Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Dario Fo (1926-2016), ««Το Νόμπελ σε έναν παλιάτσο; Σ’ έναν παλιάτσο και μάλιστα αριστερό;» (γράφει η Ευαγγελία Πολύμου)

`

Ο Dario Fo (24 Μαρτίου 1926-13 Οκτωβρίου 2016), γεννήθηκε στο Λεγκιούνο-Σαντζιάνο, στην επαρχία του Βαρέζε, κοντά στη λίμνη Λάγκο Ματζιόρε. Ο πατέρας του Φελίτσε ήταν διευθυντής των ιταλικών σιδηροδρόμων και η οικογένεια άλλαζε συχνά κατοικία λόγω των μεταθέσεών του. Ο Ντάριο έμαθε την τέχνη της διήγησης από τη γιαγιά του, τους Λομβαρδούς ψαράδες και τους τεχνίτες του φυσητού γυαλιού. Αρχικά, σπούδασε αρχιτεκτονική, ως γνήσιος όμως απόγονος της τέχνης των παλιάτσων και των τροβαδούρων του Μεσαίωνα, την εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με το θέατρο. Εργάστηκε ως σκηνογράφος, ύστερα ως ηθοποιός, ζωγράφος, σκηνοθέτης, ιστορικός Τέχνης, συγγραφέας. Τα έργα του, βασισμένα στον αυτοσχεδιασμό, εστιάζουν στα σύγχρονα προβλήματα που βαραίνουν στην καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων και χαρακτηρίζονται από σάτιρα και αντικομφορμισμό απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική, την εκκλησία και την καθιερωμένη ηθική.

`

Το 1953 γράφει και σκηνοθετεί το σατιρικό έργο «Δάχτυλο στο μάτι» (Il ditonell’occhio), που σε αντίθεση με τη θερμή υποδοχή του κοινού, προκάλεσε την αντίδραση κυβέρνησης και εκκλησίας. Έλεγε: «Οι εκκλησίες δεν είναι για μένα ούτε εκείνες της Δεξιάς, ούτε εκείνες της Αριστεράς… Ένα κόμμα έχει πάντα ηγεσίες κι εμένα οι ηγεσίες, τα διευθυντήρια, οι κορυφές, δεν μου αρέσουν. Όταν βρίσκεσαι εκεί ψηλά, δεν είναι εύκολο να δεις καλά όσα συμβαίνουν στα χαμηλά, καλύτερα επομένως να μένεις στην πεδιάδα, στη βάση, ανάμεσα στους κοινούς ανθρώπους».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

William Faulkner, «The sound and fury» (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

To “The sound and fury” , το κορυφαίο ίσωςέργο του Αμερικανού Νομπελίστα συγγραφέα William Faulkner, εκδόθηκε το 1929, ακριβώς τη χρονιά κατά την οποία ξέσπασε η μεγάλη οικονομική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αναφορές στην οικονομική ατμόσφαιρα πριν από το ξέσπασμα της κρίσης γίνονται άλλωστε στο τρίτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, όπου ο αφηγητήςΤζέησον, ένας από τους γιούς της οικογένειας Κόμπσον, περιγράφει εμμέσως την εξάρτηση των αγροτών του Νότου από το Χρηματιστήριο Βάμβακος της Νέας Υόρκης και τους Εβραίους κερδοσκόπους . Ο χώρος στον οποίο εξελίσσεται η πλοκή είναι ο συντηρητικός αμερικανικός Νότος, και συγκεκριμένα το Jefferson του Μισσισσιππή . Δίνεται έτσι η ευκαιρία στον Faulknerνα σκιαγραφήσει το πορτρέτο μιας παρακμασμένης κοινωνίας, μέσα στην οποία συμβιώνουν η άρχουσα τάξη των λευκών και η κοινωνικά υποβαθμισμένη των μαύρων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο αμοραλισμός διαχέεται με γοργά βήματα και αποκαθηλώνει την εικόνα των χριστιανικά ενάρετων λευκών Αμερικανών. Ο Faulkner ξεσκεπάζει με τολμηρό τρόπο τα αιμομικτικά σύνδρομα, τις ρατσιστικές προκαταλήψεις, τον κυνισμό, τη διάλυση της οικογενειακής συνοχής, το εσωτερικό κενό των ανθρώπων της μεταβιομηχανικής εποχής.

`
Το μυθιστόρημα «εξιστορεί» με έναν ιδιόρρυθμο αφηγηματικό τρόπο την περίπου τριαντάχρονη ιστορία των Κόμπσον, μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας του Νότου , η οποία παλεύει να συντηρήσει τη φήμη της, χωρίς τελικά να τα καταφέρνει, καθώς οδηγείται σταδιακά στην οικονομική καταστροφή και η μοίρα αρκετών μελών της έχει τραγική κατάληξη. Στο τέλος οι Κόμπσον διαλύονται, καθώς ο πατέρας Τζέησον Κόμπσον πεθαίνει, η μητέρα Καρολάιν μοιάζει να έχει παραιτηθεί από τη ζωή, και από τα τέσσερα παιδιά , ο διανοητικά ανάπηρος Μπέντζυ κλείνεται σε άσυλο, η κόρη Κάντυ το σκάει, για να παντρευτεί τον εκλεκτό της (ο οποίος αργότερα,λόγω αμφιβολιών για την πατρότητα του παιδιού τους, εγκαταλείπει τη γυναίκα και το παιδί του) , ο ρομαντικός Κουέντιν, για τις σπουδές του οποίου στο Χάρβαρντ η οικογένεια πουλάει την ακίνητη περουσία της, αυτοκτονεί, ενώ ο μεγαλύτερος γιός Τζέησον χάνει τις οικονομίες μιας ζωής, όταν η κόρη της Κάντυ Κουέντιν κλέβει τα χρήματα και ακολουθώντας τα χνάρια της μητέρας της, φεύγει με έναν θεατρίνο ενός περιπλανόμενου θιάσου. Το βιβλίο απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια, το καθένα από τα οποία τοποθετείται χρονικά σε μία συγκεκριμένη μέρα και στο οποίο υιοθετείται μία διαφορετική αφηγηματική τεχνική, και από ένα είδος οδηγού με την ιστορία των βασικότερων μελών της οικογένειας από το 1699.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Νίκος Βουτυρόπουλος, Επίμετρο από τα «Στατικά Ποιήματα» του Gottfried Benn, εκδόσεις s@mizdat 2016 (υπό έκδοση)

`

Για μια μυθολογία της διάψευσης

Λιγοστά είναι ομολογουμένως τα ποιητικά έργα του 20ου αιώνα όπου το μυθικό στοιχείο χρησιμοποιείται τόσο συχνά και περίτεχνα για φιλοσοφικό στοχασμό, όσο και για τον εξορκισμό προσωπικών δαιμονίων και ασυγχώρητων λαθών του παρελθόντος. Από αυτή την άποψη, τα Στατικά Ποιήματα ανταποκρίνονται εν μέρει σε αυτό που ο Durs Grünbein φωτογράφισε ως «Ελεγείες για μια πλάνη», όμως καταφέρνουν και κάτι άλλο: να λειτουργήσουν πολύ πιο πέρα από τον απλό βιογραφισμό, σε χώρους όπου το προσωπικό στοιχείο διαλύεται μέσα στο κοσμικό, για να απομείνει τελικά μια λυρική υπόκρουση, ενθύμιο σκέψεων πάνω στην ανθρώπινη μοίρα και ιστορία. Για να το καταφέρει αυτό ο δημιουργός τους, ο εξπρεσιονιστής Gottfried Benn, στρατιωτικός γιατρός στη διάρκεια των δυο παγκοσμίων πολέμων και εξέχουσα προσωπικότητα της γερμανικής avant garde του Μεσοπολέμου, χρειάστηκε δέκα ολόκληρα χρόνια συγγραφικής απομόνωσης. Και όχι μόνο. Χρειάστηκε ακόμη να επιστρατεύσει όλη την καλλιτεχνική του φαντασία, την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό, για να μπορέσει τελικά να αντικρίσει το προσωπικό του δράμα αλλά και την εποχή του ως ένα μικρό επεισόδιο του πανανθρώπινου γίγνεσθαι. Λυτρωτικοί στίχοι λοιπόν; Ποιος ξέρει; Σίγουρα πάντως στίχοι και ποιήματα παγκόσμιας εμβέλειας, που τον κατατάσσουν, χωρίς υπερβολή, στο πάνθεο των ποιητών του περασμένου αιώνα.

`
Ποια ήταν η πλάνη του Gottfried Benn; Ήδη το 1933, με εκπομπές του στο ραδιόφωνο του 3ου Ράιχ τάχθηκε ανοικτά υπέρ του νέου καθεστώτος, προσβάλλοντας έτσι κατάφορα το δημοκρατικό αίσθημα φίλων και γνωστών, και όχι μόνο, που βρίσκονταν κιόλας στην εξορία. Γρήγορα ωστόσο κατάλαβε το λάθος του, όμως ήταν πλέον αργά. Οι παλιοί του γνώριμοι από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ούτε που ήθελαν να ακούσουν για αυτόν, ενώ η Γκεστάπο δεν άργησε να εξαπολύσει άγριο κυνηγητό εναντίον του. Συκοφαντήθηκε δημόσια ως εκφυλισμένος και πορνογράφος, διαγράφτηκε από την Πρωσσική Ακαδημία Τεχνών, η αστυνομία έκλεισε το ιατρείο του στο Βερολίνο, και από το 1938 του απαγορεύτηκε οποιαδήποτε πρόσβαση στον τύπο. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, το 1945 η δεύτερη σύζυγός του Herta αυτοκτονεί, από φόβο μην τη συλλάβουν οι Ρώσοι, ενώ ο ίδιος, σε ένα βομβαρδισμένο Βερολίνο που μύριζε ακόμη πυρίτιδα και θάνατο, της απευθύνεται, στο πιο προσωπικό και συγκινητικό ίσως ποίημα της συλλογής, «Ο θάνατος του Ορφέα», με τα εξής λόγια: «Πως μʼ εγκαταλείπεις, πολυαγαπημένη – απʼ το έρεβος διωγμένη…»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Οδυσσέας Ιωάννου, «Το νερό να γίνεις», εκδ. Πατάκη, 2016


`
ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ: «ΠΑΙΔΙΚΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ» (στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου, σύνθεση: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγοπούλου

`

Ταΐζω ένα μωρό

Ταΐζω ένα μωρό. Ένα ζωικό κουβαράκι τεσσάρων μηνών, μονίμως γελαστό, ένα κουτάκι αγάπης, το δελφινάκι μου. Όταν το φιλάω δεν ξέρω πως κρατιέμαι και δεν του κόβω κομμάτια – ποτέ δεν θα μάθει ότι την αρτιμέλειά του την χρωστάει στη γενναία αυτοσυγκράτησή μου, στα αστείρευτα αποθέματά μου πειθαρχίας και αυτοέλεγχου…

Τα μεσημέρια του Σαββατοκύριακου ξαπλώνει στο κρεββάτι ανάμεσά μας. Ακούω τα πνευμόνια του, ανάσα την ανάσα γυμνάζεται στην ζωή και από γατί γίνεται άνθρωπος. Ένα μωρό είναι σαν το αναμμένο τζάκι, ποτέ δεν είναι ίδιο, ποτέ δεν θα πετύχεις το ίδιο σχήμα φωτιάς.

Ταΐζω ένα μωρό. Κι όλος ο κόσμος γίνεται στόμα. Βγάζει ήχους, σπέρματα λέξεων ωραίων, υγρούς ήχους, γεμίζει σιγά σιγά την θάλασσά του να ʽχει να δελφινοβολτάρει. Έχει και πατούσες. Αμέ! Ο Θεός να τις κάνει… Τα κλειδιά του σπιτιού είναι μεγαλύτερα… Παλεύει να κρατήσει το κεφάλι της όρθιο, κάθε μέρα και καλύτερα. Σκαρφαλώνει πάνω μου σαν σκίουρος που έχει πάρει L.S.D, γελάει συνέχεια. Τι γελάς ρε σαχλαμάρα;

Ταΐζω ένα μωρό. Ξέρω πως ποτέ δεν θα κάνω κάτι σημαντικότερο. Δεν μου ανήκει, δεν του ανήκω, η σχέση είναι καθαρή από την αρχή. Αλλά κάποιος πρέπει να κρατάει το μπιμπερό… Στα σπάνια κλάματά της μια χνουδωτή καμηλοπάρδαλη αποδεικνύεται πιο χρήσιμη από εμένα. Μόνο αυτή μπορεί να σταματήσει το κλάμα. Αρχίζω να έχω θέμα με την καμηλοπάρδαλη. Ή αυτή ή εγώ!

Μακάρι να αγαπήσει την θάλασσα και να θελήσει να της την μάθω. Μακάρι να αγαπήσει και να θελήσει να μου μάθει.
Βέβαια δεν έχω αυταπάτες. Τον βλέπω τον διάλογο να έρχεται
– Καλημέρα λουλούδι μου!
– Δεν μας χέζεις ρε πατέρα πρωί πρωί;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βασίλης Λαγός, «”Καντάδες για ένα δαίμονα”-ποίηση: Γιώργος Δάγλας» (Γράφει ο Θοδωρής Εξηντάρης)

Πρέπει να έχουμε ως δεδομένη την ανάγκη, σχεδόν, του κάθε ανθρώπου που ασχολείται με την μουσική περισσότερο από τον μέσο όρο και με οποιοδήποτε ιδιότητα, να βρει, να ανακαλύπτει ανά περιόδους εκείνη την καινούργια δισκογραφική παρουσία που θα τον εκφράσει περισσότερο από άλλες, θα ταυτιστεί μαζί της, θα τον συγκινήσει, θα τον ενθουσιάσει, θα θαυμάσει το συνολικό αποτέλεσμα και οι ακροάσεις θα προκύπτουν επαναλαμβανόμενες. Αυτή είναι η ιστορία της δισκογραφικής δουλειάς του Βασίλη Λαγού σε ποίηση του Γιώργου Δάγλα με τίτλο «Καντάδες Για ένα Δαίμονα».

Ο δίσκος είναι ξεχωριστός από όλες τις απόψεις. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Βασίλης Λαγός βασίζεται στην κιθάρα του για να φέρει «εις γάμου κοινωνία» δύο είδη που ελάχιστες φορές έχουν συνυπάρξει: την jazz και το metal. Και ενώ ο δίσκος κινείται σε jazzκλίμακες και μελωδίες, οι δυνατές ηλεκτρικές κιθάρες σκληραίνουν τον ήχο απίστευτα ταιριαστά. Το μουσικό σχήμα είναι πρακτικά, πέρα από τα φωνητικά, ένα κουαρτέτο με κιθάρα, κοντραμπάσο, σαξόφωνο και ντραμς που ξεφεύγει όμως από τον ήχο του τζαζ-ροκ, με ήχο συχνά πολύ βαρύ, χωρίς να αποτελεί αυτοσκοπό επιδιώκοντας τον εντυπωσιασμό λόγω πρωτοτυπίας. Η σκληρότητα δένει ιδανικά με τις μελωδίες και τις αρμονίες και , αναμφισβήτητα, με την σκοτεινή και οξεία ποίηση του Γιώργου Δάγλα, ο θαυμάσιος ποιητικός λόγος του οποίου υπήρξε η αφορμή της συνεργασίας του με τον Βασίλη Λαγό. Αυτή είναι ακόμα μια ιδιαιτερότητα του δίσκου: ένας νέος συνθέτης μελοποιεί έναν μη γνωστό στο ευρύ κοινό ποιητή. Ο πρώτος αν και νέος κάθε άλλο παρά στερείται συνθετικής ωριμότητας και ο δεύτερος αποδεικνύει πως σε όλες της μορφές της τέχνης, και εν προκειμένω στην ποίηση, υπάρχουν πάντα ταλέντα που μπορούν να συγκλονίσουν, ταλέντα που δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αναγνωρισιμότητας στην εποχή της ταχύτατης, κατά τα άλλα, διάδοσης της πληροφορίας.

Διαβάστε περισσότερα