Jean Cocteau, «Η ανθρώπινη φωνή»
27Ιαν
`
Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι της σαν νεκρή. Ζωντανεύει μόνο όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο αγαπημένος της που την αφήνει για να παντρευτεί μια άλλη. Η γυναίκα σταδιακά απελπίζεται και στο τέλος καταρρέει.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Εμπρός, εμπρός, εμπρός.. Μα όχι κυρία μου, είμαστε πολλοί στη γραμμή,
κλείστε… Εμπρός… Εμπρός… Κλείστε εσείς… Εμπρός… Μα όχι, δεν είναι του
γιατρού Σμιτ… Μηδέν 8, όχι μηδέν 7… εμπρός!… μα αυτό είναι γελοίο… (Κλείνει,
μένει με το χέρι στο ακουστικό. Κουδούνισμα)… Εμπρός!… Μα τι θέλετε να κάνω,
κυρία μου;… Είστε πολύ αγενής… Δικό μου λάθος;.·., καθόλου… καθόλου…
[Εμπρός!… εμπρός, κέντρο;… Με καλούν και δεν μπορώ να μιλήσω… Πέστε σ’
αυτή την κυρία να κλείσει]. (Κλείνει. Κουδούνισμα.) Εμπρός! Εσυ είσαι;… εσύ
είσαι;… Ναι… Δε σ’ ακούω καθόλου… είσαι πολύ μακριά, πολύ μακριά… Εμπρός!…
είναι φοβερό… μιλάνε κι άλλοι… Ξαναπάρε με. Εμπρός! Ξαναπάρε με… Λέω: ξαναπά-ρε με… Μα, κυρία μου, σας είπα, δεν είμαι ο γιατρός Σμιτ… Εμπρός!…
(Κλείνει. Κουδούνισμα).
Α! επιτέλους… είσαι εσύ… ναι… ναι… πολύ καθαρά… εμπρός… ναι… Ήταν σωστό
μαρτύριο να σ’ ακούω μέσα απ’ όλες αυτές τις φωνές… Ναι… ναι… όχι… Τι
σύμπτωση!… Γύρισα πριν δέκα λεπτά,… Με είχες ξαναπάρει;… α… όχι… όχι… Έφαγα
έξω… στης Μάρθας… [Πρέπει να είναι 11 και τέταρτο] Είσαι σπίτι σου;… [Λοιπόν, κοίτα
το ηλεκτρικό ρολόι…] Το φανταζόμουν… Ναι, ναι, αγάπη μου… Τι; Χτες βράδυ; Χτες,
έπεσα αμέσως, κι επειδή δεν μπορούσα να κοιμηθώ, πήρα ένα χαπάκι… όχι… ένα μόνο…
στις εννιά… Είχα λίγο πονοκέφαλο, αλλά μου πέρασε… Το πρωί, ήρθε η Μάρθα. Φάγαμε
μαζί. Πήγα στα μαγαζιά. Γύρισα σπίτι. Έβαλα όλα τα γράμματα μέσα στην κίτρινη
τσάντα, και… Τι;… Πολύ δυνατή… στ’ ορκίζομαι… Έχω πολύ, κουράγιο, πολύ… [Μετά;
Μετά, ντύθηκα, ήρθε η Μάρθα και με πήρε και… αυτό είν’ όλο… Γυρίζω απ’ το σπίτι
της. Ήταν πολύ καλή… τέλεια… Μπορεί να έχει αυτό το «υφάκι», αλλά δεν είναι…
Είχες δίκιο, όπως πάντα.] (Χαμογελάει). Ίο ροζ φόρεμα μου με τη γούνα… Το μαύρο
καπέλο… Ναι, το φοράω ακόμα… Όχι, όχι, δεν καπνίζω. Μόνο τρία, όλα κι όλα… Ναι,
σωστά… Ναι, ναι… Είσαι πολύ καλός… Κι εσύ, τώρα γύρισες;… Έμεινες σπίτι… Ποια
δίκη;… Α, ναι… Δεν πρέπει να κουράζεσαι… Εμπρός! εμπρός! μη διακόπτετε. Εμπρός!…
εμπρός! αγάπη μου… εμπρός!… Αν μας διακόψουν, ξανά πάρε με αμέσως… φυσικά…
Εμπρός! Όχι… εδώ είμαι… Την τσάντα;… Τα γράμματα σου και τα δικά μου…
Μπορείς να στείλεις τον Ζοζέφ να την πάρει, όποτε θέλεις… Λίγο σκληρό…
Καταλαβαίνω… Ω! αγάπη μου μη δικαιολογείσαι, είναι πολύ φυσικό. Εγώ είμαι ανόητη… [είσαι καλός… είσαι καλός… ούτε κι εγώ φανταζόμουν πως θα ήμουνα τόσο
δυνατή… Δεν πρέπει να με θαυμάζεις. Πηγαίνω λίγο σαν υπνοβάτης. Ντύνομαι, βγαίνω,
ξαναγυρίζω, μηχανικά. Αύριο, ίσως θα ‘χω λιγότερο θάρρος… Εσύ;…] Μα όχι, μα όχι,
αγάπη μου, δεν έχω να σου παραπονεθώ για τίποτα… εγώ… εγώ… Τι; Πολύ φυσικό…
Ίσα-ίσα… Είχαμε… συμφωνήσει απ’ την αρχή πως δε θα λέγαμε ποτέ ψέματα ο ένας στον
άλλον, και θα μου φαινόταν εγκληματικό αν μου το έκρυβες ως την τελευταία στιγμή. Το
χτύπημα θα ήταν τρομερό, ενώ έτσι είχα τον καιρό να συνηθίσω, να καταλάβω… θέατρο;… Εμπρός!… Τι;… Σου παίζω θέατρο εγώ;… Με ξέρεις, είμαι ανίκανη να τα
καταφέρω… Καθόλου… Καθόλου… Πολύ ήρεμη… θα το καταλάβαινες… Λέω: θα το
καταλάβαινες από τη φωνή μου, αν σου έκρυβα κάτι… Όχι. Αποφάσισα να έχω θάρρος
και θα έχω… Δεν ήταν το ίδιο… μπορεί, αλλά, όσο και να περιμένεις μια συμφορά, άμα σε
βρει, σε ζαλίζει… Μην υπερβάλλεις…
Είχα όλον τον καιρό για να συνηθίσω στην ιδέα.










