροποντή μού λες τη νύχτα;

Τι λέει ο λόγος σου φωτιά τους κίτρινούς μας αδελφούς στη λάσπη σπέρνουν
και τους λευκούς συντρόφους μας τα όρνια σέρνουν.

Ποιος μάς μισεί, άγιο φως πού πας, ψυχή μας, αχ, πεζοναύτες της Μπατάν
του Γιαμασίτα εκδικητές, αήττητοι του Νίμιτς, τρανζίστορς για το αίμα
σας και για τους γιους σας λάσπη, γκέτες ψηλές, διπλές σειρές φυσίγγια
και ʼκείνο ʼκεί το κράνος, κι αυτό το μαρς του ναυτικού, πώς έτρεμε ο φασισμός
αητοί της Σιγκαπούρης, στην Οκινάβα πέφτατε κι έτρεμε η καρδιά μου,
μικρός στους δρόμους έτρεχα ντυμένος τα πυρά σας,
αντιφασίστες φίλοι μου εργάτες του Ντητρόιτ, λασπώσαμε κι εγώ και ʼσείς
γυμνοί μέσα στη νύχτα, στη Σαϊγκόν τα δάκρια και στην καρδιά μου αίμα
σε μια γαβάθα Βιετκόνγκ ναυάγησε η αγάπη μου και την πληγή μου
φίλησε η νύχτα μες στη ζούγκλα.

Αχ, πεζοναύτες με τις γκέτες και τα τόμιγκαν της λευτεριάς
εκδικητές του φασισμού πόσο μάς κοροϊδεύουν.
Εργάτες απʼ το Ορενόκ και φοιτητές του Γέιλ
ποια νύχτα μάς εγέννησε και πρέπει νύχτα να χαθεί
στη ζούγκλα η ψυχή μας.

Γκέτες, διπλές σειρές φυσίγγια, και ʼκείνο ʼκεί το κράνος
στην Οκινάβα πέφτανε και τρέμαν οι φασίστες
στη Σαϊγκόν το φάντασμα
στα τέλματα του Βιετνάμ ο δρόμος που σας κλέψαν.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», τχ. 137-138, Μάιος-Iούνιος 1966)


Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Κώστας Ριτσώνης, «Μεταφράσεις από τα Γαλλικά», εκδ. Ποιήματα των Φίλων 2013

`

CHARLES BEAUDELAIRE
1821-1867

`
Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΑΚΙ
-Όμορφέ μου σκύλε, αγαπημένο μου παιχνίδι , πλησίασε και έλα να αναπνεύσεις ένα εξαίσιο άρωμα αγορασμένο από τον πιο καλό μυροπώλη της πολιτείας .
Και ο σκύλος , κουνώντας την ουρά του , αυτό που είναι , όπως πιστεύω , γιʼ αυτά τα φτωχά ζώα , το σημάδι που αντιστοιχεί στο
γέλιο και στο χαμόγελο , πλησιάζει και βάζει με περιέργεια την υγρή του μύτη πάνω στο ξεβουλωμένο μπουκαλάκι…μετά , υποχωρώντας απότομα , με φόβο μου γαυγίζει σα να με κατηγορεί .
-Αχ ! άθλιε σκύλε , αν σου είχα προσφέρει ένα πακέτο με κοπριές , θα τις μύριζες ευχάριστα και ίσως και να τις κατάπινες . Έτσι εσύ
αισχρέ σύντροφε της θλιβερής ζωής μου , μοιάζεις με το κοινό που δεν πρέπει ποτέ να του παρουσιάζουν αρώματα ευαίσθητα που το ερεθίζουν , αλλά ακαθαρσίες διαλεγμένες με επιμέλεια.

*

ΧLIV
Η ΣΟΥΠΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Η μικρή μου τρελή αγαπημένη μού σέρβιρε το γεύμα, και από το ανοιχτό παράθυρο της τραπεζαρίας θαύμαζα τις κινούμενες αρχιτεκτονικές που ο Θεός φτιάχνει με τους ατμούς, τις υπέροχες κατασκεύες του άπιαστου. Και έλεγα μέσα στο θαυμασμό μου:-Όλες αυτές οι φαντασμαγορίες είναι σχεδόν το ίδιο όμορφες με τα μάτια της όμορφής μου αγαπημένης, του μικρού τρελού τέρατος με τα πράσινα μάτια.
Κι απότομα δέχτηκα ένα άγριο χτύπημα γροθιάς πάνω στην πλάτη, κι άκουσα μια φωνή βραχνή και θελκτική, μια φωνή υστερική και σα χαλασμένη απʼ το ρακί, τη φωνή της ακριβής μου μικρής αγαπημένης που μου έλεγε: -Θα φας επιτέλους τη σούπα σου , κ… μ… έμπορα συννέφων ;
`
`
*******************************************************

ARTHUR RIMBAUD
1854-1891

`
ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΙΙΙ

Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματάει και σας κάνει να κοκκινίζετε.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν κτυπά.

Υπάρχει ένα έλος με μια φωλιά ζώων λευκών.

Υπάρχει ένας καθεδρικός ναός που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα μικρό αμάξι παρατημένο μέσα στη λόχμη, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας με κορδέλες σκεπασμένο.

Υπάρχει ένα μπουλούκι μικρών ηθοποιών με κουστούμια, που διακρίνονται πάνω στο δρόμο μέσα από τις παρυφές του δάσους.

Υπάρχει τέλος πάντων, όταν πεινάμε και διψάμε, κάποιος που σας κυνηγά.

Διαβάστε περισσότερα