Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Δημήτρης Υφαντής, «Μια ηρωική πράξη»

Τα αυτιά μου βούιζαν λες και είχα υποστεί μόνιμη απώλεια της ακοής μου, το κεφάλι μου πονούσε σαν να το ποδοπάτησε χορεύοντας μια ολόκληρη φυλή ελεφάντων, το σώμα μου παρέμενε ξαπλωμένο, χωρίς δυνάμεις, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι της συνείδησης μου, όσο εξαθλιωμένο και αδύναμο και αν ήταν, έδινε έναν μυθικό αγώνα μέχρις εσχάτων, με αντικειμενικό του σκοπό να καταφέρει να ανοίξουν τα μάτια μου. Μα τα μάτια μου προτιμούσαν να υπακούνε σε κάποια άγνωστη σε μένα ληθαργική δύναμη, μια τέτοια δύναμη που τα πρόσταζε να παραμείνουν ερμητικά κλειστά, να αγνοήσουν τις σοβαρές προσπάθειες του εγκεφάλου μου για ξύπνημα και να βυθιστούν σε ένα βαρύ και όχι τόσο γλυκό ύπνο. Προσπαθούσα, χωρίς να ξέρω και γω για πόση ώρα, να αποδειχθώ πιο πεισματάρης και επίμονος από τον λήθαργο που με πολεμούσε, στρατολογώντας όλα τα αποθέματα της θέλησης που διέθετα, τα οποία εδώ που τα λέμε, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν και πολλά. Για την ακρίβεια ήταν απειροελάχιστα, έως μηδαμινά. Μα παρόλαυτα έπρεπε να σηκωθώ και να αρχίσω να συνειδητοποιώ λίγο λίγο, ποια είναι τα αίτια αυτής της εξευτελιστικής κατάστασης που βίωνα και που οφείλεται αυτός ο εξοντωτικός πονοκέφαλος που τα είχε βάλει με το κρανίο μου, χωρίς λόγο και αιτία. Η ώρα περνούσε και δεν μπορώ να καυχηθώ πως κατάφερνα ικανοποιητικά αποτελέσματα. Μα όσα δεν μπορούσα να πετύχω με τη δύναμη της θέλησης μου, τα πραγματοποίησε μονομιάς μια αλάνθαστη και καλά δοκιμασμένη τεχνική του σοκ, που μου ήρθε λες και την είχα παραγγείλει, από το εξωτερικό μου περιβάλλον.

-Σήκω ανίκανε, ακαμάτη, άχρηστε! Ακούστηκε μια φωνή ηλικιωμένης κυρίας και αμέσως ένιωσα μια παγωμένη ψυχρολουσία να διαπερνάει κάθε ίντσα του σώματος μου, μουσκεύοντας με, με το παγωμένο της υγρό μέχρι το κόκαλο. Αυτομάτως πετάχτηκα πάνω, σε κατάσταση κυριολεκτικά εμπόλεμη, με τέτοια εγρήγορση πνεύματος που θα ζήλευε και ο πιο δραστήριος άνθρωπος του κόσμου, και αυτή τη φορά η διάθεση μου χαρακτηριζόταν από αγνά εχθρικά αισθήματα, έτοιμος να εντοπίσω και να εξοντώσω αυτόν που με τόση αναίδεια και αγένεια με είχε μπουγελώσει με ένα κουβά παγωμένου νερού, ενώ δεν είχα καν σηκωθεί από το κρεβάτι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, μπροστά μου αντίκρισα την αγαπημένη μου υπερήλικη γιαγιά, γεγονός που αμέσως αφόπλισε τις όποιες μαχητικές μου εκδηλώσεις, καθώς ήταν άτομο, προς το πρόσωπο του οποίου έτρεφα, ιδιαίτερη αφοσίωση και αγάπη.

-Τι έγινε ρε γιαγιά, τρελάθηκες? Τι βίδα σου στριψε και με ξυπνάς με αυτό τον τρόπο? Ρώτησα καθώς κοιτούσα το χωριάτικο χέρι της, να κρατάει λεβέντικα – παρά τα εκατό του χρόνια – το κουβά που έσταζε ακόμα, με τις σταγόνες που μου είχαν επιτεθεί.

-Ρωτάς τι έγινε? Με αποπήρε, καρφώνοντας με, με ένα βλέμμα αγέρωχο, που με διαπερνούσε μέχρι τα ενδότερα βάθη της ψυχής μου. Που ζεις βρε αχαϊρευτε? Πόλεμος έγινε, δεν ακούς τηλεόραση? Πόλεμος! Και εσύ μου κάθεσαι και ροχαλίζεις σαν ρεμάλι! Έπειτα, άφησε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής και επανέλαβε, για να με κάνει να το εμπεδώσω καλύτερα, την ίδια εξωφρενικά ενοχλητική (ιδιαίτερα για να σε ξυπνάνε με αυτή) λέξη: ΠΟΛΕΜΟΣ!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Μικρασιατική Καταστροφή: Από τις φλόγες της κόλασης στην αναδημιουργία του χαμένου παράδεισου» (γράφει η Έφη Μπουκουβάλα-Κλώντζα)

 

 

«Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα

που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.

Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε μ’ ολολυγμούς

κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά

κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο

και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.

Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά

με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια

τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας».

(Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα)

 

Το απόσπασμα προέρχεται από την ποιητική συλλογή του μεγάλου μας δημιουργού, Μικρασιάτη στην καταγωγή, Γιώργου Σεφέρη, η οποία φέρει τον τίτλο Μυθιστόρημα. «Ένα είδος ποιητικής παράστασης ανάμεσα στο μύθο και στην πραγματικότητα. Μια αυτοβιογραφία από την εσωτερική ζωή του ποιητή», απόηχος από μνήμες, αναπολήσεις, σπαραγμούς της Μικρασιατικής καταστροφής.

Φαίνεται βέβαια πως κάποια ανάρια, αόρατα νήματα κλώθουν το υφάδι της τέχνης και στην περίπτωσή μας μέσα από μυστικά, αθέατα μονοπάτια σμίγουν, κρυφά συνομιλούν και συμπορεύονται ποιητικός και πεζός λόγος. Γιατί, κατά μια παράξενη σύμπτωση, ο τίτλος Μυθιστόρημα του Σεφέρη έμελλε να είναι προφητικός για το είδος του λόγου που κατεξοχήν καλλιεργήθηκε κι ευδοκίμησε εμπνευσμένο από τη μικρασιατική τραγωδία και μέσω του οποίου το ευρύ αναγνωστικό κοινό που δεν του έλαχε ευτυχώς ο μοιραίος κλήρος να τη βιώσει, γνώρισε έστω και έμμεσα, προσέγγισε και προσέλαβε, ελεύθερα μεταπλασμένη βέβαια, τη στυγνή ιστορική πραγματικότητα.

Μύθος και συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες γίνονται το γονιμοποιό στοιχείο της δημιουργίας και η πεζογραφία, με προεξάρχον είδος το μυθιστόρημα, τότε που οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές και το χώμα υγρό, νοτερό από τα δάκρυα και το αίμα, ανασυνθέτοντας λογοτεχνικά τα ιστορικά συμβάντα, απεικόνισε παραστατικά τον ζόφο της μικρασιατικής πανωλεθρίας, ιδωμένο φυσικά μέσα από την οπτική και διυλισμένο από το προσωπικό φίλτρο του εκάστοτε δημιουργού.

Κορυφαίοι, επίλεκτοι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, αλλά και σπουδαίοι μεταπολεμικοί πεζογράφοι, σφράγισαν με τα μνημειώδη έργα τους και μπόλιασαν με τον οίστρο τους τη λογοτεχνική παραγωγή. Από ένα τεράστιο πλήθος σημαντικών έργων, ενδεικτικά μόνο και σε καμιά περίπτωση αξιολογικά, αναφέρω: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου του Φώτη Κόντογλου, Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη, Οι πρώτες Ρίζες της Τατιάνας Σταύρου, Η ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα, Η αστροφεγγιά του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Οι πρόσφυγες του Γρηγόριου Ξενόπουλου, η άτυπη τριλογία του Ηλία Βενέζη Αιολική γη, Το νούμερο 31328 και η Γαλήνη, Ματωμένα χώματα και Οι νεκροί περιμένουν της Διδούς Σωτηρίου. Ελλείψει χρόνου να μνημονεύσει κανείς την πνευματική προσφορά όλων αυτών των δημιουργών, θα περιοριστώ σε δύο μόνο συγγραφείς, τον Ηλία Βενέζη και τη Διδώ Σωτηρίου. Κι αυτό γιατί το έργο τους, χωρίς αμφιβολία, είναι στην κοινή συνείδηση άρρηκτα συνδεδεμένο με την μικρασιατική τραγωδία σε όλο της το φάσμα: την πρότερη ευτυχία με την ευημερούσα ειρηνική ζωή και την αρμονική συνύπαρξη των δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων, τις εφιαλτικές μνήμες της καταστροφής, τις δυσβάσταχτες δοκιμασίες της αιχμαλωσίας, αλλά και τον συγκλονιστικό, βαθιά σπαρακτικό αγώνα του ανέστιου, ρημαγμένου πρόσφυγα να αναστηλώσει τα ερείπια της ζωής του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ανδρέας Φραγκιάς, «Λοιμός», εκδ. Κέδρος, 1972

[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

Εκείνο το καλοκαίρι, ο αέρας κόπασε για λίγο κι έπεσαν στον τόπο σύννεφο οι μύγες. Τσιμπούσαν τα μάτια, σούβλιζαν το πετσί, βούιζαν στη βαριά ζέστη κι άλλοτε σηκωνόταν ένας μαύρος γυαλιστερός κουρνιαχτός προς τη μεριά των αφοδευτηρίων. Παχιές, καλοθρεμμένες, καλοκαιριάτικες μύγες. Χρύσιζαν στον ήλιο, πάνω στους τοίχους και στα κατάλευκα ασβεστωμένα πεζούλια. Αλλά κι αυτές τις συνηθίζεις, λες και είναι ένα στοιχείο του τόπου, όπως ο άνεμος, τα βράχια, η ζέστη. Κανείς δεν τους έδωσε τότε σημασία. Όταν σ’ ενοχλούσαν τις έδιωχνες με μια κίνηση από τα μούτρα σου και τελείωνες.

Ένα μεσημέρι, όμως, τα μεγάφωνα σάλπισαν προσοχή, οι άσπρες μπλούζες σφύριζαν κι αλώνιζαν τον τόπο κι ερευνούσαν τους τάφους να μη μείνει κανείς μέσα. Όλα έδειχναν πως κάτι σοβαρό θ’ ανακοινωθεί. Καθετί, όμως, εδώ λέγεται πολύ σοβαρά κι έτσι, πάλι, κανείς δεν έδωσε σημασία. Καινούρια σφυρίγματα, προσταγές, θούρια και παιάνες για ν’ αναγγελθεί η απόφαση:

«Μπροστά στο φοβερό κίνδυνο που διετρέχουμε —για την υγεία, την καλή διαβίωση και τον πολιτισμό— πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε τη φοβερή επίθεση, να εξοντώσουμε το μίασμα και ν’ απαλλάξουμε τον τόπο από την απειλή! Στον αγώνα αυτόν θα μετρηθεί η συμβολή εκάστου και θα αποκαλυφθούν οι αδιάφοροι. Πρέπει να εξοντώσουμε τις μύγες! Προς τούτο, έκαστος υποχρεούται, ως ελάχιστον αντίτιμο, για ν’ απολαμβάνει τα αγαθά του τόπου, να παραδίδει τουλάχιστον είκοσι μύγες την ημέρα. Οι απρόθυμοι θα υποστούν βαρύτατες κυρώσεις».

Η διαταγή αναλύθηκε εξαντλητικά, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Όποιος δε φέρει το βράδυ τις είκοσι μύγες, μαύρη του μοίρα. «Θα τις συλλάβετε χωρίς να χαλαρωθεί, βεβαίως, στο ελάχιστο ο ρυθμός των άλλων εργασιών». Κι όταν εδώ λέμε πρέπει, σημαίνει «πρέπει».

Ένας ειδικός ομιλητής εξήγησε σ’ επίσημη συγκέντρωση, για τη μεγάλη σταυροφορία που θα φέρει στον τόπο την κάθαρση και την εξυγίανση. Τόνισε το βαθύτερο νόημα της ευγενικής αυτής προσπάθειας, την αέναη πάλη με τις δυνάμεις του κακού, μίλησε για τους φορείς των ζωικών και των ηθικών μολύνσεων, για την λυτρωτική διαδικασία και την κάθαρση, για τις συμβολικές προεκτάσεις ενός τέτοιου χρέους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ο Μπακούνιν και η μουσική» (γράφει ο Γιάννης Μαλλούχος)

Η μουσική ήταν και είναι η αγαπημένη μου τέχνη· πάντα μου ξυπνούσε ένα θρησκευτικό αίσθημα, πίστη στη ζωή και το κυνήγι της ζωής μέσα μου. Πρώτα η μουσική, μετά τα πούρα ή τα τσιγάρα τούρκικου καπνού, μετά τα βιβλία και μετά ο επιούσιος άρτος.[ii]

Μιχαήλ Μπακούνιν

Τι ήταν αυτό που ο διαβόητος ρώσος αναρχικός του 19ου αιώνα άκουγε στη μουσική για να της προσδώσει αυτή την εξέχουσα θέση ανάμεσα στις τέχνες, αλλά και ανάμεσα στις αγαπημένες ασχολίες του; Ποια μουσική ήταν αυτή και πώς ήρθε σε επαφή μαζί της; O André Reszler γράφει στην Αναρχική Αισθητική:

Ο Μπακούνιν δεν έχει αφιερώσει κάποια συγκεκριμένη μελέτη στην τέχνη. Για να κατανοήσουμε την αισθητική του σκέψη, είναι απαραίτητο να συσχετίσουμε τις περιστασιακές παρατηρήσεις που έχει κάνει σε μαχητικά άρθρα και φυλλάδια με το συνολικό του όραμα, και να τις αντιπαραβάλλουμε τόσο με τη μαρτυρία των δικών του ενεργειών, όσο και με τις μαρτυρίες της οικογένειας και των φίλων του.[iii]

Αν σε αυτά τα γραπτά προσθέσουμε κάποια σχετικά αποσπάσματα από φιλοσοφικά κείμενά του, καθώς και από κάποια γράμματα της πλούσιας αλληλογραφίας του, συνδέοντάς τα με ιστορικά/βιογραφικά στοιχεία (ιδίως τις συναντήσεις και τις φιλίες του με μουσικούς) τότε θα έχουμε μια πληρέστερη εικόνα της αντίληψής του για την τέχνη, και ειδικά για τη μουσική. Το υλικό αυτό εκτείνεται από πρώιμα μουσικοφιλοσοφικά αποσπάσματα (όπως π.χ. για το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ και τον καθολικισμό) μέσα από γράμματα προς αδέλφια και φίλους όπως ο Ράιχελ[iv], μέχρι αισθητικές φιλοσοφικές παρατηρήσεις στα ώριμα γραπτά του.[v] Η μουσική στην οποία αναφέρεται είναι η έντεχνη ευρωπαϊκή μουσική κυρίως της κλασικής και της ρομαντικής εποχής, και σπανιότερα η έντεχνη μουσική παλιότερης εποχής. Σε ένα από τα κείμενα της τελευταίας περιόδου[vi] αναφέρεται στα λαϊκά τραγούδια των σοσιαλιστών εργατών που «ανοίγουν μια νέα εποχή και προφητεύουν έναν νέο κόσμο, αυτόν της καθολικής απελευθέρωσης».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

 Κωστούλα Μάκη, «Η Αλίκη μετά», εκδ. Μετρονόμος, 2021 (γράφει ο Βασίλης Γ. Χατζηβασιλείου)

 

 

Η Αλίκη μετά είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου της Κωστούλας Μάκη. Αποτελείται από τριάντα πέντε μικρά κείμενα και ένα επίμετρο που απαρτίζεται από άλλα τρία μεγαλύτερα κείμενα, συμπληρωματικά και επεξηγηματικά περισσότερο της κύριας γραφής του βιβλίου. Εκδόθηκε το 2021 από τον εκδοτικό οίκο «Μετρονόμος» με την επιμέλεια του Κώστα Βούλγαρη.

Ο πρώτος δικαιολογημένος συνειρμός προφανώς οδηγεί στη διάσημη ηρωίδα του Lewis Carroll από το βιβλίο του «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» που εκδόθηκε το 1865. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσει κανείς πως μετά από εκατό πενήντα χρόνια ζωής το βιβλίο του Lewis Carroll, και αφού από τότε έχουν γραφτεί πολλά ποικίλα και ενδιαφέροντα κείμενα, εξακολουθεί να προσφέρεται για μια ακόμη σύγχρονη ανάγνωση, να αποτελεί δηλαδή κίνητρο, αφετηρία και έμπνευση για μια διακειμενική συνομιλία μαζί του.

Στο βιβλίο της Κ. Μ. η Αλίκη μετά είναι η Αλίκη του σήμερα με τη ματιά της συγγραφέως ή καλύτερα είναι όλες οι Αλίκες που θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν κομμάτια της ταυτότητάς τους ή και να ταυτιστούν ακόμη με τη στάση, τη θέση και την πρόταση της συγγραφέως. Μια από τις πολλές Αλίκες, που συνομιλεί διακειμενικά με την Αλίκη του Lewis Carroll,  είναι βέβαια, πρώτα και κύρια, η ίδια η συγγραφέας του βιβλίου που προσπαθεί να προσεγγίσει, να αναδείξει και να προτείνει το δικό της modus vivendi, που θέλει πεισματικά να αποδομήσει και να αντικαταστήσει ένα σύστημα ζωής με τα στερεότυπα, τις συμβάσεις και τους εγκλεισμούς του.

Διαβάστε περισσότερα