Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Μάνος Χατζιδάκις, «Πολιτικές τελετουργίες ή το τραπέζι του Ινδιάνου»

Α΄δημοσίευση: περιοδικό «Τέταρτο», Δεκέμβριος 1985,  Β΄ δημοσίευση,«Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», 1988 από τις Εκδόσεις Ίκαρος

`

 

Οι εθνικές γιορτές έχουν καταλήξει να είναι τελετουργίες χωρίς αντίκρισμα και με αμφιλεγόμενο περιεχόμενο. Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου είναι πρόσφατα – γιορτάζουμε μόλις τη 12η επέτειο – κι όμως μοιάζει η γιορτή σαν τον χρυσό σταυρό που κοσμεί τους λαιμούς νεαρών ερωτιδέων ή ηλιοκαμένων καμακιών. Καμιά επαφή με το ουσιαστικό περιεχόμενο του σταυρού.

Στολίδι, ένταση του αισθησιασμού. Έτσι και οι γιορτές του Πολυτεχνείου κατέληξαν σε εκτόνωση, σε κομματικό σφετερισμό και σε συνθήματα άσχετα από το ιδεολογικό περιεχόμενο των γεγονότων που η μνήμη τους συνέθεσε τους επί «εθνικού» επιπέδου εορτασμούς της επετείου. 12η σήμερα, 30η μεθαύριο, 50η και θα χαθεί μες στην ανυποληψία των μελλοντικών στολών και επετείων με μερικά λογύδρια στα σχολεία και παρελάσεις στους ασφαλτοστρωμένους δρόμους των ενόπλων δυνάμεων, διαολοστέλνοντας οι στρατιώτες τη γιορτή και την ταλαιπωρία των παρελάσεων, κάτω απ’ τις επίπονες προετοιμασίες και τις στερήσεις των αδειών τους. Όμως το τραγικό δεν είναι αυτό.

Το τραγικό είναι που κάθε κυβέρνηση βρίσκει τον τρόπο να συνδεθεί κατευθείαν με τις επετείους αυτές, αγνοώντας τα αληθινά μηνύματα των γεγονότων που τις συνέθεσαν. Θα θυμάστε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και την επί επταετίαν χούντα του και με πόση άνεση οικειοποιούντο τις εθνικές εορτές της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου. Τις ίδιες γιορτές στις οποίες οι εφημεριδογράφοι σήμερα ανακαλύπτουν σοσιαλιστικές τάσεις και προθέσεις των πολεμιστών προγόνων μας του ’21 και του ’40. Γι’ αυτό νιώθω την ανάγκη να εκμυστηρευτώ. Σέβομαι βαθιά αυτές τις γιορτές γι’ αυτούς που χάθηκαν κι όχι για τους εναπομείναντες που προσπαθούν να τις επωφεληθούν στο έπακρον.

Τα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου μας παρέχονται με περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτούς που επέζησαν παρά γι’ αυτούς που χάθηκαν οριστικά. Οι εναπομείναντες παρελαύνουν επικεφαλής, βγάζουν λόγους, πραγματοποιούν τηλεοπτικές συνεντεύξεις και δεν τους άκουσα ούτε μια φορά να μνημονεύουν αυτούς που χάθηκαν οριστικά, που δεν είναι σε θέση να μιλήσουν σήμερα. Έτσι , έρχεται η σειρά να δούμε από κοντά το τραπέζι ενός Ινδιάνου που αμέριμνος με την παραδοσιακή τεχνική αμύνης , υπερασπιζόταν το σπιτικό του και τον τόπο του από τους εισβολείς, ήσυχος για το δίκαιό του και για τον Θεό του. Όμως οι πιονέροι με τον δικό τους Θεό κατασκευάσανε ένα δικό τους δίκαιο και κατέκτησαν τους Ινδιάνους. Κι αφού τους εξαφάνισαν, άρχισαν να γυρίζουν ταινίες με το δίκαιο αμφίρροπο ανάμεσα στους Ινδιάνους και τους Αμερικανούς στρατιώτες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βιτζέντζος Κορνάρος, «Ερωτόκριτος» [γράφει η Ευθαλία Μπουκουβάλα- Κλώντζα] / Β΄ ΜΕΡΟΣ

Βιτζέντζος Κορνάρος, «Ερωτόκριτος» [γράφει η Ευθαλία Μπουκουβάλα- Κλώντζα] / Α΄ ΜΕΡΟΣ

`

Ο βασιλιάς Ηράκλης υποψιασμένος ότι η κόρη του αγαπά τον Ερωτόκριτο, αποφασίζει να την παντρέψει με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου, που έχει εν τω μεταξύ στείλει με μαντατοφόρους προξενιό γι’ αυτήν. Η Αρετούσα αρνιέται επίμονα και ο βασιλιάς εξοργισμένος τη φυλακίζει μαζί με την παραμάνα της που προσπάθησε να τη δικαιολογήσει. Οι δύο νέοι σε άσχημες συνθήκες υποφέρουν ο ένας μακριά από τον άλλο. Όμως, κάποτε οι καιροί αλλάζουν και η μοίρα αποφασίζει να τους χαμογελάσει. Ύστερα από τρία χρόνια ένας βόρειος αντίπαλος, οι Βλάχοι (Ρουμάνοι) με τον βασιλιά τους Βλαντίστρατο, εισβάλλουν στη χώρα και πολιορκούν την Αθήνα. Παρουσιάζεται τότε ο Ρωτόκριτος αγνώριστος, γιατί έχει μαυρίσει το πρόσωπό του με ένα μαγικό υγρό και σώζει τον στρατό και την ίδια τη ζωή του βασιλιά Ηράκλη. Εξασφαλίζει μάλιστα και την τελική νίκη στη μονομαχία, από την οποία κρίνεται η έκβαση του πολέμου. Νικητής, αλλά και σοβαρά πληγωμένος ο Ρωτόκριτος μεταφέρεται, αγνώριστος πάντα, στο παλάτι. Αρνούμενος κάθε άλλη ανταμοιβή ζητά να πάρει για γυναίκα του τη φυλακισμένη ακόμη Αρετούσα. Την επισκέπτεται ο ίδιος στη φυλακή και διατυπώνει ο ίδιος την πρότασή του, αλλά η κόρη αρνιέται με επιμονή, πιστή πάντα στην αγάπη της.

 

«ΡΩΤ: Λέγει: Κερά, κατέχεις το, ίντά ’καμα για σένα;

κι όσοι κι αν ήρθα να σε δου, σου τα ’χουσι πωμένα.

Τον κύρη σου, τη χώρα σου και το λαό τον άλλο

εγλύτωκα κ’ εις κίντυνον εβάλθηκα μεγάλο.

Και μη θαρρείς για πλερωμήν επάτησα στον Άδη,

μα’ το για σε, οπού πεθυμώ να σμίξωμεν ομάδι

εις έσμιξη παντοτινή, και ταίρι να σε κάμω

και δε λογιάζω δυσκολιά να βάλης σ’ έτοιο γάμο.»

(Ε, 463- 474)

 

«ΑΡΕ: Σκόλασε, αφέντη, τα μιλείς, πάψε τ’ αναθιβάνεις

γιατί εύκαιρα κουράζεσαι, μόνο τον κόπο χάνεις.»

(Ε, 485-486)

[…]

 

«ΑΡΕ: Πήγαινε, μην πειράζεσαι και πε το του κυρού μου

πως κείνα που του εμίλησα, πάντα ’χω μες στο νου μου.

Κι αν είν’ κ’ εις έτοιο πόλεμον ήθελε να σε βάλη,

ας κάμη πλούσα αντίμεψη και πλερωμή μεγάλη»

(Ε, 491-494)

[…]

 

«ΑΡΕ: Και χίλιοι χρόνοι ανέ διαβούν και χίλιοι ανέν περάσου,

πάντα ’ναι σ’ ένα οι λογισμοί ∙δε στρέφνου μηδ’ αλλάσσου».

(Ε, 505-506)

Ο αγνώριστος μελαχρινός νέος την υποβάλλει τότε σε δοκιμασία- γνωστή τεχνική στη Γραμματεία – με μια πλαστή ιστορία που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι ο Ερωτόκριτος έχει πεθάνει. Της αφήνει μάλιστα το δακτυλίδι της, που τάχα ο Ερωτόκριτος πεθαίνοντας του έδωσε και η Αρετούσα, αναγνωρίζοντάς το, θρηνεί για το χαμό του αγαπημένου της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βιτζέντζος Κορνάρος, “Ερωτόκριτος” [γράφει η Ευθαλία Μπουκουβάλα- Κλώντζα] / Α΄ ΜΕΡΟΣ

«Του κύκλου τα γυρίσματα και του καιρού τ’ αλλάματα»

 σε μια «φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι»

`

 

 

«Απ’ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη

να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρη·

κι όπου κατέχει να μιλή με γνώση και με τρόπο,

κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των ανθρώπω.»

(Α, 887-890)

 

Το απόσταγμα της λαϊκής σοφίας των προηγούμενων στίχων από τον «Ερωτόκριτο», το ποιητικό αυτό αριστούργημα της αναγεννησιακής κρητικής λογοτεχνίας. Ο λόγος για κείνον που κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο, που του δόθηκε το χάρισμα να συνεπαίρνει με τον λόγο του, να διεγείρει υψηλές, εκλεκτές συγκινήσεις, χαρμολύπες στις καρδιές των ανθρώπων.

Και ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι αυτός ο κατεχάρης, ο χαρισματικός ομιλητής, από τον ίδιο τον δημιουργό του «Ερωτόκριτου», «τον μεγαλύτερο επικό της νεότερής μας λαϊκής ποίησης» (Βάρναλης, 1958), όπως χαρακτηρίστηκε, τον Σητειακό ποιητή, Βιτσέντζο Κορνάρο; Κι αυτό γιατί ο Κορνάρος με το μεγαλόπνοο ποίημά του συγκίνησε, ευαισθητοποίησε, καλλιέργησε και διαπαιδαγώγησε γενιές και γενιές Ελλήνων, αφού ο «Ερωτόκριτος» ήταν το καθημερινό ανάγνωσμα ή άκουσμά τους. Βαθιά εμπεδωμένο μάθημα αγάπης και παλικαριάς. Τον αγάπησαν, τον χιλιοτραγούδησαν, τον είχαν, όπως μαρτυρείται, στα προσκέφαλά τους, και κάποιοι μάλιστα, όπως φημολογείται, τον αποστήθισαν ολόκληρο!

Για τον ποιητή του «Ερωτόκριτου» θα περιοριστούμε, με ελάχιστα σχόλια, σε όσα εκείνος επιλογικά στο έργο του αποκάλυψε για την ταυτότητά του:

 

«Θωρώ πολλούς που πεθυμούν κ’ έχω το γροικημένα

να μάθουν τις εκόπιασεν εις τ’ απανωγραμμένα.

Κ’ εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου,

μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου.

ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ είν’ ο ποιητής και στη γενιά ΚΟΡΝΑΡΟΣ,

που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος.

Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,

εκεί ’καμε κ’ εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.

Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση,

το τέλος του έχει να γενή όπου ο θεός ορίση.»

(Ε, 1539-1548)

O Βιτσέντζος Κορνάρος, μέλος εξελληνισμένης βενετοκρητικής οικογένειας, γεννήθηκε στα 1553 στο χωριό Τραπεζόντα Σητείας, εγκαταλελειμμένο και ρημαγμένο σήμερα. Αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο πεδινό χωριό Πισκοκέφαλο, πιο κοντά στη Σητεία. Γύρω στα 1590 ο Βιτσέντζος Κορνάρος εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα ή Κάστρο (το σημερινό Ηράκλειο), όπου παντρεύτηκε και έζησε μέχρι τον θάνατό του, περίπου στα 1613-1614, σε ηλικία 60 χρονών περίπου. Ο Βιτσέντζος υπήρξε σημαντική φυσιογνωμία, γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους της Κρήτης (Αλεξίου, 1995).

Φαίνεται πως το υπέροχο νησιώτικο περιβάλλον της Κρήτης, με τ’ αετόμορφα βουνά και τις κατάφορτες ασημένιες ελιές στην ποδιά τους, με τα κυματόδαρτα βράχια και το απέραντο γαλάζιο, μ’ αυτό το αρμονικό συνταίριασμα των αντιθέσεων, που γαλούχησε κι έθρεψε τόσους και τόσους άλλους καλλιτέχνες, ενέπνευσε και στον Κορνάρο τον έρωτα της δημιουργίας. Ο «Ερωτόκριτος», λοιπόν, αποτελεί ώριμο καρπό αυτού του εξαίσιου έρωτα.

Πρόκειται για μακρόπνοο, πολύστιχο, έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα (Αλεξίου, 1995). Γραμμένο σε φρέσκια, χυμώδη κρητική ντοπιολαλιά, πλούσια ευλύγιστη και δουλεμένη. Σε αψεγάδιαστους δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχυς (Δημαράς, 1985), από τους ωραιότερους στη νεοελληνική λογοτεχνία (Πολίτης, 1980), ρωμαλέους, σφριγηλούς, τορνευμένους κι επεξεργασμένους, που αναδεικνύουν με την εκφραστική τους διαύγεια και τον αρμονικό κυματισμό τους το κρητικό ιδίωμα σε έξοχο καλλιτεχνικό όργανο (Τριανταφυλλίδης, 1938).

Ένας ιδανικός ποιητικός κόσμος που συνταιριάζει αρμονικά την ορμή του μεσαιωνικού ιπποτισμού και το Βυζάντιο, με το μεθύσι των καιρών της Αναγέννησης (Παλαμάς, 1906 όπ. αναφ στο Κορνάρος, 1995, σελ. 347). Όπου παντού φεγγοβολά το αιώνιο πάθος του έρωτα και η παλικαριά. Και από παντού αναδίδεται θερμό αίσθημα συνυφασμένο μ’ αρχοντική χάρη κι ευγένεια, επική ζέση και παλμό λυρικό (Καμπάνης, 1948, όπ. αναφ στο Κορνάρος, 1995, σελ. 354).

Πολυπρόσωπο έργο με κάθε χαρακτήρα να σκιαγραφείται εναργέστατα με λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, έκτυπος κι ανάγλυφος, εμφορούμενος από τις δικές του αξίες, την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, σαφή κοσμοαντίληψη και βιοθεωρία.

Με πλούσιο νοηματικό υλικό, αντλημένο από την αστείρευτη κρήνη της κρητικής Παράδοσης, τη λαϊκή σοφία, το αποθησαύρισμα του θυμοσοφικού στοχασμού, τη μαγεία του παραμυθιού και την ανθρώπινη πείρα. Διευθετημένο και πειθαρχημένο σε δομή συνεκτική, πλοκή σφιχτοδεμένη και οργανικό δέσιμο ιδεών στιβαρό.

Προεξάρχουσα βέβαια όλων των ιδεών, των εννοιών και των αξιών είναι η αγάπη. Αυτή η «αμάλαγη φιλιά, με δίχως ασκημάδι», όπως τη χαρακτηρίζει. Κεντρικός άξονας, νοηματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή, αναπτύσσεται η δράση, ξετυλίγεται η ανέμη της διήγησης, κλώθεται και υφαίνεται ο ιστός της ιστορίας, είναι, ως γνωστό, η παροιμιώδης αγάπη δύο νέων, του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, με την ατσαλένια, ακατάβλητη δύναμή της για υπέρβαση όλων των δυσπολέμητων εμποδίων που ορθώνονται μπροστά της. Η σύγκρουση της ορμής της νιότης και του ερωτικού πάθους, από τη μια, με τη φρόνηση, από την άλλη, που καταλήγει σε συμφιλίωση των δύο αυτών αντίθετων δυνάμεων. Γιατί, τελικά θα γυρίσει ευνοϊκά γι’ αυτούς ο τροχός της μοίρας. «Με του καιρού τ’ αλλάματα» θα επέλθει εν τέλει η κάθαρση με τη νίκη της αγάπης τους και τη δικαίωσή τους για την απόλυτη πίστη και την αφοσίωσή τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, [Η τελετή] από το «Λειμωνάριο», εκδ. Κάλβος,1974

Σε λιγάκι μπήκαν άλλοι δυο καθηγητές. Ένας κοντούλης μαθηματικός. Περίμενε μετάθεση κείνες τις μέρες κι ούτε καλά καλά μ’ είδε. Ο άλλος ήταν ο φυσικός.

Είχε παχιά μάγουλα και χείλια. Δάγκωνε το τσιγάρο του καθώς μιλούσε. Μόλις με είδε μου μίλησε για τη διευθύντρια. Καλή κακή να τη σέβεσαι. Είναι γυναικούλα βέβαια. Άλλα της λες κι άλλα σου απαντά. Το συμφέρον σου είναι να τα πηγαίνεις καλά μαζί της.

Τον παρακολουθούσα όπως μιλούσε. Είχε πλατυποδία και περπάταγε βαριά ολόγυρα στα τραπέζια. Σκέφτηκα πως ετούτος εδώ κρύβει πολύ επιδέξια κάτι. Η προσπάθεια φαίνεται.

Δεν μας έδειξε ποτέ τις κρυμμένες πλευρές του.

Η χολερική καθηγήτρια είχε κενό τούτη την ώρα.

Προσφέρθηκε να μου κάνει τον ξεναγό μέσα στο Γυμνάσιο. Να ‘δω τις αίθουσες διδασκαλίας. Ήθελε κουβέντα και με θεωρούσε προστατευόμενό της. Δεν έδειξα πως κατάλαβα τίποτε και την ακολούθησα.

Με ρώτησε αν είμαι παντρεμένος και τέτοια. Είπα όχι. Είπε πως προορισμός του ανθρώπου είναι να κάνει οικογένεια. Να βρεις ένα σύντροφο στη ζωή. Τελικά εδώ που υπηρετούμε είμαστε καταδικασμένοι. Κυρίως εμείς οι κοπέλες, βέβαια. Είπα πως είναι ωραίο να παντρεύεται κανένας. Εγώ θ’ αργήσω, όμως.

Σταματήσαμε στην αίθουσα των τελετών του Γυμνασίου Πορφυρής. Η αλήθεια είναι πως είχαμε δυο αίθουσες που τις χώριζε μια κινητή πόρτα. Την ανοίγαμε και γινόταν ο χώρος των εορτών και των συγκεντρώσεων. Στο βάθος κάθονταν οι μαθητές και οι μαθήτριες. Μπροστά ο κόσμος που ερχόταν. Ψεύτικος και ψειριάρικος τόπος.

Η αίθουσα λοιπόν των εορταστικών εκδηλώσεων ήταν πνιγμένη σε νερά και φυσαλίδες, αλλά η τελετή έπρεπε να γίνει. Να λάβει χώρα, όπως είπε η κυρία διευθύντρια. Στο Γυμνάσιο γιορτάζομε τους τρεις γερο-Ιεράρχες. Τα παιδιά συγκεντρωμένα. Κι ο σύλλογος των καθηγητών. Έξω βρέχει απαλά κι ασταμάτητα. Κρυώνω.

Στις γιορτές είναι ωραία έτσι που μιλά η κυρία διευθύντρια ή κανένας άλλος καθηγητής. Καμιά φορά δευτερολογεί ο μητροπολίτης που παρευρίσκεται πάντοτε. Τα παιδιά αποστηθίζουν ποιήματα πατριωτικού και ηθικού περιεχομένου. Γραμμένα δεκαετίες πριν για τη σημερινή περίσταση.

Ομοιοκαταληξίες και πετυχημένα επίθετα. Οι απαγγελίες έχουν προετοιμαστεί προσεχτικά.

Είπα στην καθηγήτρια πως βαριέμαι τούτες τις εκδηλώσεις. Καθόμαστε δίπλα δίπλα στην αίθουσα των τελετών. Τα πάντα είναι ξεφτισμένα. Στο τέλος σ’ αφήνουν τα σημάδια τους. Λερώνεσαι και πρέπει να περάσεις πολλά κύματα για να καθαρίσεις. Μου είπε πως υπερβάλλω. Δεν βλέπω τίποτε βρώμικο στη γιορτή. Μη κάνεις φασαρία τώρα που η διευθύντρια θα μιλά.

Ξαφνικά μέσα από τη βροχή έρχεται η Χάρη.  Βρέθηκε ανάμεσα στη χολερική καθηγήτρια και σε μένα. Πήρα μεγάλη χαρά. Η αίθουσα μετατοπίζεται σε μια πολιτεία άλλη. Η βροχή πλημμυρίζει τους δρόμους. Ο ήλιος αγωνίζεται. Προσπαθώ να διαφυλάξω την ομορφιά της Χάρης. Προσπαθώ να τη διαφυλάξω ολόκληρη. Δεν μπορώ. Τα νερά ανεβαίνουν. Λάμνει αυτή προς το βορρά. Εγώ στο νότο. Χωρίζαμε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

John Dos Passos (1896-1970), «Λάτρης της ανθρωπότητας» (μτφρ.: Νίκος Λαμπρόπουλος)

Ο Ντεμπς ήταν σιδηροδρομικός, γεννημένος σε μια ξύλινη παράγκα στο Τερ Ωτ. Δέκα παιδιά είχαν οι γονείς του.

Ο πατέρας του πρωτόρθε στην Αμερική το ’49 μ’ ένα ιστιοφόρο, Αλσατός απ’ το Κολμάρ· δεν ήξερε να βγάζει χρήμα, αγάπαγε τη μουσική, το διάβασμα, πρόσφερε στα παιδιά τη δυνατότητα να βγάλουν το δημοτικό, γιατί ως εκεί έφτανε μονάχα η μπόρεσή του.

Στα δεκαπέντε του ο Τζην Ντεμπς δούλευε κιόλας μηχανοδηγός στης Ινδιανάπολης και του Τερ Ωτ τους σιδηροδρόμους.

Δούλεψε θερμαστής στις ατμομηχανές, υπαλληλάκος σ’ ένα μαγαζί, μπήκε στην τοπική οργάνωση της αδελφότητας των θερμαστών σιδηροδρόμων, τον βγάλαν γραμματέα κι ύστερα γύρισε ολάκερη τη χώρα σαν οργανωτής.

Ήταν ψηλός με άγαρμπο περπάτημα κι είχε το χάρισμα μιας τέτοιας ευγλωττίας που πυρπολούσε τις καρδιές των εργατών του σιδηρόδρομου σα μαζευόντουσαν στις σανιδένιες αίθουσες.

Τους έκανε να λαχταράνε τον κόσμο που εκείνος λαχταρούσε, έναν κόσμο όπου όλοι ήσαν αδέρφια και μοιραζόντουσαν ίσες ευκαιρίες:

Δεν είμαι εργατοπατέρας. Δε θέλω ν’ ακολουθήσετε εμένα ούτε κανέναν άλλο. Αν γυρεύετε κάποιον Μωϋσή για να σας βγάλει από την έρημο του καπιταλισμού θα μείνετε στον ίδιο παρανομαστή. Δε θα σας πήγαινα σ’ αυτή τη γη της επαγγελίας, έστω κι αν ήτανε στα χέρια μου, γιατί αν μπορούσα εγώ να σας οδηγήσω εκεί κάποιος άλλος θα σας ξανάπαιρνε από κει.

Έτσι μίλαγε στους αχθοφόρους και τους αρχιεργάτες, σε θερμαστές, κλειδούχους και μηχανικούς, φωνάζοντας πως δεν αρκούσε να οργανώσουν τους σιδηροδρομικούς, ανάγκη να οργανωθούν όλοι οι εργάτες, όλοι οι εργάτες πρέπει να ‘ναι οργανωμένοι στη συνεργατική πολιτεία των εργατών.

Διαβάστε περισσότερα