Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μάρκος Αυρήλιος, «Τα εις αυτόν» (Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Γιάννης Αβραμίδης), εκδ. Θύραθεν, 2009

1. Από νωρίς το πρωί να λες μέσα σου: σήμερα θα συναντηθώ με
τον πολυπράγμονα, με τον αχάριστο, με τον αλαζόνα, τον δολερό,
τον φθονερό, τον ακοινώνητο*. Τους συμβαίνει να είναι έτσι επειδή
αγνοούν το αγαθό και το κακό. Εμένα όμως, που στοχάστηκα τη
φύση του άγαθοΰ κι είδα την ομορφιά του’ και τη φύση του κακού,
κι είδα την ασχήμια του’ και τη φύση του ανθρώπου που σφάλλει,”
κι είδα ότι είναι συγγενής μου, όχι από το ίδιο αίμα ή σπέρμα αλλά από τον ίδιο Νου,
και ότι έχει τη θέση του μέσα στο θείο έργο’
εμένα δεν μπορεί να με βλάψει κανείς από τους παραπάνω, γιατί
κανείς τους δεν μπορεί να με εμπλέξει στην αισχρότητα. Επίσης
δεν μπορώ να οργίζομαι μ’ ένα συγγενικό μου πρόσωπο και να το
μισώ. Γεννηθήκαμε για να συνεργαζόμαστε μεταξύ μας, όπως τα
πόδια, τα χέρια, τα βλέφαρα, όπως η πάνω και κάτω σειρά των
δοντιών. Το να κάνουμε αντίπραξη ο ένας στον άλλο είναι παρά
φύσιν. Και η αγανάκτηση και η αποστροφή αποτελούν αντίπραξη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Ο σκατόγερος»

 

 

Δεν τον έπιανες από πουθενά. Κάθε πρωί τον έβρισκες στρωμένο σε μια γύφτικη καρέκλα, πρώτο τραπέζι πίστα στην πλατεία του χωριού, ν’ αμολάει κατά διαστήματα μια δυνατή πορδή, μόνο μία! Ήταν το τομάρι της περιοχής, το παραδέχονταν όλοι, εκτός απ’ τον ίδιο βέβαια. Μαζί με τις πορδές αμόλησε και τέσσερα παιδιά, δυο κορίτσια που φύγανε μακριά και δεν ξαναγύρισαν, και δυο αγόρια, ντάλε-κουάλε ο πατέρας τους. Οι κλώνοι ενίοτε ξεπερνούν τους κατασκευαστές τους, όχι σπάνια τους σκοτώνουν, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία. Η γυφτοκαρέκλα πάντως απόκτησε με τα χρόνια τοτεμική υπόσταση, περνούσε ατέλειωτες ώρες διαλογισμού καβάλα στο τετράποδο σκιάχτρο με την ψάθινη ράχη. Καθείς με τη θρησκεία του, όπως λέει ο πάνσοφος λαός.

Τεμπέλης περιωπής λοιπόν, κουτοπόνηρος και καβατζαδόρος, προσόντα απαραίτητα για μια λαμπρή σταδιοδρομία. Μέχρι και μηνιαίο επίδομα κατάφερε να πάρει απ’ τη μητρόπολη, μια ελάχιστη θεσμική καταξίωση για τα έργα και τις μέρες του.

«Άλλοι παίρνουν σύνταξη απ’ το ΙΚΑ» δήλωνε με θράσος στους συγχωριανούς του, σε όσους δηλαδή του μιλούσαν ακόμη. Τα βγάζεις πέρα με σκατόγερους;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος- Αλέξης Ασλάνογλου, «Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα», εκδ. Ύψιλον, 1991

Η εξοχική Λευκάδα

 

Αργά το απόγευμα, πλησιάζοντας το νοτιότερο άκρο της Λευκάδας, όλα λάμπουν στο φως. Σαν ένα ηλιοβασίλεμα στο Θερμαϊκό. Δεκάδες χρωματιστά γουιντσέρφινγκ, μεγάλα ιστιοφόρα και βάρκες στην οργιαστική βλάστηση των νερών. Οι ακτές είναι μέσα στο πράσινο.
Ένα χωριό ψαράδων, η Βασιλική, που έχει όμως περισσότερο αγροτικό χαρακτήρα. Στα δεξιά, λίγα παραθαλάσσια εστιατόρια και ξενοδοχεία. Αριστερά, η πλαζ, τα θαλάσσια σπορ, μοντέρνα καταστήματα παγωτών και φρούτων. Στο τέρμα του ανηφορικού δρόμου που διασχίζει το χωριό, δεκάδες ξενώνες με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική μορφή μέσα στα σπάρτα, σε εκτάσεις έρημες. Μια δισκοθήκη μέσα στο λιβάδι, σ’ έναν αχανή κήπο. Τα κάμπινγκ αρχίζουν μετά, δίπλα στη θάλασσα. Τα βράδια φυσάει πάντα ένας άνεμος θερμός, θαλασσινός. Όλα τα μέσα μεταφοράς επιστρατεύονται από κει προς όλα τα σημεία του νησιού. Οι αποστάσεις εκμηδενίζονται. Ποιος βιάζεται να φτάσει στην πόλη της Λευκάδας με 42 βαθμούς;
Μερικές μέρες στο Νυδρί συμπληρώνουν την κοσμοπολίτικη όψη μιας μεταμορφωμένης Λευκάδας. Διεθνές παραθεριστικό κέντρο, μια προσπάθεια που πολύ γρήγορα καρποφόρησε. Σε τρεις λωρίδες: η παραθαλάσσια με δεκάδες κέντρα φαγητού και αναψυχής. Η άσφαλτος με πολυτελή καταστήματα και λιχουδιές. Μετά τα μεσάνυχτα μεταβάλλεται σε Ταγγέρη. Ορχήστρες, δισκοθήκες και καλλιτέχνες του τραγουδιού ακούγονται σε πολύ μεγάλο βάθος στην κωμόπολη. Η ίδια αυτή πόλη έχει πολυδαίδαλους δρόμους όπου επαύλεις συνορεύουν με φάρμες, κήπους με οπωροφόρα ή αγροικίες μοντέρνου ρυθμού. Οι υπηρεσίες προσφέρονται αφειδώς.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Νίκος Φωτόπουλος, «Μέρες αδέσποτες… στο σιδερένιο νησί»- “Όψεις και κοινωνιολογικές προεκτάσεις της ποιητικής του Χρήστου Θηβαίου”, εκδ. Μετρονόμος, 2020

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΠΡΩΤΗ: «ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟΠΤΟΙ»:
«Μέρες Αδέσποτες»(1995)
«Είμαι αυτό που κυνηγάω» (2000)

α) Έρωτας – Θάνατος
Το ζήτημα του έρωτα και του θανάτου δεν αποτελεί ένα καινούργιο ή ευρη ματικό δίπολο στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Αντίθετα, ενέχει μια αρχέγονη καταγωγή που κοσμείται από φιλοσοφικές, λογοτεχνικές, καλλιτε χνικές και ψυχαναλυτικές καταβολές, συμβολίζοντας διαχρονικά τον αέναο αγώνα του είδους απέναντι στη ζωή και το τέλος της, τη συνεχή διαπάλη ανά μεσα στην ηδονή της δημιουργίας και την οδύνη της απώλειας. Ο Γ. Ρίτσος θέτει το ζήτημα αυτό ως πλήρη επίγνωση του ανθρώπινου δράματος στην
ποιητική του διάσταση στη Σονάτα του σεληνόφωτος: «Το ξέρω πως καθέ νας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και στον θάνατο». Κι αυτό γιατί η βαθιά επίγνωση καθιστά το δίπολο αυτό ένα αρχέγονο «σχήμα» της ανθρώπινης φύσης το οποίο διαφοροποιεί αισθητά τον άνθρωπο από τα άλλα έμβια όντα. Η ανθρώπινη συνείδηση του υποκειμένου είναι αυτή που ουσιαστικά ωθεί το υποκείμενο να μελετήσει, να εκφράσει αλλά και να συμφι λιωθεί με το πεπρωμένο του, αφήνοντας με τον δικό του τρόπο το ίχνος του πάνω στο ιστορικό και πολιτισμικό συνεχές. Το στοιχείο του έρωτα στο κείμενο «Μέρες αδέσποτες» είναι πανταχού παρόν με μια βαθιά υπαρξιστική χροιά. Αναγνωρίζεται σχεδόν σε κάθε στίχο, άλλοτε μέσα από ένα αίσθημα αναζήτησης κι άλλοτε μέσα από μια βαθιά εξομολόγηση η οποία διαπερνά τα μόρια της ατομικής ύπαρξης. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η αναζήτηση του έρωτα λαμβάνει τη μορφή μιας διαρκούς υπαρξιακής περιπλάνησης από σώμα σε σώμα, από αίμα σε αίμα, από πόλη σε πόλη κ.ο.κ., με τον δημιουργό να ιστορεί λυρικά την περιπέτειά του ως ένα υποκείμενο βαθιά τραυματισμένο.

Τόσα χρόνια μες στους χάρτες μου σε ψάχνω / κι ας μην έσκυψες ποτέ στο μέτωπό μου / με τα δυο σου χείλια
να αφήσεις μια ανάσα στη ζωή μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μιχάλης Ζ. Κοπιδάκης, «Μονώτης και ευόμιλος» / “Μνήμη Μάνου Ελευθερίου”, 2020 (έκδοση εκτός εμπορίου)

Σήμερα συμπληρώνονται δύο χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Ελευθερίου. Το βιβλίο του Μιχάλη Ζ. Κοπιδάκη, «Μονώτης και ευόμιλος»- Μνήμη Μάνου Ελευθερίου, τυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 2020 σε 100 αντίτυπα εκτός εμπορίου. Σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ παρουσιάζουμε ένα μέρος από τον Πρόλογό του. 

`

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

Στην Λιλή

μυροφόρου αναλαβούσαν τάξιν

 

`

Ο Μάνος Ελευθερίου δεν ήταν θιασώτης ούτε του απολαυστικού ούτε του πρακτικού βίου παρά του θεωρητικού, και ως εκ τούτου επεδίωκε τη µοναξιά, που του επέτρεπε να συνέρχεται από την τύρβη του κόσμου, να μελετά, να συγγράφει και να φροντίζει τις συλλογές που είχε καταρτίσει µε πράγματα αμφισβητούμενης χρησιμότητας. Εξαφανιζόταν λοιπόν κατά διαστήματα από προσώπου γης, προφασιζόταν ασθένειες αδιάγνωστες και αναχωρούσε συχνά με συντροφιά την οξυμμένη φαντασία του σε πολυήμερα προσκυνηματικά ταξίδια σε τόπους αλαργινούς. Όλα αυτά τα µηχανευόταν για να αποτραβηχθεί σε μια γωνιά του ερημητηρίου του με ένα βιβλίο ανοιχτό στο χέρι.΄Ετσι στάθηκε εφ’ όρου ζωής 0 τυπικός µονώτης και ιδιαστής.
Από την άλλη οι επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις (επιμελητής εκδόσεων χαλκέντερος, συγγραφέας πολυγραφότατος και οργανικός διανοούμενος του ευρύτερου χώρου) τον ανάγκαζαν και να συναγελάζεται και να συνεργάζεται με ανθρώπους απαιτητικούς και αγχωμένους, όπως είναι κατά κανόνα οι συγγραφείς, οι εκδότες, οι καλλιτέχνες και οι δημοσιολόγοι et hoc genus omne. Σε αυτό το αγωνιστικό πεδίο ακολουθούσε κατά γράμμα τη συμβουλή που είχε δώσει στον εαυτό του ο στωικός φιλόσοφος και για κακή του τύχη αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (1, 6): εύόμιλος καί εύχαρις ού κατακόρως.

Διαβάστε περισσότερα