Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μιχάλης Ζ. Κοπιδάκης, «Μονώτης και ευόμιλος» / “Μνήμη Μάνου Ελευθερίου”, 2020 (έκδοση εκτός εμπορίου)

Σήμερα συμπληρώνονται δύο χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Ελευθερίου. Το βιβλίο του Μιχάλη Ζ. Κοπιδάκη, «Μονώτης και ευόμιλος»- Μνήμη Μάνου Ελευθερίου, τυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 2020 σε 100 αντίτυπα εκτός εμπορίου. Σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ παρουσιάζουμε ένα μέρος από τον Πρόλογό του. 

`

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

Στην Λιλή

μυροφόρου αναλαβούσαν τάξιν

 

`

Ο Μάνος Ελευθερίου δεν ήταν θιασώτης ούτε του απολαυστικού ούτε του πρακτικού βίου παρά του θεωρητικού, και ως εκ τούτου επεδίωκε τη µοναξιά, που του επέτρεπε να συνέρχεται από την τύρβη του κόσμου, να μελετά, να συγγράφει και να φροντίζει τις συλλογές που είχε καταρτίσει µε πράγματα αμφισβητούμενης χρησιμότητας. Εξαφανιζόταν λοιπόν κατά διαστήματα από προσώπου γης, προφασιζόταν ασθένειες αδιάγνωστες και αναχωρούσε συχνά με συντροφιά την οξυμμένη φαντασία του σε πολυήμερα προσκυνηματικά ταξίδια σε τόπους αλαργινούς. Όλα αυτά τα µηχανευόταν για να αποτραβηχθεί σε μια γωνιά του ερημητηρίου του με ένα βιβλίο ανοιχτό στο χέρι.΄Ετσι στάθηκε εφ’ όρου ζωής 0 τυπικός µονώτης και ιδιαστής.
Από την άλλη οι επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις (επιμελητής εκδόσεων χαλκέντερος, συγγραφέας πολυγραφότατος και οργανικός διανοούμενος του ευρύτερου χώρου) τον ανάγκαζαν και να συναγελάζεται και να συνεργάζεται με ανθρώπους απαιτητικούς και αγχωμένους, όπως είναι κατά κανόνα οι συγγραφείς, οι εκδότες, οι καλλιτέχνες και οι δημοσιολόγοι et hoc genus omne. Σε αυτό το αγωνιστικό πεδίο ακολουθούσε κατά γράμμα τη συμβουλή που είχε δώσει στον εαυτό του ο στωικός φιλόσοφος και για κακή του τύχη αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (1, 6): εύόμιλος καί εύχαρις ού κατακόρως.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Aziz Nesin (1915 -1995) «Το σημειωματάριο» (μτφρ. Έρμος Αργαίος)

ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ, κάτω απ’ το τραπέζι, ένα σημειωματάριο. Ρώτησα τους σπιτικούς μην ήταν δικό τους. Δεν ανήκε σε κανέναν. Ήταν ένα όμορφο και κομψό σημειωματάριο με μπλε εξώφυλλο και χρυσά γράμματα. Άρχισα να το ξεφυλλίζω, για να καταλάβω ποιανού ήταν. Ξαφνιάστηκα κιόλας απ’ το κοίταγμα της πρώτης σελίδας. Ήταν γραμμένο τ’ όνομα ενός υψηλού προσώπου, η διεύθυνση του σπιτιού του, ο αριθμός τηλεφώνου. Γύρισα τη δεύτερη σελίδα, κι εκεί, το ένα κάτω από το άλλο, τα ονόματα τριών προσωπικοτήτων, με τη διεύθυνση του σπιτιού τους και τον αριθμό του τηλεφώνου. Όσο γύριζα τις σελίδες, τόσο μεγάλωνε και η έκπληξή μου. Το σημειωματάριο ήταν γεμάτο με τις διευθύνσεις γνωστών ανωτέρων κυβερνητικών υπαλλήλων, οικονομολόγων και άλλων. Ο κατώτερος βαθμός της κρατικής ιεραρχίας, ανάμεσά τους, ήταν ο βαθμός του Γενικού Διευθυντή… Πρόσεξα και κάτι άλλο: στο σημειωματάριο αυτό, ήταν καταχωρισμένα τα ονόματα των πιο δυναμικών πολιτικών του τόπου μας.

Όποιος και να ’ταν στη θέση μου, θα δοκίμαζε την ίδια μ’ εμένα αμηχανία. Το σημειωματάριο αυτό με τις διευθύνσεις σημαινόντων προσώπων μοιάζει σαν μπόμπα έτοιμη να σκάσει. Το δίχως άλλο θα το άφησε σπίτι μου κρυφά κάποιος εχθρός μου. Με κυρίεψε ένας ανεξήγητος φόβος. Μπορεί να χτυπήσει ξαφνικά η πόρτα, να χυμήξουν μέσα χαφιέδες και να μου πουν:

— Βγάλε το σημειωματάριο!

Εγώ τρέμοντας θα ρωτήσω:

— Τι σημειωματάριο ζητάτε;

Θα ψάξουν το δωμάτιο μου. Θα βρουν το σημειωματάριο κάτω απ’ το τραπέζι, λες και το βάλανε εκεί οι ίδιοι, με τα χέρια τους.

Ξέρω πολύ καλά αυτό που θα συμβεί. Ο παλιάνθρωπος που άφησε ξεπίτηδες σπίτι μου αυτό το σημειωματάριο, θα ειδοποίησε κιόλας την αστυνομία. Φως φανάρι πως έπεσα σε μεγάλη παγίδα…

Όταν θα βρουν το σημειωματάριο οι αστυνομικοί θ’ αρχίσουν να λένε:

— Ομολόγησε!… Βαστάς μητρώο κι έγραψες σ’ αυτό το σημειωματάριο τα ονόματα τόσων υψηλών προσώπων; Για να κάνεις εκβιασμούς, ε; Ίσως και καμιά δολοφονία;

Αμάν, Γιαραμπή μου!… Τι να τους πω; Σάμπως θα με πιστέψουν;

Πρέπει αμέσως να το κάψω το σημειωματάριο και τη στάχτη του να τη σκορπίσω στους τέσσερις ανέμους. Ποιος άτιμος να μου σκάρωσε αυτή τη δουλειά;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Peter Barry, «Γνωριµία µε τη θεωρία: Εισαγωγή στη λογοτεχνική και πολιτισµική θεωρία» (µτφρ. Αναστασία Νάτσινα), εκδ. Βιβλιόραµα 2013

[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

Φεµινιστική κριτική και γλώσσα

`

Ένα άλλο θεµελιακό ζήτηµα, για το οποίο διίστανται οι γνώµες, είναι το ερώτηµα αν
υπάρχει ή όχι µια εγγενώς γυναικεία γλώσσα. Υπάρχει µια µακρά παράδοση
συζήτησης γι’ αυτό το θέµα στον φεµινισµό. Για παράδειγµα η Βιρτζίνια Γουλφ (στα
κεφάλαια 4 και 5 του εκτενούς µαχητικού δοκιµίου Ένα δικό σου δωµάτιο)
υποστηρίζει ότι η χρήση της γλώσσας διαφοροποιείται ανάλογα µε το φύλο, έτσι
ώστε όταν µια γυναίκα επιχειρεί να γράψει µυθιστόρηµα αντιλαµβάνεται ότι δεν
υπάρχει ‘καµία κοινή φράση έτοιµη για να τη χρησιµοποιήσει’. Οι µεγάλοι άντρες
µυθιστοριογράφοι έχουν γράψει µια ‘φυσική πρόζα, που κυλούσε γοργά όχι όµως
απρόσεχτα, εκφραστικά αλλά όχι εξεζητηµένα, και που είχε ένα δικό της χρώµα
χωρίς να παύει να είναι κοινό κτήµα’. Παραθέτει ένα παράδειγµα και λέει: ‘Αυτή
είναι µια αντρική φράση’. ∆εν εξηγεί τις ιδιότητές της αλλά το παράδειγµα
χαρακτηρίζεται από προσεκτικά ισορροπηµένα ρητορικά σχήµατα. Αλλά ‘επρόκειτο
για µια φράση ακατάλληλη να χρησιµοποιηθεί από µια γυναίκα’ και οι γυναίκες
συγγραφείς που προσπάθησαν να τη χρησιµοποιήσουν (Σαρλοτ Μπροντέ, Τζόρτζ
Έλιοτ) κακοπάθησαν. Η Τζέην Ώστεν την απέρριψε και στη θέση της ‘επινόησε µια
τελείως φυσική και καλοσχηµατισµένη φράση κατάλληλη για δική της χρήση’,15
αλλά η Γουλφ δεν δίνει ούτε περιγραφή ούτε παράδειγµα αυτής της φράσης. Μπορεί
κανείς να υποθέσει ωστόσο ότι τα χαρακτηριστικά µιας ‘γυναικείας φράσης’ είναι ότι
οι περίοδοι συνδέονται χαλαρότερα και δεν είναι προσεκτικά ισορροπηµένες και
σχηµατοποιηµένες όπως στην αντρική πρόζα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βίκη Τσιώρου, «Η λογοκλοπή είναι μέρος της λογοτεχνίας;»*

Τα τελευταία χρόνια έχουν φανερωθεί σκανδαλώδεις υποθέσεις λογοκλοπής, με αποτέλεσμα να ανοίξει ένας διάλογος πάνω σ’ αυτό το θέμα και να ακουστούν απόψεις που άλλες καυτηριάζουν το φαινόμενο και άλλες το υποστηρίζουν. Βέβαια, το ζήτημα δεν είναι πρωτοφανές, αφού από την εποχή του Σέξπιρ είχαν ήδη επισημανθεί ανάλογες πρακτικές.

 

Στις μέρες μας, όμως, φαίνεται πως τα πάντα γίνονται απροκάλυπτα, πιο γρήγορα γνωστά και η κριτική που ασκείται σε λογοκλόπους συγγραφείς πιο άμεση. Εκτός από τη Γαλλίδα Μαρί Νταριουσέκ, τη Βρετανίδα Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, συγγραφέα του Χάρι Πότερ, τελευταία προστέθηκε και η νεαρότατη Γερμανίδα Χέλεν Χέγκεμαν, η οποία τον περασμένο Ιανουάριο δημοσίευσε το βιβλίο της «Axoloti Roadskill» το οποίο σύντομα έγινε μπεστ σέλερ. Αποκαλύφθηκε όμως πολύ γρήγορα – όπως διαβάζουμε σε ένα μεγάλο αφιέρωμα του περιοδικού Courrier International, για το θέμα, πως το πόνημά της δεν ήταν παρά μια αντιγραφή κειμένων κάποιου ανώνυμου μπλόγκερ, γνωστού μόνο με το ψευδώνυμο Airen, και έτσι η Χέγκεμαν, που ήταν φαβορί, στη Γιορτή Βιβλίου της Λιψίας.

«Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται, οι ολοκληρωμένοι ποιητές κλέβουν» έλεγε ο Τ.S. Elliot. Ομως, από πότε; Ηδη από το 1592, ο Αγγλος συγγραφέας Robert Greene, σε ένα λιβελογράφημά του, λίγο πριν πεθάνει, λύνει τους λογαριασμούς του με πολλούς «συναδέλφους» του και ειδικά με κάποιον του οποίου η απρόσμενη επιτυχία τον είχε δυσαρεστήσει. Επρόκειτο, ούτε λίγο ούτε πολύ, για τον Ουίλιαμ Σέξπιρ. Τον χαρακτηρίζει, λοιπόν, αριβιστή και λογοκλόπο. Αυτή η καταγγελία ενός ανθρώπου που -ειρήσθω εν παρόδω- θεωρείται ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας, δηλαδή ο πρώτος συγγραφέας που έζησε κερδίζοντας χρήματα από τα γραπτά του, δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, ο Σέξπιρ πληγώθηκε από τη στάση τού Greene, αλλά αυτό δεν απέτρεψε τους επιγόνους του να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized, Αναγνώσεις

Τόλης Καζαντζής (1938- 1991) «Ο λάκκος»

Από τη συλλογή Η παρέλαση, 1976.

Απέναντι στο σπίτι μας ήταν ο λάκκος. Ήταν για τα θεμέλια του σπιτιού που δεν το χτίσανε γιατί ήρθε η κατοχή. Έτσι απόμεινε μονάχα ο λάκκος, σκαμμένος κανονικά απ’ τις δυο μεριές, κατηφορικός από τις άλλες, προς το σταυροδρόμι, για να κατεβαίνουνε, ως φαίνεται, τα φορτηγά που κουβαλούσανε τα μπάζα. Στο λάκκο κάναμε τα πιο πολλά παιχνίδια μας. Παίρναμε λαμαρίνες και τις γυρνούσαμε κατά πάνω σαν έλκηθρο, ανεβαίναμε απάνω και γλιστρούσαμε στην κατηφόρα μέχρι τον πάτο του λάκκου, όπου φυτρώνανε τσουκνίδες ανάμεσα σε σκουριασμένα ντενεκέδια, παλιοσιδερικά και λογιώ λογιώ βρωμιές. Οι τσουκνίδες τσιμπούσανε και φέρνανε φαγούρα. Μάλιστα, εκεί που τσιμπιόσουνα πρηζότανε το δέρμα σα να του είχανε περάσει από κάτω κουμπί. Έπρεπε τότε να το τρίψεις με φύλλο από μολόχα κι η φαγούρα κοβότανε μαχαίρι. Αν πάλι δεν έβρισκες μολόχα —πού να τη βρεις;— έκανες ένα σταυρό με το νύχι απάνω στο πρήξιμο και μονομιάς ο πόνος έδιωχνε τη φαγούρα.

Ο λάκκος ήταν παγίδα πλάι στο σκοτεινό δρόμο. Ήτανε, βλέπεις, κι η συσκότιση, κι αυτοί οι πεταλάδες που μόλις βράδιαζε κάνανε περιπολία κι άμα βλέπανε καμιά φωτεινή χαραμάδα στο παράθυρο στήνονταν από κάτω και φώναζαν «φως φως» με τις αγριοφωνάρες τους, όσο να ταιριάσεις την κουβέρτα και να μη φέγγει καθόλου. Έτσι τη νύχτα η γειτονιά ήτανε θεοσκότεινη, κι άμα δεν ήξερες τους δρόμους και προπάντων άμα ήσουνα μεθυσμένος μπορούσες να βρεθείς σούμπιτος οχτώ μέτρα μες στο λάκκο.

Διαβάστε περισσότερα