«Εις μνήμην τού Μάνου Ελευθερίου: ο αέναος αγώνας του, για να εννοήσει τον άνθρωπο» (γράφει ο Ανδρέας Λαμπέτης)
20Σεπ
«Ἄφησέ με νὰ ζήσω μιὰ στιγμή, κἂν ὅσο
στὸ γαληνὸ νὰ χύσω αιθέρα και στ’ αὐτί σου
τὸ θησαυρό μου. Μὴ σκοτώσῃς ὅ,τι πρέπει
νὰ γεννηθῇ». Σ’ αὐτὰ τὰ λόγια τὸ γεράκι
τ’ ἄπονο νύχι του παράλυε, καὶ μὲ τ’ ἄλλο
ἅπλωνεν ὡσάν σπλάχνους φιλάνθρωπου χέρι
στ’ αηδόνι, που σ’ εκείνη τὴ στιγμὴν ἐσβύσθη».
Διονύσιος Σολωμός, «Τὸ ἀηδόνι καὶ τὸ γεράκι», Δ.Σολωμού, Τα ιταλικά ποιήματα. (Πρόλογος με μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου), Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921, 66.
Στους στίχους αυτούς του Διονύσιου Σολωμού που δεν επρόλαβε να τους μετατρέψει σ’ότι σχεδίαζε,είδα ν’ αχνοφαίνεται η μορφή του Μάνου Ελευθερίου που κίνησε πριν από χρόνια δύο για το αναπόφευκτο ταξίδι. Σαν αηδόνι ανθεκτικό κι αυτός συνέχιζε, μια ζωή ολόκληρη,να γεννά στίχους σκεπτικούς της θλίψης και της χαράς, όσο τ’ ακονισμένα νύχια τής ιστορίας και των κομπάρσων της βυθίζονταν επίμονα στην τρυφερή του ύπαρξη. Φανταστήκαμε τους ανθρώπους αιώνιους και λησμονήσαμε ότι στο τέλος, πάντοτε,θα καταφθάνει ο θάνατος, για να παραλάβει τα φθαρτά σαρκία που μας ντύνουν. Κι ας τον ξορκίζουμε, επιμελώς, όσο διαρκεί η ζωή μας, στις αρένες που εκδίδεται η τελική ετυμηγορία,που θα δοθούν εφήμεροι ο πλούτος καιη δόξα,ποτέ δε θα τον νικήσουμε. Αργά, ίσως, θα εννοήσουμε πως, όταν πρωτοερχόμαστε, λίγα μέτρα γης μάς παραχωρούνται, ίσα για να στήσουμε για λίγες ανάσες τη σκηνή, πάνω στην οποία θα παίξουμε εκόντες άκοντες την παράσταση του βίου μας. Κι ύστερα θα μας πάρει το τέλος τού έργου από το χέρι,για να αναλυθούμε ξανά σε μυριάδες κόκκους χώμα. Να ξαναβρούμε το σπίτι μας.
Από τούτο τον κόσμο, όμως, περνούν και κάποιοι άλλοι άνθρωποι. Διαφορετικοί. Αυτούς επιμένουμε να τους φανταζόμαστε παντοτινά παρόντες, αφού άφησαν πίσω τους τόσα ίχνη ανθεκτικά. Ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε και ο Μάνος Ελευθερίου.
Διαβάστε περισσότερα








