Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Katherine Mansfield (1888-1923) [ο Γιάννης Γκούμας προτείνει αναγνώσεις για το Καλοκαίρι 2012, #01]

 

 

Η Νεοζηλανδή Κάθρην Μάνσφιλντ, που παντρεύτηκε τον Άγγλο κριτικό John Middleton Murry (Τζον Μίντλετον Μάρρυ) το 1918  [ο γάμος της με τον George Bowden (Τζορτζ Μπάουντεν) to 1909 διαλύθηκε αμέσως] διέφυγε τον επαρχιωτισμό στη γραφή της.
Σπούδασε στο Λονδίνο, και τελικά ήλθε στην Ευρώπη σε ηλικία είκοσι ετών. Επρόκειτο για μια προικισμένη και ευαίσθητη συγγραφέα, αν και υπερτιμημένη σαν διηγηματογράφος. Τα διηγήματά της είναι συχνά αυτοβιογραφικά ( τα καλύτερά της, που περιγράφουν τα παιδικά της χρόνια στη Νέα Ζηλανδία, γράφτηκαν λίγο μετά τον θάνατο του αδελφού της Leslie Beauchamp (Λέζλη Μπήτσαμ) που σκοτωθηκε στο πεδίο μάχης στη Γαλλία το 1915, γεγονός που την συγκλόνισε, αφού νωρίτερα είχαν περάσει λίγους μήνες μαζί αναπλάθοντας τα παιδικά τους χρόνια στη χώρα τους).

 Ακόμη και σ’ αυτά τα διηγήματα που δημοσιεύθηκαν στη συλλογή Ευδαιμονία (Bliss, 1920), η Κάθρην Μάνσφιλντ θυσίασε αρκετό αυθορμητισμό για την «τέχνη». Τα επόμενα διηγήματα είναι πιο τραγικά: εκφράζουν το φόβο της για μοναξιά και τις συνέπειες της αλαζονίας, διυλίζουν την ουσία μοναχικών ή πικραμένων ζωών.

Πέθανε το 1923 από φυματίωση στο κέντρο που είχε ιδρύσει στο Παρίσι το 1922, ο Ρώσος μυστικιστής Georgei Ivanovitch Gurdjieff (1877-1949), έχοντας δημοσιεύσει το Η δεξίωση στον κήπο (The Garden Party, 1922). Ακολούθησαν δυο μεταθανάτιες συλλογές: Η φωλιά των περιστεριών (The Doves’ Nest, 1923) και Κάτι παιδαριώδης (Something Childish, 1924). Στις καλές τηςστιγμές (στα διηγήματα της αθωότητας, περί Νέας Ζηλανδίας , αλλά αργότερα σε άλλα έργα όπως Η ζωή της μαμάς Πάρκερ (Life of Ma Parker)  η Κάθρην Μάνσφιλντ πράγματι φθάνει σε λυρική τελειότητα, ακόμα κι αν ο σκοπός της περιορίζεται στο ενδιαφέρον της για στυλιστικό εφέ.

 

Πάντως η πιο σημαντική της δουλειά βρίσκεται στις Επιστολές (Letters, 1928- 1951) και Ημερολόγια (Journals, 1954): εδώ καταγράφει την ενηλικίωσή της εν όψει άμεσου θανάτου (στο βιβλίο Selected stories)

 Είναι, λοιπόν, μια  ελάσσων συγγραφέας που προσελκύει μεγάλο ενδιαφέρον  και ιδιαιτέρως σχετική με την νεοζηλανδική λογοτεχνία, καθότι τα καλύτερά της διηγήματα αφορούσαν τη ζωή εκεί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Khalil Gibran (1883- 1931): «Να λυπάστε το έθνος που…»

 

 

…Ο Αλ Μουσταφά έμεινε σιωπηλός, κοίταξε μακριά προς τους λόφους και τον απέραντο αιθέρα, γινόταν μάχη μες στη σιωπή του.

Και μετά είπε: “Φίλοι και συνοδοιπόροι μου, να λυπάστε το έθνος που είναι γεμάτο πιστεύω αλλά κενό από θρησκεία.

Να λυπάστε το έθνος που φοράει ρούχα που δεν ύφανε, τρώει ψωμί που δεν θέρισε, και πίνει κρασί που δεν ρέει από δικά του πατητήρια.

Να λυπάστε το έθνος που ζητωκραυγάζει τον βίαιο άνθρωπο σαν ήρωα και θεωρεί γενναιόδωρο τον μεγαλοπρεπή κατακτητή.

Να λυπάστε το έθνος που περιφρονεί το πάθος στα όνειρά του, κι όμως υποτάσσεται σ’ αυτό μόλις ξυπνά.

Να λυπάστε το έθνος που δεν υψώνει τη φωνή του παρά μόνο σε νεκρώσιμη πομπή, δεν υπερηφανεύεται παρά μόνο μέσα στα συντρίμμια του, δεν εξεγείρεται παρά μόνο όταν βρεθεί με το λαιμό του ανάμεσα στο σπαθί και στο ξύλο.

Να λυπάστε το έθνος που ο κυβερνήτης του είναι αλεπού, ο φιλόσοφός του ταχυδακτυλουργός και η τέχνη του τέχνη του μπαλώματος και της μίμησης.

Να λυπάστε το έθνος που καλωσορίζει τον καινούριο του άρχοντα με σάλπιγγες και τον αποχαιρετά με κραυγές αποδοκιμασίας, μέχρι να υποδεχτεί τον καινούριο με τη συνοδεία σάλπιγγας και πάλι.

Να λυπάστε το έθνος που οι σοφοί του σώπασαν με τα χρόνια και οι δυνατοί του άντρες είναι ακόμα βρέφη.

Να λυπάστε το έθνος που έγινε κομμάτια και το κάθε του κομμάτι αυτοανακηρύσσεται έθνος”.

 

 

(Από το βιβλίο του «Στον Κήπο του Προφήτη»)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάνος Χατζιδάκις, «Το Νησί των Συναισθημάτων» (18 χρόνια από τον θάνατό του)

 
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.

Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.

Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.

«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.

«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.

«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».

«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.

Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.

Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:

«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;

«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.

«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:

«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο

μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Σεφέρης, «Η Τέχνη και η Επόχη», από τις “Δοκιμές”

 

 

Το ερώτημα ήταν: τι πρέπει να κάνει ο πνευματικός εργάτης απέναντι στους θρησκευτικούς φανατισμούς που είχαν εξαπολύσει οι πολιτικές ορθοδοξίες του καιρού. Οι άνθρωποι που αποκρίθηκαν μπορούν να χωριστούν νομίζω σε δυο κατηγορίες: α] Σ’ εκείνους που προτίμησαν ν’ αφιερωθούν στο έργο τους πιστεύοντας, συνειδητά ή ασυνείδητα, πως το έργο τους θα απαντούσε καλύτερα από τους ίδιους. Μερικοί από αυτούς έτυχε να βρεθούν καταδικασμένοι σε θάνατο και από τους δύο αντίμαχους φανατισμούς και β] Σ’ εκείνους που προτίμησαν, εννοώ πάντα ως τεχνίτες και όχι ως πολιτικά όντα (το πολιτικό χρέος δεν αφορά τη συζήτησή μας) να διαλέξουν τα στρατόπεδα της κοινωνικής πάλης. Οι καλύτεροι, καθώς πιστεύω, ανάμεσα στους τελευταίους τούτους έκαναν την πράξη αυτή με απόλυτη συνείδηση του τι έκαναν. Είπαν δηλαδή καθαρά: «Σήμερα έχουμε πόλεμο, κι όλα πρέπει να υποταχθούν στις προσταγές του πολεμάρχου μας. Αύριο, σαν τελειώσουμε, θα συζητήσουμε για την Τέχνη». Υπό τον όρο αυτό έχω το χρέος να προσθέσω ότι τους σέβομαι απόλυτα, γιατί οι μόνες συζητήσεις που μ’ ενδιαφέρουν είναι εκείνες όπου οι διαλεγόμενοι δεν προσπαθούν να θολώσουν τα νερά με δημαγωγικά τσακίσματα.

Και πραγματικά δεν είναι λογικό να ρωτούμε αν η Τέχνη πρέπει να είναι αυτόνομη – η αυτονομία της Τέχνης είναι αξίωμα- αλλά αν πρέπει ο καλλιτέχνης, στην τυραννισμένη και κομματισμένη εποχή μας, ν’ αποφασίσει πως η Τέχνη είναι δευτερεύουσα υπόθεση και να την εξαρτήσει από τα κριτήρια και την επιτυχία μιας πολιτικής σκοπιμότητας. Βλέπετε, στην Τέχνη, όπως και στις άλλες τίμιες δουλειές, δεν είναι βολετό να δουλεύει κανείς δυο αφεντάδες, ή αν προτιμάτε ν’ αναφέρω τον Auden που υπηρέτησε ωστόσο εθελοντής στην Ισπανία:

«Να γίνει η Τέχνη δεν μπορεί της κοινωνίας η μαμή».

 Αν ο τεχνίτης προτιμήσει την πολιτική σκοπιμότητα, δεν έχω τίποτε να πω. Για εκείνους όμως που θα προτιμήσουν την Τέχνη, θα ήθελα να προσθέσω ακόμη δυο λόγια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μπελίκα Κουμπαρέλη, “Πώς στήνεται ένα νέο Έγκλημα-Πορνοτσοντοπαραφιλολογία”

Κυκλοφόρησαν και στην Ελλάδα βιβλία που το περιεχόμενό τους πλασάρεται ως ʽροζʼ λογοτεχνία ή γυναικείο και ʽσοφτʼ πορνό, δηλαδή υποτίθεται ότι γράφτηκαν από γυναίκες και απευθύνονται σε γυναίκες. Το υποτίθεται δεν είναι τυχαίο: οι συγγραφείς χρησιμοποιούν ψευδώνυμα. Ωστόσο δεν με ενδιαφέρει ποιος τα έγραψε ούτε το γεγονός ότι κυκλοφορούν απʼ τους δύο μεγαλύτερους εκδοτικούς και ούτε καν θα αναφερθώ στους τίτλους. Δεν είναι εκεί το ζουμί. Εξάλλου σύντομα θα βγουν παρεμφερή και από άλλους εκδοτικούς.
Τα κείμενα που δυστυχώς υποχρεώθηκα να διαβάσω, έχουν ήρωες προβληματικούς με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ανθρώπους που θα έπρεπε να βρίσκονται σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Στη μία τριλογία μια δεκαεπτάχρονη (παρθένα) γίνεται υποχείριο ενός πολύ μεγαλύτερού της άντρα (κοινώς αγγίζεται οριακά και η παιδοφιλία) και μάλιστα κροίσου (γιατί βέβαια οι φτωχοί δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν βίτσια) και στην άλλη τριλογία δύο ζάμπλουτοι ερωτεύονται μόνο που φέρνουν στη σχέση τους μνήμες και συμπεριφορές απʼ τους βιασμούς που υπέστησαν στην παιδική τους ηλικία. Αυτά για να καταλάβουμε πώς στήνονται τα τερατουργήματα που με τίποτα δεν θα ονόμαζα λογοτεχνία ανεξάρτητα απʼ τον τρόπο που διαφημίζονται. Τα βίτσια κυμαίνονται από «απλά» έως βαριά σαδομαζοχιστικά και εξαιρετικά βίαια. Πάντα με αποδέκτη το γυναικείο σώμα.
Φυσικά οι συγγραφείς, αν όντως είναι γυναίκες, ξεχνούν ότι το ίδιο σώμα μπορεί και να γεννήσει κι αν γεννήσει μια γυναίκα που έχει υποστεί όσα διαβάζουμε σʼ αυτά τα εκτρωματικά κείμενα, το παιδί σε μια οργανωμένη κοινωνία θα καταλήξει επειγόντως στην πρόνοια ή αν το μεγαλώσει η ίδια θα καταλήξει στο τρελοκομείο ή στις φυλακές.
Επιστρέφω ωστόσο στη θεματολογία του πορνό ή της τσόντας γενικότερα. Θεωρώ υποτιμητικό για τη νοημοσύνη μου να μου πλασάρουν τέτοια κείμενα ως γυναικεία λογοτεχνία, όχι επειδή είμαι και η ίδια λογοτέχνης, αλλά επειδή είμαι Γυναίκα και Άνθρωπος. Επιπλέον ως κοινωνιολόγος σας διευκρινίζω ότι σε κοινωνίες με βουδιστικά, ινδουιστικά, κομφουκιανά θρησκεύματα και κουλτούρες, τέτοια κείμενα και συμπεριφορές δεν εμφανίζονται ποτέ!

Διαβάστε περισσότερα