Ο Ντεμπς ήταν σιδηροδρομικός, γεννημένος σε μια ξύλινη παράγκα στο Τερ Ωτ. Δέκα παιδιά είχαν οι γονείς του.
Ο πατέρας του πρωτόρθε στην Αμερική το ’49 μ’ ένα ιστιοφόρο, Αλσατός απ’ το Κολμάρ· δεν ήξερε να βγάζει χρήμα, αγάπαγε τη μουσική, το διάβασμα, πρόσφερε στα παιδιά τη δυνατότητα να βγάλουν το δημοτικό, γιατί ως εκεί έφτανε μονάχα η μπόρεσή του.
Στα δεκαπέντε του ο Τζην Ντεμπς δούλευε κιόλας μηχανοδηγός στης Ινδιανάπολης και του Τερ Ωτ τους σιδηροδρόμους.
Δούλεψε θερμαστής στις ατμομηχανές, υπαλληλάκος σ’ ένα μαγαζί, μπήκε στην τοπική οργάνωση της αδελφότητας των θερμαστών σιδηροδρόμων, τον βγάλαν γραμματέα κι ύστερα γύρισε ολάκερη τη χώρα σαν οργανωτής.
Ήταν ψηλός με άγαρμπο περπάτημα κι είχε το χάρισμα μιας τέτοιας ευγλωττίας που πυρπολούσε τις καρδιές των εργατών του σιδηρόδρομου σα μαζευόντουσαν στις σανιδένιες αίθουσες.
Τους έκανε να λαχταράνε τον κόσμο που εκείνος λαχταρούσε, έναν κόσμο όπου όλοι ήσαν αδέρφια και μοιραζόντουσαν ίσες ευκαιρίες:
Δεν είμαι εργατοπατέρας. Δε θέλω ν’ ακολουθήσετε εμένα ούτε κανέναν άλλο. Αν γυρεύετε κάποιον Μωϋσή για να σας βγάλει από την έρημο του καπιταλισμού θα μείνετε στον ίδιο παρανομαστή. Δε θα σας πήγαινα σ’ αυτή τη γη της επαγγελίας, έστω κι αν ήτανε στα χέρια μου, γιατί αν μπορούσα εγώ να σας οδηγήσω εκεί κάποιος άλλος θα σας ξανάπαιρνε από κει.
Έτσι μίλαγε στους αχθοφόρους και τους αρχιεργάτες, σε θερμαστές, κλειδούχους και μηχανικούς, φωνάζοντας πως δεν αρκούσε να οργανώσουν τους σιδηροδρομικούς, ανάγκη να οργανωθούν όλοι οι εργάτες, όλοι οι εργάτες πρέπει να ‘ναι οργανωμένοι στη συνεργατική πολιτεία των εργατών.
Θερμαστής σ’ ατέλειωτο νυχτερινό ταξίδι, και ο καπνός ν’ ανάβει μέσα του φωτιά, φωτιά από πυρωμένα λόγια που βρόνταγαν στις σανιδένιες αίθουσες· λαχταρούσε να ‘ναι τ’ αδέρφια του ελεύθεροι άνθρωποι.
Μ’ αυτό το μάτι αντίκρισε τα πλήθη που τον περίμεναν στον παλιό σταθμό της Γουελς Στρητ σα βγήκε από τη φυλακή μετά την απεργία της Πούλμαν, αυτός ήταν ο κόσμος που του χάρισε το 1912 εννιακόσιες χιλιάδες ψήφους και κοψοχόλιασε* φράκα, ψηλά καπέλα και διαμαντοφορούσες δέσποινες στα Λουτρά της Σαρατόγκα, στο λιμάνι Μπαρ, στη λίμνη της Γενεύης με τον μπαμπούλα ενός προέδρου σοσιαλιστή.
Αλλά πού βρίσκονταν τ’ αδέρφια του Τζην Ντεμπς στα 1918 όταν ο Γούντροου Γουίλσον* τον έκλεινε στις φυλακές της Ατλάντα γιατί μιλούσε ενάντια στον πόλεμο, πού βρίσκονταν οι χειροδύναμοι άντρες που αγαπούσαν το ουίσκι και λάτρευαν ο ένας τον άλλο, εκείνοι οι καλόκαρδοι παραμυθάδες στα καπηλειά επαρχιών του Μιντλ Γουέστ, φιλήσυχοι άνθρωποι που λαχταρούσαν ένα σπίτι με μια βεράντα για ν’ απλώνουνε τα πόδια τους, μια γυναικούλα αφράτη να τους μαγειρεύει, λίγο πιοτό και λίγα πούρα, έναν κηπάκο να σκαλίζουνε, δυο φιλαράκους για να λεν τον πόνο τους.
Κι ήθελαν να δουλέψουνε γι’ αυτά κι ήθελαν άλλοι να δουλέψουνε γι’ αυτά· πού βρίσκονταν οι θερμαστές των τρένων κι οι μηχανοδηγοί, όταν εκείνον τον τραβάγανε στα Πειθαρχεία της Ατλάντα;
Και τον εφέραν πίσω για να πεθάνει στο Τερ Ωτ· να κάθεται στην κουνιστή καρέκλα της βεράντας του, μ’ ένα πούρο στο στόμα, πλάι στα ρόδα «Αμερικάνα Καλλονή» που η γυναίκα του είχε βάλει σ’ ένα βάζο· κι ο λαός του Τερ Ωτ κι ο λαός της Ινδιάνας; κι ο λαός του Μιντλ Γουέστ, όλοι τον αγαπούσαν και τον τρέμανε, τον βλέπανε σαν ένα γέρο θείο καλόγνωμο και στοργικό και λαχταρούσανε να βρίσκονται μαζί του για να τους δώσει καραμέλες, μα τον φοβόντουσαν λες κι έπασχε από κολλητική κοινωνική αρρώστια κάτι σα λέπρα ή σύφιλη και πόναγαν γι’ αυτό, μα εξαιτίας της σημαίας και της ευημερίας και της ασφάλειας που απαιτεί η δημοκρατία φοβόντουσαν να ρθούνε στο πλευρό του, ή να τον πολυσκέπτονται μην τύχει στα στερνά και τον πιστέψουν γιατί εκείνος είχε πει:
Όσο υπάρχει μια τάξη κατώτερη εγώ θα ‘μαι δικός της, όσο υπάρχει μια τάξη που ξεπέφτει σ’ υπόκοσμο εγώ θα ‘μαι δικός της, όσο υπάρχει έστω και μια ψυχή στη φυλακή εγώ δε θα ‘μαι λεύτερος.










Ο Γιουτζήν Β(ίκτωρ) Ντεμπς (αγγλικά: Eugene (Gene) V. Debs, 5 Νοεμβρίου 1855 – 20 Οκτωβρίου 1926) ήταν Αμερικανός συνδικαλιστής και ένας από τους πιο γνωστούς σοσιαλιστές των Η.Π.Α.. Ήταν ιδρυτής και υποψήφιος πρόεδρος με το Αμερικάνικο Σοσιαλιστικό κόμμα.
Στα 14 του χρόνια ο Ντεμπς άρχισε να εργάζεται ως εργάτης στους σιδηροδρόμους. Ίδρυσε ένα από τα πρώτα βιομηχανικά συνδικάτα της Αμερικής, την Αμερικανική Σιδηροδρομική Ένωση και την οδήγησε σε μια επιτυχημένη απεργία. Το 1894 πήρε μέρος στην απεργία ενάντια στην αυτοκινητοβιομηχανία Πούλμαν και φυλακίστηκε. Όσο ήταν στη φυλακή ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του Μαρξ. Όταν βγήκε από τη φυλακή δημιούργησε το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που μετατράπηκε σε σοσιαλιστικό. Ήταν υποψήφιος πρόεδρος το 1904, το 1908 και το 1912.
Ο Ντεμπς ήταν κατά της συμμετοχής στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και γι’ αυτό φυλακίστηκε με την κατηγορία της ανταρσίας. Η φυλάκισή του προκάλεσε έντονη αντίδραση και διαδηλώσεις που κατέληγαν σε βίαια επεισόδια από σοσιαλιστές, κομμουνιστές και αναρχικούς. Το 1920 ο Γιουτζήν Ντεμπς κατέβηκε πάλι ως υποψήφιος μέσα από τη φυλακή κερδίζοντας το μεγαλύτερο ποσοστό του, περίπου 914.000 ψήφους. Αν και η υγεία του επιδεινώθηκε μέσα στη φυλακή, ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον αρνήθηκε να του δώσει χάρη. Τελικά απελευθερώθηκε το 1921 από τον πρόεδρο Ουόρεν Χάρντινγκ. Πέθανε στις 20 Οκτωβρίου 1926.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%BD_%CE%9D%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%82