Μια Συγκριτικη Ποιητική
H ριζικη ανανεωση του συγκριτισμού δεν απαιτεί μόνο έναν νέο προσανατολισμό, ξεκάθαρα μαχόμενο, αλλά επίσης μια ριζική μεταστροϕή με μια θεωρητική και «ποιητική» έννοια. η όλη διαδικασία σημαίνει μια αποϕασιστική μεταρρύθμιση της θεωρητικής και μεθοδολογικής εργαλειοθήκης του σύγχρονου συγκριτισμού, καθώς και μια μεθοδική κριτική επισκόπηση όλων των συνταγών «ανανέωσής» του. η προσπάθεια αυτή σκοντάϕτει σε πολλά εμπόδια, το σημαντικότερο των οποίων είναι ίσως το δογματικό, αποδεικτικό, οριστικό πνεύμα όλων των λύσεων που κυκλοϕορούν.
Όταν λέμε: «η Συγκριτική ϕιλολογία είναι» ή «δεν είναι», η Συγκριτική ϕιλολογία (παρά τις ενστάσεις) «παραμένει» ή «πρέπει να παραμείνει» έτσι όπως ορίστηκε· «πρέπει να είναι» ετούτο ή εκείνο, υπάρχει μόνο μία και «σωστή συγκριτική οπτική γωνία» και, κατά συνέπεια, «όλα τα άλλα είναι παράβαση του σωστού τρόπου σκέψης» κ.λπ., δικαιούται να αναρωτηθεί κανείς: Ποια είναι η αυθεντία του δόγματος (ή άλλου τύπου αυθεντία) που επικυρώνει αυτούς τους ισχυρισμούς; Ποιες είναι οι καθοριστικές τους αρχές και τα επιχειρήματά τους; Ποια είναι η θεωρητική νομιμοποίηση ενός τέτοιου δογματικού συγκριτισμού; και ούτω καθεξής. Άλλοι επικαλούνται επίσης τη συνήθεια, την παράδοση, τον πραγματισμό.
Αυτή η de facto κατάσταση, που εκπορεύεται από την παράδοση (αλλά και από την αδράνεια, τη συνήθεια, αν όχι από διανοητική τεμπελιά), είναι εξίσου αμϕισβητήσιμη. Διότι, ποιος είναι αυτός που αποϕάσισε, μια για πάντα, ότι ο συγκριτισμός «είναι…»; υϕίσταται άραγε ένας παγειωμένος ορισμός, ne varietur, της Συγκριτικής ϕιλολογίας; Στην αντίθετη περίπτωση, είναι αυτονόητο ότι μπορεί κανείς να αμϕισβητήσει όλους τους δογματικούς, ασαϕείς ή ανυπόστατους ορισμούς που η Συγκριτική ϕιλολογία δεν έχασε την ευκαιρία να αποδώσει στον εαυτό της. Ποιος, λοιπόν, «σταθεροποίησε» το αντικείμενο και τη μέθοδο της Συγκριτικής ϕιλολογίας; και αν αυτή η έννοια –όπως όλες οι λειτουργικές έννοιες της ϕιλολογικής έρευνας– δεν είναι παρά μόνο μια ορολογική σύμβαση, ένα εργαλείο, μια ϕόρμουλα που έχει γίνει αποδεκτή, ιστορικά προσδιορίσιμη, αν, συνεπώς, εξελίσσεται μαζί με την ιστορία, δεν θα μπορούσε κανείς να την αναθεωρήσει, να προτείνει άλλες λύσεις; αυτή είναι η άποψη που πρεσβεύουν αξιωματικά όλοι οι συγκριτολόγοι που σκέϕτονται όπως ο rené Wellek, ο etiemble και άλλοι, οι ϕωνές των οποίων επιβάλλονται όλο και περισσότερο. αυτή η νέα αναζήτηση είναι συγχρόνως θεμιτή και χρονικά ώριμη. η δική μας προσπάθεια εγγράϕεται και αυτή σ’ ετούτη τη «μεταρρυθμιστική» προοπτική.
.1. Ένα επιπλέον ζήτημα: η εκ γενετής «κρίση» της Συγκριτικής ϕιλολογίας, που απορρέει σε μεγάλο βαθμό από τον κληρονομικό δογματισμό της, δεν βοηθάει ιδιαίτερα στην επίλυση των δυσκολιών. μπορεί κανείς να θυμηθεί τη στάση που κρατάει ο René Wellek (1958) («Δεν έχει ούτε διακριτό αντικείμενο ούτε δική της μεθοδολογία»), ή ο Etiemble (1963). «[…] κάτι δεν πάει καλά με τη λειτουργία της επιστήμης μας». «Δειλή ακόμα ως προς τη μέθοδό της, αβέβαιη ως προς τους στόχους της», η Συγκριτική ϕιλολογία βρίσκεται –εν ολίγοις– σε μόνιμη κατάσταση άτακτης ϕυγής. αν ο πανεπιστημιακός συγκριτισμός επιδεικνύει κουτσά στραβά μια κάποια (πολύ τυπική, όμως) αυτοπεποίθηση, οι κριτικοί δεν παραλείπουν να υπογραμμίζουν κατά καιρούς «τη ρευστότητα και την αμϕισημία του αντικειμένου του», τη «διχασμένη προσωπικότητά του», που βρίσκεται διαρκώς «σ’ ένα σταυροδρόμι» κ.λπ. 6 Άλλοι αμϕισβητούν ανοιχτά, και όχι αδικαιολόγητα, την «αυτονομία» της Συγκριτικής ϕιλολογίας ως επιστήμης, λένε ότι δεν διαθέτει δική της, ιδιαίτερη μέθοδο. Τέλος, ας προσθέσουμε σε όλα αυτά «την ετερόκλητη ϕύση των εκδηλώσεων του διεθνούς συγκριτισμού, ιδιαίτερα των συνεδρίων της AILC», μια παρατήρηση που δηλώνεται απερίϕραστα από έναν καλό γνώστη των πραγμάτων.
Οι ίδιες οι εκϕράσεις «συγκριτισμός» ή/και «Συγκριτική ϕιλολογία» βρίσκονται σε πλήρη «κρίση» και μόνο από το γεγονός ότι «η συγκριτική ϕιλολογία δεν είναι ϕιλολογική σύγκριση», κάτι που είναι απόλυτα αληθές. εάν η σύγκριση είναι όντως μια παγκόσμια μέθοδος, γνωστή από πολύ παλιά, κοινή σε όλες τις επιστήμες κ.λπ. (θα επανέλθουμε σ’ αυτό το σημείο), τότε, πράγματι, για ποιο λόγο να ορίσουμε και μάλιστα να βαπτίσουμε τη «νέα» επιστήμη με έναν όρο τόσο παλιό, τόσο ϕθαρμένο, τόσο λίγο εξειδικευτικό; κατά συνέπεια, μήπως πρέπει να τον αποπέμψουμε, να τον διαγράψουμε από τον «συγκριτισμό»; ό προβληματισμός είναι μεγάλος. η λέξη πρέπει να προσαρμοστεί στο αντικείμενο ή το αντίστροϕο; και με ποιο τρόπο; «Διϕορούμενο όνομα, μάλλον ατυχές», «αυτή η επιστήμη είναι «κακοβαϕτισμένη», «ας το παραδεχτούμε». Έστω μια κάθε άλλο παρά «ιδανική» ετικέτα; Βεβαίως. Όμως, με τι να το αντικαταστήσουμε; Διότι –αλίμονο– «είναι ήδη πολύ αργά για να αλλάξουμε το όνομα», διαπίστωση χωρίς αυταπάτες, αλλά διαυγή δεν είναι πλέον αρκετό να αναρωτιέται κανείς ειρωνικά (αν και η ειρωνεία, εν προκειμένω, δικαιολογείται απόλυτα) τι ποσοστό καταλαμβάνει η «σύγκριση» στο εσωτερικό της Συγκριτικής ϕιλολογίας.
Πρέπει είτε να βρούμε έναν άλλο, καλύτερο όρο, είτε να δώσουμε ένα νέο περιεχόμενο –που να έχει γίνει αντικείμενο μιας ριζικά νέας επεξεργασίας, να είναι πιο ευκρινές και πιο συγκεκριμένο– στον παλιό, ϕθαρμένο, αλλά καθιερωμένο λόγω χρήσης, όρο. μια σημασιολογική διαδικασία που θα καθοδηγήσει, σε μεγάλο βαθμό, τις θέσεις που θα υιοθετήσουμε. Ύστερα από όλα αυτά, αποτελεί άραγε έκπληξη το γεγονός ότι ο ίδιος ο ορισμός του «συγκριτισμού» παραμένει από τους πλέον ασαϕείς, ταγμένος σε ένα ακατανόητο άνοιγμα, μεταβαλλόμενος σε ένα «laissez faire – laissez passer», ολοκληρωτικό και προπάντων πολύ βολικό, που αγγίζει ένα κύμα εκλεκτικισμού δίχως όχθες, ή μάλλον που παραπαίει ανάμεσα σε μια αμϕισβήτηση η οποία κόβει όλες τις γέϕυρες και ένα σκεπτικισμό που θέλει να παραμείνει ϕρόνιμος; λένε επομένως ότι ο όρος αυτός «στερείται αντικειμένου». Ότι δεν υϕίσταται ως «αυτόνομη επιστήμη» τελικά, έπειτα από έναν πολύ ελαστικό ορισμό, που θέλει να ικανοποιήσει τους πάντες, λαμβάνονται προϕυλάξεις του τύπου: «τώρα πλέον καθένας δεν έχει παρά να αϕαιρέσει από αυτόν τον ορισμό ό,τι θεωρεί […] πλεονάζον για να ϕτάσει στη δική του εικόνα».
Απ’ ό,τι ϕαίνεται, η ειρωνεία δεν αρέσει σε όλους, διότι άλλοι συγκριτολόγοι, επίσης στον χώρο του πανεπιστημίου, διαπιστώνουν ότι, παρά τις πιθανές αϕαιρέσεις και επιδιορθώσεις, η Συγκριτική ϕιλολογία παρέμεινε για τα καλά «ένα νεϕέλωμα ερωτημάτων και προβλημάτων», είναι «ένα αίνιγμα τυλιγμένο με μυστήριο», για να δανειστούμε έναν αστεϊσμό του W. Churchill. Όμως, πέρα από τα αστεία και τα γλωσσοπαίγνια, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: αν η «λέξη» περνάει ενδημική «κρίση» και αν κανένας ορισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, ποιος μας εμποδίζει να αναδιατυπώσουμε και τη λέξη και το αντικείμενό της: δηλαδή τη συγκριτική προβληματική στο σύνολό της; αν όντως ο όρος είναι συμβατικός, γιατί να μην τον αντικαταστήσουμε με μια διαϕορετική σύμβαση, πιο κατάλληλη και εκσυγχρονισμένη; θα χρειαστεί λοιπόν να βγούμε από τα πεπατημένα μονοπάτια.
Πάνω σε αυτό το θέμα, τέσσερα εμπόδια, τουλάχιστον, πρέπει να υπερνικηθούν: α. αν όντως το αντικείμενο του συγκριτισμού που ορίζεται ως «μελέτη της λογοτεχνίας από μια οικουμενική οπτική γωνία», άποψη ευρέως διαδεδομένη, δεν δημιουργεί προβλήματα, η ερμηνεία αυτής της αρχής χρειάζεται να ελεγχθεί. το αμϕισβητήσιμο, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι ο περιορισμός της εξέτασης στις περίϕημες «επιρροές», «ανταλλαγές», «επαϕές», «σχέσεις», «διασυνδέσεις» κ.λπ., που κανείς δεν αρνείται την πραγματικότητά τους, αλλά η καθαρά και απλουστευτικά ιστορική προσέγγιση αυτού του τύπου ερευνών. Πράγματι, μια τέτοια προσέγγιση περιορίζει τον συγκριτισμό στην «ιστορία των παγκόσμιων λογοτεχνικών σχέσεων».
Πεδίο απόλυτα θεμιτό, κατά τα άλλα, που όμως υποβιβάζει τη Συγκριτική ϕιλολογία σε έναν απλό και υποδεέστερο «κλάδο της λογοτεχνικής ιστορίας». Σ’ αυτή την περίπτωση, η γερμανική έκϕραση Vergleichende Literaturgeschichte (και άλλες αντίστοιχες) μπορεί να θεωρηθεί ακριβέστερη. θα ήταν λοιπόν υπερβολικό να παρουσιάσουμε αυτήν την ξεπερασμένη περιοριστική νοοτροπία ως αποκλειστική ιδιότητα της ονομαζόμενης «γαλλικής σχολής», δεδομένου ότι είναι ευρύτατα διαδεδομένη και την εντοπίζουμε λίγο-πολύ παντού, η ιστορικιστική παράδοση των ϕιλολογικών σπουδών τη βαραίνει με όλο της το βάρος. [….]
*********************************
Ο συγκριτισμός θεωρείται, από τη γέννησή του, ιστορική και ιστορικιστική επιστήμη, με θετικιστικό προσανατολισμό· ιστορία των διεθνών λογοτεχνικών σχέσεων (επιρροές, διάδοση λογοτεχνικών θεμάτων, τύπων κ.λπ.), κοσμοπολίτικος κλάδος της παραδοσιακής ιστορίας της λογοτεχνίας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη χρησιμότητα τέτοιου είδους ερευνών. Θα πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητικός.
Ο Adrian Marino επιχειρηματολογεί για μια πλήρη ανανέωση του συγκριτισμού, συγχρονισμένη με τις νέες επιστημονικές απαιτήσεις. Πιστεύει ότι είναι όντως εφικτό να προσφέρουμε στη Συγκριτική Φιλολογία ένα ιδιαίτερο αντικείμενο, προσδιορισμένο με ακρίβεια, και μια κατάλληλη, δική της μέθοδο, που να μην επαναλαμβάνει απλά και μόνο αυτές που κυκλοφορούν. Υπό δύο προϋποθέσεις:
1. Την αποσύνδεση του συγκριτισμού από την αποκλειστικά ιστορικιστική του κατεύθυνση, τη γόνιμη στροφή του προς τη γενίκευση, τη μοντελοποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας.
2. Την επεξεργασία μιας εντελώς νέας μεθόδου, αυστηρά συγκριτολογικής έμπνευσης και προσανατολισμού, που θα ανταποκρίνεται σε αυτόν τον θεωρητικό σκοπό.
Περιεχόμενα
Πρόλογος
I. Μία συγκριτική ποιητική
II. Η παγκόσμια λογοτεχνία ή η λογοτεχνία
III. Μία θεωρία της λογοτεχνίας
IV. Περί σταθερών
V. Μία συγκριτολογική μέθοδος
VI. Ορίζοντας τη λογοτεχνία
Ευρετήριο ονομάτων









