Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

J.D. Salinger, «Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης», (μετφρ.: Τζένη Μαστοράκη), εκδ. Γράμματα 2014

`

ΑΜΑ ΜΙΛΑΤΕ ΣΟΒΑΡΑ πως θέλετε να σας τα πω, εντάξει τώρα, εσείς θα περιμένετε μήπως αρχίσω να σας λέω έτσι κάνα πού γεννήθηκα, και τι σκατά που θα ʼτανε τα παιδικά μου χρόνια, κι όσα ξερωγώ τι άλλα είχανε κάνει οι δικοί μου πριν με κάνουνε κι εμένα, κι ένα κάρο μαβλακείες, που ούτε Δαβίδ Κόπερφηλντ –μόνο που, για να πω και την αλήθεια αλήθεια μου άμα θέλετε, εγώ δεν έχω όρεξη για τέτοια. Πρώτο και κύριο, είναι βαρεμάρα, και δεύτερο είναι κι οι δικοί μου, που θα κόβανε από καναδυοτρείς φορές τις φλέβες τους άμα θα πήγαινα να μπω στα πιο προσωπικά τους. Παρεξηγιούνται και με το παραμικρό αυτοί, κι ακόμα πιο ειδικότερα ο πατέρας μου. Καλοί είναι ξερωγώ οι άνθρωποι, δε λέω, αλλά έχουνε κι ένα παρεξηγησιάρικο, που άσʼ το να πάει στο διάολο. Κι εντάξει πάντως, δε θα κάτσω να σας πω και τίποτα αυτοκωλοβιογραφίες και δε συμμαζεύεται. Θα πω, έτσι σκέτα, τι τρελοκομείο που έγινε κοντά στα περσινά Χριστούγεννα, κι ύστερα κλάταρα και κάπως αρκετά, κι έπρεπε νά ʼρθω εδώ για να κουλάρω. Λέω, ας πούμε, τα ίδια έχω πει και του Ντι Μπι, που είναι κι αδερφός μου ξερωγώ. Και μένει και στο Χόλυγουντ. Δεν είναι και πολύ μακριά απʼ αυτή την ξεφτιλοκατάσταση εδωπέρα, και βασικά πετιέται και με βλέπει κάθε σαββατοκύριακο, στο πιο σχεδόν. Και θα με πάει και σπίτι με το αμάξι του, άμα θα είναι για να πάω σπίτι μου, μπορεί τον άλλο μήνα. Ολόκληρη Τζάγκουαρ έχει πάρει. Εγγλέζικο εργαλείο, θα πιάνει και διακόσα μίλια την ώρα. Το πλήρωσε κι ένα σκασμό, στο παραλίγο τέσσερα χιλιάρικα. Αλλά τώρα βγάζει χοντρά λεφτά. Που πριν, δεν έβγαζε. Πιο πριν, τότε που έμενε σʼ εμάς, ήτανε νορμάλ συγγραφέας. Είχε γράψει και κάτι διηγήματα, ένα πολύ φοβερό βιβλίο, Το απόρρητο χρυσόψαρο, άμα δεν τον έχετε υπόψη σας. Το πιο καλύτερό μου εκειπέρα μέσα ήτανε «Το απόρρητο χρυσόψαρο». Με τον πιτσιρικά που, λέει, δεν άφηνε τους άλλους ούτε να κοιτάνε το χρυσόψαρό του, γιατί το ʼχε αγοράσει με τελείως δικά του λεφτά. Μιλάμε, λιώμα μʼ έκανε. Και τώρα πάει, αυτός ο Ντι Μπι: πόρνη στο Χόλυγουντ. Εγώ, αν έχω ένα που σιχαίνομαι, είναι το σινεμά. Ούτε να μου το αναφέρετε ποτέ.

Από κει που θέλω νʼ αρχίσω να σας λέω, είναι η μέρα που έφυγα από το Πένσι. Αυτό τo Πένσι είναι σχολείο στην Πενσυλβάνια, στο Έιγκερσταουν. Ιδιωτικό. Κάπου μπορεί να το ʼχετε ακουστά. Εκτός αν είδατε και τίποτα διαφημίσεις τελοσπάντων. Πρέπει να το διαφημίζουνε, να μη σας πω και σε κάνα χιλιάρι περιοδικά, κι έχουνε πάντα ένα τύπο απʼ τους πολύ μουράτους, και πηδάει με τʼ άλογό του ένα φράχτη. Που λες, να πούμε, και στο Πένσι δεν έκανες κι άλλη δουλειά, και μόνο με το πόλο ασχολιόσουνα πρωί και βράδυ. Άσχετο που εγώ δεν είδα εκειπέρα άλογο ούτε για δείγμα, ούτε από μακριά. Και από κάτω απʼ τη φωτογραφία του τύπου με το άλογο, λέει πάντα: «Από το 1888 μέχρι σήμερα, διαπλάθουμε νέους άνδρες με αδαμάντινο χαρακτήρα και πάμφωτη σκέψη». Σιγά τʼ αυγά. Στο Πένσι δε γίνεται καμιά κωλοδιάπλαση παραπάνω από τʼ άλλα σχολεία. Κι ούτε που είχαμε ποτέ κανένανε που να ʼτανε και πάμφωτος και αδαμάντινος και ξερωγώ. Που δηλαδή, άντε να ʼχαμε δύο παιδιά. Και πολλά λέω. Κι αυτά, μάλλον έτσι ήρθανε στο Πένσι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Πάσχα ρωμέικο», “Πασχαλινά διηγήματα”, εκδ. «Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”

`

Ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργια, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, συνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως, μετά των φίλων, και ήτο στομύλος και διηγείτο πολλά κι εμειδία προς αυτούς.

Οταν εμειδία ο μπαρμπα – Πίπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κι επικλινής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων. Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα, όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται διά την προτίμησιν, την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν «ή εφτάκρατόρισσα της Αούστριας». Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδην, μα δόττο, δοττίσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιερπιέρρο, κε γκραν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράιλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται, οι Αγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον «Σόλωμο» κε ποέτα, του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη

που εκρουβόταν για μας λευτεριά;

Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι ανάφτει

και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπαρμπα-Πίπης έλειπεν υπέρ τα είκοσι έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κι έκαμεν εργασίας πολλάς. Εστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον «Εκτεση», διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και την τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασιόν» – ο απατεώνας δεν έχει λύπηση. Ενίοτε πάλιν εμαλάττετο κι εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνους ατελείας. «Ουδ’ η γης αναμάρτητος – άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκκάμπιλε». Και ύστερον, αφού ουδ’ η γη είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Οταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκκάμπιλε, αλλά ινφαλλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίση την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας ήξευρε, τας ήξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του ήξευρε ρωμέικα». «Ελεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ… ως ενάντιος υψίστοις!». Οταν με ηρώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρες υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος… ως ενάντιος υψίστοις».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών»- Αναφορά στον Γιώργο Μαρκόπουλο και τον Μίλτο Σαχτούρη (Γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Σε όλο το σώμα (corpus) με το εκδομένο ποιητικό έργο του Γιώργου Μαρκόπουλου υπάρχει πληθώρα αναφορών στην έβδομη και τελευταία μέρα της εβδομάδας, που δεν είναι άλλη ασφαλώς από την Κυριακή. Μέρα ξεχωριστή και πολύ αγαπημένη για τους περισσότερους ανθρώπους που κατοικούν αυτό τον «διακεκριμένο πλανήτη», όπως λιτά αλλά πολύ εύστοχα τον έχει χαρακτηρίσει ο Νικηφόρος Βρετάκος. Όπως διαπιστώνω, στο ποιητικό έργο του Γ. Μαρκόπουλου, υπάρχουν ποιήματα που αναφέρονται στην Κυριακή σχεδόν σε όλες τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα, όπως π.χ. ΄΄Η θλίψις του προαστίου΄΄, ΄΄Οι πυροτεχνουργοί΄΄, ΄΄Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης΄΄, ΄΄Μη σκεπάζεις το ποτάμι΄΄ κ. α.. Μάλιστα, κάποια από αυτά τα ποιήματα τιτλοφορούνται μονολεκτικά, δηλαδή με μία μόνο λέξη, τη λέξη ΄΄Κυριακή΄΄, και κάποια άλλα στον τίτλο τους περιέχεται οπωσδήποτε και η λέξη ΄΄Κυριακή΄΄, όπως είναι το ποίημα ΄΄Απόγευμα Μαΐου Κυριακής΄΄ κ. α..
`

Οι τραγουδισμένες Κυριακές φυσικά αποτελούν κοινό τόπο στην ελληνική ποίηση, εφόσον το φαινόμενο αυτό το συναντούμε και σε πολλούς άλλους Έλληνες ποιητές, κυρίως τους παλαιότερους, τόσο αυτούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως είναι ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Μανώλης Αναγνωστάκης, όσο και αυτούς της ΄΄Γενιάς του ʼ30΄΄, όπως είναι ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Αρκούμαι νʼ αναφέρω εδώ πως ο Γ. Ρίτσος σε ένα από τα εκτενή ποιήματά του, την ΄΄Αγρύπνια΄΄ (1954), θα γράψει:
«Τραμπούκοι, τραμπούκοι, μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω
τα λεφτά μας.
Όλο μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω τις μέρες μας.
Δώστε μας πίσω το ψωμί μας, την Κυριακή μας.
Δώστε μας πίσω τη ζωή μας».

`

Η Κυριακή όμως, παρόλο που για τους περισσότερους ανθρώπους είναι μέρα αργίας και αποχής από την καθημερινή ρουτίνα τους, εννοώ πως είναι μέρα αποχής από την κουραστική δουλειά τους, συνεπώς είναι μέρα χαράς, που προσφέρεται για ξεκούραση και διασκέδαση (για πολλούς συνανθρώπους μας είναι και μέρα για έξοδο στο βουνό ή στη θάλασσα, στο γήπεδο ή στον ιππόδρομο, στο καφενείο ή στον κινηματογράφο), δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους περισσότερους Έλληνες ποιητές που έχουν καταπιαστεί με αυτό το θέμα. Θέλω να πω τους Έλληνες ποιητές που κάνουν αναφορές ή μνημονεύουν τις Κυριακές στην ποίησή τους.
Αντιθέτως, όπως διαπιστώνω, γιʼ αυτούς τους ποιητές οι Κυριακές είναι συννεφιασμένες και ψυχρές, άδειες και μονότονες, έρημες και πληκτικές, θλιμμένες και άχαρες και, το κυριότερο, είναι στιγματισμένες πάντοτε από ένα θλιβερό γεγονός που συνέβη στους ίδιους ή σε κάποια άλλα άτομα από την οικογένειά τους ή από το στενό περιβάλλον τους. Γι αυτό και ονόμασα τη μικρή αυτή σπουδή μου ΄΄Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών΄΄ . Τίτλος που καλύπτει επαρκώς, νομίζω, το περιεχόμενο που περικλείεται στην εργασία μου, αλλά και για να μας θυμίζει διαρκώς, τιμής ένεκεν, το πονεμένο ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη ΄΄Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών΄΄, που περιέχεται στη συλλογή του ΄΄Καταβύθιση΄΄ και εκδόθηκε το 1990, στην Αθήνα.
`

Θα δώσω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα, τόσο από την ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου όσο και από την ποίηση του Μ. Σαχτούρη, ικανά όμως να μας εισαγάγουν και να μας περιάγουν στο θέμα μας. Περιορίζομαι, για την ώρα, μόνο σε αυτούς τους δύο σημαντικούς ποιητές για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, γιατί το συγκεκριμένο θέμα καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στο περιβόλι της ελληνικής ποίησης, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί διεξοδικά στις σελίδες της παρούσης δοκιμής.
Και, δεύτερον, για να μην ξεμακρύνουμε από την ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου. Ποίηση που μου έδωσε το έναυσμα και την έμπνευση για να προχωρήσω στη σύνθεση αυτής της εργασίας, αλλά και γιατί πιστεύω πως η επιρροή που δέχθηκε ο Γ. Μαρκόπουλος, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο θέμα, προέρχεται κατευθείαν από την ποίηση του πρεσβύτερου Μ. Σαχτούρη, άσχετα αν η επίδραση αυτή δεν είναι κραυγαλέα και, κυρίως, έντονα χρωματισμένη για να είναι τουλάχιστον ευδιάκριτη με γυμνούς οφθαλμούς από κάποια απόσταση. Σίγουρα όμως, η επίδραση αυτή είναι γονιμοποιός, άρα καρποφόρα, παρά την όποια απαισιοδοξία κουβαλάει μέσα της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Η Πηγή Λυκούδη μελοποιεί Γιωσέφ Ελιγιά & Paul Celan» (Γράφει ο Μάκης Ναλμπάντογλου)

`

O Paul Celan διαβάζει τη «Φούγκα του Θανάτου» ΕΔΩ

`

Σαν πρόκληση στα σημεία των καιρών η Πηγή Λυκούδη αντιμετώπισε την πρόταση της συνθετικής της παρουσίας στην εκδήλωση για την επέτειο των 70 χρόνων από το ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων, των Ρωμανιωτών της Ηπείρου,  την Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014, στις Βρυξέλλες, καλεσμένη του Συλλόγου Ηπειρωτών Βελγίου.

Οι Ρωμανιώτες είναι το παλαιότερο τμήμα του εβραϊκού στοιχείου στην Ελλάδα. Έχουν ιστορία μεγαλύτερη από δύο χιλιάδες χρόνια. Γλώσσα τους ήταν η ρωμανιώτικη διάλεκτος γνωστή με το σπάνιο όνομα Γεβανική, Yevanic, όρος που ανάγεται στην εβρ. λέξη יון yāvān «Ελλάδα, Ιωνία», που αποτελεί διάλεκτο της Ελληνικής. Το 95% των καταγεγραμμένων Ελλήνων Εβραίων, των Ρωμανιωτών, από τα Γιάννενα, την Άρτα, την Παραμυθιά και την υπόλοιπη περιφέρεια, 1.960 ψυχές άνδρες, γυναίκες και παιδιά οδηγήθηκαν στον θάνατο.

`

`

Στον Γιωσέφ Ελιγιά το ρωμανιώτη ποιητή οδήγησε ο δρόμος. Γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1901.
Με τα ποιήματά του κάνει πρόταση για τη ζωή. Εκατό χρόνια μετά παραμένει επίκαιρος.

«…ο θάνατός του μου τονώνει την ιδέα ότι εχάθη ένα κόσμημα… τους στίχους του τους έβρισκα τέλειους, παλλόμενους, σκαλισμένους με της τέχνης τις φροντίδες» (19.9.1931). έγραψε για τον Γιωσέφ Ελιγιά ο Κωστής Παλαμάς.

Φοίτησε στη γνωστή Σχολή της Alliance Israélite, ο Ελιγιά όπου αργότερα δίδαξε. Για πρώτη φορά έρχεται στη δημοσιότητα το 1918, όταν ιδρύεται ο Σύλλογος Αμελέ Σιών. Ήταν τότε ο Ελιγιά ένας ένθερμος σιωνιστής που πίστευε ότι η εβραϊκή φτωχολογιά θα σωζόταν μόνο με την ίδρυση ισραηλιτικού κράτους στην Παλαιστίνη.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1921, τον συναντούμε αφοσιωμένο στην κοινωνική δράση και μάλιστα κατά τρόπο ριζοσπαστικό. Είναι η στιγμή που ανοίγεται προς τους διανοούμενους των Ιωαννίνων και προς άλλους κοινωνικούς κύκλους, ενώ ανάλογη είναι και η πνευματική του πορεία. Έτσι ενώ από το 1918 δημοσιεύει ποιήματα που εξυμνούν τη Σιών, το 1920 γράφει ποιήματα ρομαντικού περιεχομένου, ώσπου το 1924 η ποίησή του παίρνει έναν καθαρά ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Ο Ελιγιά εγκαταλείποντας σιγά-σιγά την καθαρή ιδέα του Σιωνισμού, προσανατολίζεται στη διεύρυνση της εβραϊκής παράδοσης και αρχίζει τη μετάφραση ποιημάτων στην ελληνική. Είναι πλέον, κατά την ορολογία της εποχής, ένας αλλιανιστής, δηλαδή ένας “αφομοιωτικός” σύμφωνα με τις αρχές της Alliance Israélite Universelle του Παρισιού, οργανισμού με πρωτοβουλία του οποίου ιδρύθηκαν οι διάφορες ανά τον κόσμο τοπικές, σύγχρονες εβραϊκές Σχολές.
Παράλληλα με την πνευματική του δράση εμφανίζεται και μια άλλη πλευρά του Ελιγιά, αυτή της κοινωνικής ριζοσπαστικότητας, η οποία τον ωθεί στη συνεργασία με την τοπική αριστερή μαχητική εφημερίδα «Νέος Αγών». Πνευματική ωριμότητα και ριζοσπαστικότητα συνδέονται μεταξύ τους και η μεν πρώτη εντάσσεται στο περιβάλλον των Ιωαννίνων, η δε δεύτερη, στις γενικότερες ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις της δεκαετίας του 1920, καλλιεργώντας άλλωστε ο ίδιος στενότατες σχέσεις με τους προοδευτικούς κύκλους της πόλης και ειδικότερα με τον εκεί νεοσύστατο σοσιαλιστικό πυρήνα.
Τα ποιήματα του Ελιγιά αυτής της εποχής τον κατατάσσουν στην πρωτοπορία της γενιάς του ʽ20 ή και αλλιώς στο ρεύμα του λεγόμενου “καρυωτακισμού”.
Ο Ελιγιά δεν παραμένει απλά ένας πρωτοπόρος ποιητής, αλλά γράφει ποίηση η οποία αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα και σε τόνους μάλιστα αρκετά υψηλούς.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«50+1 χρόνια προσφοράς του Διαμαντή Φλωράκη» (γράφει η Κασσάνδρα Αλογοσκούφι)

`

ΤΑ ΤΡΙΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΦΛΩΡΑΚΗ

`

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
-τρία όνειρα-

«Είναι προτιμότερο να χαρτογραφώ
λάθος τον Κόσμο, παρά να μην τον χαρτογραφώ καθόλου.
(‘Ολοι, υποχρεωτικά, πάντα αυτό κάναμε).»
Δ.Φ.

`

Κατά την ανάγνωση της βιβλιογραφίας του Διαμαντή Φλωράκη εντοπίστηκαν τρεις ιδιότυπες περιγραφές ονείρων τα οποία σηματοδοτούν την ίδια τη φιλοσοφία του Δ.Φ. Η ιδιοτυπία έγκειται στο εξής γεγονός: Όταν σε ένα φανταστικό δημιούργημα παρατίθενται αποσπασματικά όνειρα(φαντασία μέσα στη φαντασία ή διπλή υπερτονισμένη φαντασία), ενδεχομένως και είναι όνειρα με την υπόνοια ότι είναι ρεαλιστικά γεγονότα μασκαρεμένα σε ενύπνιο κατά τον χρόνο λογοτεχνικής αφήγησης. Ή αλλιώς, πραγματικά γεγονότα που περιέπεσαν στη λύτρωση ενός επαναλαμβανόμενου ονείρου ή βραχνά που επιμένει στον νου του συγγραφέα και εν τέλει με αγνότητα αποτυπώνεται μέσα στα βιβλία με διάφορες παραλλαγές του. Η ιδιοτυπία επίσης γίνεται αντιληπτή από το ίδιο το συνάισθημα και κλίμα που τα περιβάλλει(αυτή ήταν και η αιτία της ανίχνευσης και ανάλυσης σε ετούτη τη μελέτη). Δεν αποκλείεται να είναι τραυματικά γεγονότα που επανέρχονται ως απομνημονευμένος πόνος σε κύκλους και καρφώνουν το ιστορικό υπόβαθρο -που τόσο επιμελώς καλύπτεται- ενός υπερεαλιστικού συγγραφέα. Βία και Πόλεμος αλλοεθνικός και ομοεθνικός

Στα όνειρα αυτά εστιάζουμε την προσοχή ετούτης της μελέτης, ώστε να ξεδιπλώσουμε τον μίτο του μυστηρίου και να εξηγήσουμε το ανεξήγητο της συγγραφικής δεινότητας του Δ.Φ.. Ποια είναι η θεμέλιος λίθος, ποια η πρώτη πηγή που διοχετεύει την πένα του Δ.Φ.

Το κριτικό σημείωμα αυτό γράφτηκε πριν την εξομολόγηση του ίδιου του συγγραφέα κατά την παρουσιάση «50 Χρόνια Προσφοράς του Διαμαντή Φλωράκη στη Λογοτεχνία» στο βιβλιοπωλείο Ars Nocturna (Μάης του 2013). Με έκπληξη παραδέχεται ότι τα τρία αυτά όνειρα -που αναλύω-συμβαίνουν στην παλιά του γειτονιά, όπου έζησε και μεγάλωσε και αποτελούν τη μόνιμη πηγή έμπνευσης και την ανομολόγητη Παράδεισο του Συγγραφέα. Η ερώτηση που του είχε τεθεί -από μένα προσωπικά- ήταν ποιος ήταν ο συγγραφέας που τον ενέπνευσε, καθώς μέσα στα κείμενα δεν ανίχνευσα σαφής αναφορές σε πρόδρομους του ή σύγχρονούς του συγγραφείς. Η απάντηση που έδωσε ήταν η παιδική του γειτονιά και τα παιδιά που έπαιζε μαζί, τίποτα άλλο.
Ο μελαγχολικός τόνος των ονείρων πηγάζει από την αναφορά σε τοπία που ίσως έχουν αλλοιωθεί/καταστραφεί ολοσχερώς από τον χρόνο. Ακόμα κι αν δεν έχουν αλλοιωθεί, τα υποκείμενα της δράσης έχουν οριστικά απαχθεί η χαθεί από προσώπου γης.
Ο Δ.Φ. είναι ο μόνος εν ζωή αυτόπτης μάρτυρας μιας εποχής που ισοπέδωσε τα πάντα-πατά δε ανάμεσα σε δυο αιώνες. Τα πάντα εκτός από το άσυλο της σκέψης του όπου δημιουργεί ανεπανάληπτα και εξέχει. Η Φαντασία ως όπλο και άμυνα κατά της Κατοχής, κατά του Εμφυλίου, κατά του Πραξικοπήματος, κατά της Εποχής του Υπερκαταναλωτισμού, της Αστικοποίησης του Επαρχιώτη. Η Αναδρομή καλά κρατεί έως και την εποχή της Κρίσης και της αναθεωρησης των φάλτσο «αξιών» των προηγούμενων εποχών. Ο Δ.Φ. φαίνεται βράχος ακλόνητος -τότε και τώρα- και όλα τα γεγονότα-ακόμα και τα τεχνολογικά επιτεύγματα- έρχονται να τον επιβεβαιώσουν και να τον καθιερώσουν ως βράχο εν μέσω ερήμου.
Όσοι αναφέρονται καλοπροαίρετα στον Διαμαντή Φλωράκη ως ο μετρ της cult Ε.Φ.(εννοώντας ο μέτρ των ψευδαισθήσεων) τείνουν με την ιλαροκωμική θεώρηση ενός φαινομένου ανεκδιήγητου και ανεξήγητου να τον αφήσουν για δεύτερη φορά στο περιθώρια. Η πρώτη φορά που εγκαταλείφθηκε το φαινόμενο Δ.Φ. ήταν όταν αφέθηκε στην υποβαθμισμένη υπο-κατηγορία της λογοτεχνίας όπως αυτή θεωρείται της Επιστημονικής Φαντασίας έναντι των υπολοίπων. Η δεύτερη άρνηση είναι αυτή του χαρακτηρισμου των οπαδών του ως ειδήμονα σε κάτι που κανείς δε χρειάζεται. Η τέχνη όμως τι είναι; Είναι ένα ζευγάρι αγροτικά παλιοπάπουτσα που έχασαν την επαφή με το φυσικό περιβάλλον -του αμπελώνα ή του κριθαρώνα- και απαίτησαν με άχρονη επιμονή να ανατρέψουν όλη τη φαινομενικά απλή και γλαφυρή εικόνα ενός αγωγιάτη. Ο αγωγιάτης της τέχνης Δ.Φ. σμίλευσε έτη πενήντα τη φαντασία και άφησε κληρονομιά απόλαυσης και αβαθμολόγητης αξίας και το πιο σημαντικό μας δώρισε μία τεράστια εργογραφία εγχώριου πλούτου μη εμπορευματοποιημένης.

Διαβάστε περισσότερα