…Ο Αλ Μουσταφά έμεινε σιωπηλός, κοίταξε μακριά προς τους λόφους και τον απέραντο αιθέρα, γινόταν μάχη μες στη σιωπή του.
Και μετά είπε: “Φίλοι και συνοδοιπόροι μου, να λυπάστε το έθνος που είναι γεμάτο πιστεύω αλλά κενό από θρησκεία.
Να λυπάστε το έθνος που φοράει ρούχα που δεν ύφανε, τρώει ψωμί που δεν θέρισε, και πίνει κρασί που δεν ρέει από δικά του πατητήρια.
Να λυπάστε το έθνος που ζητωκραυγάζει τον βίαιο άνθρωπο σαν ήρωα και θεωρεί γενναιόδωρο τον μεγαλοπρεπή κατακτητή.
Να λυπάστε το έθνος που περιφρονεί το πάθος στα όνειρά του, κι όμως υποτάσσεται σ’ αυτό μόλις ξυπνά.
Να λυπάστε το έθνος που δεν υψώνει τη φωνή του παρά μόνο σε νεκρώσιμη πομπή, δεν υπερηφανεύεται παρά μόνο μέσα στα συντρίμμια του, δεν εξεγείρεται παρά μόνο όταν βρεθεί με το λαιμό του ανάμεσα στο σπαθί και στο ξύλο.
Να λυπάστε το έθνος που ο κυβερνήτης του είναι αλεπού, ο φιλόσοφός του ταχυδακτυλουργός και η τέχνη του τέχνη του μπαλώματος και της μίμησης.
Να λυπάστε το έθνος που καλωσορίζει τον καινούριο του άρχοντα με σάλπιγγες και τον αποχαιρετά με κραυγές αποδοκιμασίας, μέχρι να υποδεχτεί τον καινούριο με τη συνοδεία σάλπιγγας και πάλι.
Να λυπάστε το έθνος που οι σοφοί του σώπασαν με τα χρόνια και οι δυνατοί του άντρες είναι ακόμα βρέφη.
Να λυπάστε το έθνος που έγινε κομμάτια και το κάθε του κομμάτι αυτοανακηρύσσεται έθνος”.
(Από το βιβλίο του «Στον Κήπο του Προφήτη»)











Eξαιρετο!
“Μη λυπάστε το έθνος…” γιατί κουβαλά πλαστή ταυτότητα, έχασε το παρελθόν του, ζητιανεύει 200 χρόνια τώρα, παλεύει να γίνει κράτος, όμως αντέχει και θ’ αντέξει, γιατί η δύναμή του ήταν ο λόγος, όχι ο στρατός και τα όπλα…και μην ακούτε τους μίζερους, βολεψάκηδες και βερνικωμένους από ασχετοσύνη και ματαιοδοξία…μιλάνε για τον φόνο τους, αυτό ξέρουν μόνο. Προς τι λοιπόν ο οίκτος;
Δεν λυπάμαι κανέναν !!!!!!!
Τον εαυτό μόνον οικτίρω , που πρέπει να παραδώσει
την μαύρη ψυχή του , κολυμπώντας μέσα σ΄ ένα
λάκκο με σκατά !!!!!!!!!!!
Το αιώνιο ερώτημα παραμένει…:
Τί θέλει να πει ο ποιητής;;
‘Tέκνον τυφλού γέροντος, τίνας χώρας αφίγμεθα;”
Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κολωνώ.
Η κατακλείδα θα μπορούσε να ήταν:
Να λυπάστε το έθνος που λυπάται τον εαυτό του…
Να λυπαστε το εθνος
Το εθνος που ειμαστε εμεις
Εσεις κι εγω
Και τους πολιτες του
Που παρακολουθουν την νεκρωσιμη ακολουθια
Σαν τους τεθλιμμένους συγγενείς
Κρυμμένοι πισω από τα μαυρα ρειν-μπαν γυαλιά
Να λυπαστε το εθνος
Που πιστευουν ότι είναι ζωντανοι
Αλλα κανουν συλλείτουργο στον ταφο τους
……..
Να λυπαστε αλλα εθνη,οχι το Ελληνικο…
Να λυπάστε το έθνος που οι σοφοί του σώπασαν με τα χρόνια και οι δυνατοί του άντρες είναι ακόμα βρέφη…και πως να μην αναδυθεί μέσα μου το ερώτημα ξεκάθαρο και διάφανο: Μήπως η έννοια του έθνους μυρίζει πολύ αντριλίκι τελικά; Κυβερνά ο Άρης, τις έννοιες αλλά και αξίες της πατριαρχικής κοινωνίας, της οποίας το τέλος έχουμε την ευτυχία να βιώνουμε.
….Οι λεξεις, λυπαμαι και εθνος, αποπροσανατολι-
ζουν τη σκεψη, νομιζω. Ας τις αγνοησουμε προς
στιγμη και ας συγκεντροσουμε τη σκεψη μας στο
τι πρεπει να κανουμε για τον ιδιο τον εαυτο μας.
Πιστευω οτι το πρωτο πραγμα ειναι να ελεγξουμε
ολες τις παλαιες μας πεποιθησεις, εστω και αν αυ-
τες προερχονται απο συναισθηματικους δεσμους.
Ο επαναπρογραμματισμος του -νου- μας ειναι η
μονη, πιστευω ,λυση για ενα μελον μακρυα απο
τις αμαρτιες και τη ιστορικη λασπη του εθνους των Ελληνων.Δεν αξιζουμε τη ζωη που ζουμε ση-
μερα.Ας την αλλαξουμε. Εμεις, για ‘μας.