Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ασημίνα Ξηρογιάννη, «Εποχή μου είναι η ποίηση», (μετφρ. Michel Volkovitch)

`

Μon époque, cʼest la poésie

Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
et tu tʼenfonces dans les mots
tu traces des métaphores sur lʼimpasse du présent
et ton crayon absorbe la tristesse de ces lieux
connus de toi comme étant ta patrie.
Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
et tu sombres dans des figures de style
et tes vers atterrissent
sur la page blanche.
Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
et tu fais de tes angoisses une chanson
tu construis ton propre labyrinthe
pour tʼisoler.
Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
comme ça pour te consoler
de ce que ton époque te renie
et te faire pardonner
de la renier à ton tour.

`

ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και βουλιάζεις μέσα στις λέξεις
αποτυπώνεις μεταφορές για το αδιέξοδο παρόν
και ρουφάς με το μολύβι σου τη θλίψη αυτού του τόπου
που τον ήξερες για πατρίδα σου.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και βυθίζεσαι σε σχήματα λόγου
γειώνεις τους στίχους σου
σε λευκό χαρτί.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και κάνεις τραγούδι τις αγωνίες σου
φτιάχνεις τον δικό σου λαβύρινθο
για να απομονωθείς.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
έτσι για να παρηγορηθείς
που η εποχή σου σε απαρνιέται
και να εξιλεωθείς
που την απαρνιέσαι και συ..

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Καίτη Βασιλάκου, Το επίμονο φαινόμενο, Απόπειρα, 2016

«Το Κράτος» (Απόσπασμα)

Ακόμα να μιλήσει ο Σταυρόπουλος. Ο Ιατρίδης όλο μού λέει να κάνω υπομονή, είμαστε πολύ κοντά στο τέλος. Με συμβουλεύει να σταματήσω να δείχνω δύσπιστη, να φαίνομαι προβληματισμένη και να δίνω δίκιο στον Σταυρόπουλο.
Μετά τα γεγονότα με τις προκηρύξεις είχαμε συναντηθεί σε μια απόμερη καφετέρια στα Νέα Λιόσια. Πρώτη μου φορά πήγαινα εκεί πέρα και δυσκολεύτηκα να προσανατολιστώ. Καθυστέρησα μάλιστα είκοσι λεπτά στο ραντεβού μας.
— Με συγχωρείτε για την αργοπορία, είπα καθίζοντας λαχανιασμένη απέναντί του, αλλά κατά λάθος κατέβηκα μια στάση πιο πριν.
— Δεν πειράζει, κυρία Ιωάννου, μην απολογείστε. Θα πάρετε ένα καφέ ;
— Ένα καφεδάκι θα το έπινα ευχαρίστως.
Ο Ιατρίδης έδωσε την παραγγελία στον σερβιτόρο και ξαναγύρισε προς το μέρος μου :
— Είδατε τι ωραία συνοικία που έγιναν τα Νέα Λιόσια ;
— Δεν μπορώ να ξέρω. Πρώτη φορά έρχομαι σʼ αυτήν εδώ την περιοχή.
— Θα ξέρατε όμως τι γινόταν εδώ στο παρελθόν. Σήμερα οι Ρομά κατοικούν σε διαμερίσματα και εργάζονται όλοι. Κανείς τους δεν είναι άνεργος.
— Χαίρομαι που το ακούω. Είναι πάντως εντυπωσιακό πώς πείστηκαν να αλλάξουν ζωή. Οι Ρομά είναι πολύ προσκολλημένοι στις παραδόσεις τους, από όσο ξέρω.
— Το Κράτος έχει τον τρόπο του να πείθει τους πολίτες.
Εκτελώντας ίσως μερικούς ; αναρωτήθηκα, αλλά δεν είπα τίποτα.
Ο σερβιτόρος έφερε τον καφέ μου και απομακρύνθηκε διακριτικά.
— Η αλήθεια είναι ότι ο αριθμός των Ρομά έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, συνέχισε αυτός.
— Πώς έτσι ; Αυτοί γεννοβολάνε συνέχεια.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κατερίνα Ασημακοπούλου, «Μια σακούλα καραμέλες», εκδ. Μελάνι, 2016

`

Κλοπή οφθαλμών

Σου ʽκλεψαν τα μάτια ένα πρωί και τα καρφίτσωσαν σε άλλον. Έμεινες έτσι εσύ με δυο άδειες τρύπες κι εκείνος απέκτησε δυο ουρανούς καθάριους.

Πέρασαν χρόνια χωρίς φως για σένα, χρόνια που κατάλαβες πως και το σκοτάδι, μια συνήθεια είναι.

Ώσπου ήρθε ένα άλλο πρωί που, περπατώντας στο δρόμο με το μπαστούνι, σε είδαν τα μάτια σου. Αυτοβούλως εγκατέλειψαν τον παράνομο κάτοχο τους κι επέστρεψαν σε σένα. Φέροντας μαζί τους κι όσα είδαν.

Ο κλέφτης δεν πιάστηκε ποτέ.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια κι οι εικόνες του άλλου έγιναν ένα με τις εικόνες τις δικές σου. Σήμερα δεν ξεχωρίζεις τις περιόδους σε κείνες που είχες και σε κείνες που δεν είχες μάτια. Κι εκείνα σκοτεινιάζουν τώρα σα γερνάς, όπως συννεφιάζουν οι ουρανοί.

Μπορεί και να μη στα ‘κλεψαν ποτέ, ψιθυρίζεις, τέλος. Μπορεί να τα ‘δωσες οικειοθελώς σε κείνον τον κύριο, που τα πήγε σε μέρη που εσύ δε θα τα πήγαινες ποτέ, που τα έντυσε βροχή και ήλιο ενώ εσύ δε θα τα ‘ντυνες ποτέ.
Τα μάτια σου, που τώρα κλείνουν, θα τα άφηνες γυμνά.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Marina Cvetaeva, Ερωτικά ποιήματα, Οδός Πανός 2016 (μτφρ: Γιάννης Σουλιώτης)

*.


ΦΙΛΕΝΑΔΑ

Θα ήθελα να ανοίξω το δρόμο στο ταξίδι σου,
Το σταθμό σου, το τέρμα
Από ένα σκοτεινό βάθος καθρέφτη
Σε ομιχλώδη λήθαργο.

Διακρίνω ένα ψηλό πλοίο και το κατάρτι του,
Εσύ στέκεται στο κατάστρωμα …
Είσαι σε ένα τρένο, σε βαγόνι καπνιζόντων
Οι αγροί θλίβονται στο ηλιοβασίλεμα …

Οι βραδινοί αγροί είναι βρεγμένοι από δροσιά
Τα κοράκια κάνουν κύκλο από πάνω τους…
Σʼ αφήνω απρόθυμα να φύγεις-
ο Θεός να σʼ ευλογεί όπου και αν είσαι!

———

«Δεν θα φύγω!- Δεν υπάρχει τέλος!» Εκείνη τραγουδάει και προσκολλάται…
Και στο στήθος – η άνοδος
απειλεί τα νερά,
Από τις σημειώσεις … Ακλόνητες: σαν αμετάβλητο
Μυστήριο: θα χωρίσουμε!

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Θ.Δ.Τυπάλδος, Τα θολωμένα μάτια της στίλβης, Φαρφουλάς, 2016

ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σάν το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε τη γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του συντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθει στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρύση μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πρίν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η όμιχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθές τους διακόπτες

Διαβάστε περισσότερα