Edgar Allan Poe, «Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ», (μτφρ. : Πολύκαρπος Πολυκάρπου), εκδ. Gutenberg, 2017
15Μαρ
ΜΕ ΛΕΝΕ ῎Αρθουρ Γκόρντον Πίμ. Ο πατέρας μου ἦταν ἕνας εὐυπόληπτος ἔμπορος ναυτικῶν εἰδῶν στὸ Ναντάκετ, ὅπου καὶ γεννήθηκα. ῾Ο παππούς μου, ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς μάνας μου, ἕνας πετυχημένος δικηγόρος, ἦταν γενικὰ πολὺ τυχερὸς ἄνθρωπος· εἶχε μάλιστα κερδίσει πολλὰ χρήματα μὲ τὶς ἐπενδύσεις του σὲ μετοχὲς τῆς Νέας Τράπεζας –ὅπως τὴν ἔλεγαν τότε– τοῦ ῎Εντγκαρτον. Μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο, εἶχε καταϕέρει νὰ βάλει στὴν ἄκρη ἕνα ἀρκετὰ σεβαστὸ χρηματικὸ ποσό. Μοῦ ᾽χε μεγάλη ἀδυναμία, νομίζω ὅτι μ᾽ ἀγαποῦσε πιὸπολὺ ἀπ ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους, κι αὐτὸ μ᾽ ἔκανε νὰ ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὸ θάνατό του θὰ κληρονομοῦσα τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του. ῞Οταν ἔγινα ἕξι χρονῶν μ᾽ἔστειλε στὸ σχολεῖο τοῦ κυρίου Ρίκετ, ἑνὸς μονόχειρα ἡλικιωμένου κυρίου ἀρκετὰ ἐκκεντρικοῦ – ὅσοι ἔχουν πάει στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ ἀποκλείεται νὰ μὴν τὸν γνωρίζουν. Εμεινα κοντά του δέκα χρόνια, μέχρι τὰ δεκάξι μου, ὁπότε τὸν ἄϕησα γιὰ νὰ γραϕτῶ στ Ακαδημία τοῦ κυρίου Ε. Ρόλαντ, πάνω στὸ λόϕο. ᾽Εδῶ γνωρίστηκα καὶ ἔγινα ϕίλος μὲ τὸν γιὸ τοῦ πλοιάρχου κυρίου Μπάρναρντ, ποὺ ταξίδευε γιὰ λογαριασμὸ τῆς ἑταιρείας «Λόιντ καὶΒρέντενμπουργκ» – ὁ κύριος Μπάρναρντ εἶναι ἐπίσης πασίγνωστος στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει πολλοὺς γνωστοὺς καὶ στὸ ῎Εντγκαρτον. Τὸν γιό του τὸν ἔλεγαν Αὔγουστο καὶ ἦταν δύο περίπου χρόνια μεγαλύτερος ἀπὸ μένα.
Εἶχε ἀκολουθήσει τὸν πατέρα του σ ᾽ ἕνα ταξίδι μὲ τὸ ϕαλαινοθηρικὸ «Τζὸν Ντόναλσον» καὶ μοῦ μιλοῦσε διαρκῶς γιὰ τὶς περιπέτειές του στὸν Νότιο Εἰρηνικό. Πήγαινα συχνὰ στὸ σπίτι του, ὅπου ἔμενα ὅλη μέρα καὶ κάποτε καὶ ὅλη τὴ νύχτα. Κοιμόμασταν στὸ ἴδιο κρεβάτι καὶ πάντοτε μὲ κρατοῦσε ξάγρυπνο μέχρι τὰ ξημερώματα μὲ τὶς ἱστορίες του γιὰ τοὺς ἰθαγενεῖς τῆς Νήσου Τίνιαν καὶ γιὰ τόπους ποὺ εἶχε δεῖ στὰ ταξίδια του. Τὰ λόγια του μὲ μάγευαν τόσο ποὺ ἄρχισα σιγὰ-σιγὰ νὰ νιώθω μέσα μου νὰ ϕουντώνει μιὰ ἀκατανίκητη ἐπιθυμία νὰ ταξιδέψω κι ἐγὼ στὴ θάλασσα. Εἶχα δικό μου ἕνα μικρὸ σκαρί, ἕναν κέρκουρο, ποὺ τό χα βαϕτίσει « ῎Αριελ» καὶ ἄξιζε ἑβδομηνταπέντε δολάρια πάνω-κάτω. Ξεχνῶ τὸ ἐκτόπισμά του – ἀλλὰ χωροῦσε ἄνετα δέκα ἄτομα κι ἂς εἶχε ὅλο κι ὅλο ἕνα μικρὸ κατάστρωμα κι ἕνα κατάρτι μὲ πανί. Μ᾽ αὐτὸ τὸ πλεούμενο κάναμε ἕνα σωρὸ τρέλες, ποὺ ὅταν τὶς θυμᾶμαι σήμερα λέω πὼς εἶναι θαῦμα ποὺ εἶμαι ἀκόμα ζωντανός. Θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰν ἀπ ᾽ αὐτὲς γιὰ νὰ σᾶς βάλω στὴν ἀτμόσϕαιρα τῆς μεγαλύτερης καὶ σημαντικότερης διήγησης ποὺ θ ᾽ ἀκολουθήσει. ῞
Διαβάστε περισσότερα








