`

Για μια μυθολογία της διάψευσης

Λιγοστά είναι ομολογουμένως τα ποιητικά έργα του 20ου αιώνα όπου το μυθικό στοιχείο χρησιμοποιείται τόσο συχνά και περίτεχνα για φιλοσοφικό στοχασμό, όσο και για τον εξορκισμό προσωπικών δαιμονίων και ασυγχώρητων λαθών του παρελθόντος. Από αυτή την άποψη, τα Στατικά Ποιήματα ανταποκρίνονται εν μέρει σε αυτό που ο Durs Grünbein φωτογράφισε ως «Ελεγείες για μια πλάνη», όμως καταφέρνουν και κάτι άλλο: να λειτουργήσουν πολύ πιο πέρα από τον απλό βιογραφισμό, σε χώρους όπου το προσωπικό στοιχείο διαλύεται μέσα στο κοσμικό, για να απομείνει τελικά μια λυρική υπόκρουση, ενθύμιο σκέψεων πάνω στην ανθρώπινη μοίρα και ιστορία. Για να το καταφέρει αυτό ο δημιουργός τους, ο εξπρεσιονιστής Gottfried Benn, στρατιωτικός γιατρός στη διάρκεια των δυο παγκοσμίων πολέμων και εξέχουσα προσωπικότητα της γερμανικής avant garde του Μεσοπολέμου, χρειάστηκε δέκα ολόκληρα χρόνια συγγραφικής απομόνωσης. Και όχι μόνο. Χρειάστηκε ακόμη να επιστρατεύσει όλη την καλλιτεχνική του φαντασία, την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό, για να μπορέσει τελικά να αντικρίσει το προσωπικό του δράμα αλλά και την εποχή του ως ένα μικρό επεισόδιο του πανανθρώπινου γίγνεσθαι. Λυτρωτικοί στίχοι λοιπόν; Ποιος ξέρει; Σίγουρα πάντως στίχοι και ποιήματα παγκόσμιας εμβέλειας, που τον κατατάσσουν, χωρίς υπερβολή, στο πάνθεο των ποιητών του περασμένου αιώνα.

`
Ποια ήταν η πλάνη του Gottfried Benn; Ήδη το 1933, με εκπομπές του στο ραδιόφωνο του 3ου Ράιχ τάχθηκε ανοικτά υπέρ του νέου καθεστώτος, προσβάλλοντας έτσι κατάφορα το δημοκρατικό αίσθημα φίλων και γνωστών, και όχι μόνο, που βρίσκονταν κιόλας στην εξορία. Γρήγορα ωστόσο κατάλαβε το λάθος του, όμως ήταν πλέον αργά. Οι παλιοί του γνώριμοι από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ούτε που ήθελαν να ακούσουν για αυτόν, ενώ η Γκεστάπο δεν άργησε να εξαπολύσει άγριο κυνηγητό εναντίον του. Συκοφαντήθηκε δημόσια ως εκφυλισμένος και πορνογράφος, διαγράφτηκε από την Πρωσσική Ακαδημία Τεχνών, η αστυνομία έκλεισε το ιατρείο του στο Βερολίνο, και από το 1938 του απαγορεύτηκε οποιαδήποτε πρόσβαση στον τύπο. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, το 1945 η δεύτερη σύζυγός του Herta αυτοκτονεί, από φόβο μην τη συλλάβουν οι Ρώσοι, ενώ ο ίδιος, σε ένα βομβαρδισμένο Βερολίνο που μύριζε ακόμη πυρίτιδα και θάνατο, της απευθύνεται, στο πιο προσωπικό και συγκινητικό ίσως ποίημα της συλλογής, «Ο θάνατος του Ορφέα», με τα εξής λόγια: «Πως μʼ εγκαταλείπεις, πολυαγαπημένη – απʼ το έρεβος διωγμένη…»

`
Παρόμοιες επικλήσεις συναντώνται συχνά στα 46 ποιήματα της συλλογής. Στο «Εις μνήμην ύψωμα 317» ο Benn ανασυνθέτει, μετά από χρόνια, τις αναμνήσεις του από την τελευταία συνάντηση που είχε με το μικρό του αδερφό στη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, λίγο πριν αυτός σκοτωθεί, το 1915 στη Γαλικία, στο ύψωμα 317. Πρόκειται για απαρηγόρητες μνήμες ή μήπως για μια ανυποχώρητη εμμονή στο μακάβριο και το γκροτέσκο, στοιχεία που διακρίνουν τον ποιητή του Νεκροτομείου; Όπως και να έχει, ο γιατρός Benn ήταν σίγουρα ένας έξοχος ανατόμος της ανθρώπινης φύσης. Στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που διέθετε, φρόντιζε να καταγράφει περιστατικά που τον συγκίνησαν, εντυπώσεις, τσιτάτα από διαβάσματα, και αργότερα, με την χρήση συγκοπτόμενων ρυθμών, να συνθέτει ρίμες και εξαίρετους parlando-μονολόγους, κινούμενος ανάμεσα σε βιταλιστικές θεωρήσεις, απαισιόδοξες απόψεις για το ανθρώπινο γένος και αποφθεγματικές διατυπώσεις. Επίσης, δε διστάζει καθόλου να θίξει ακόμη και καταξιωμένα πρόσωπα από τον χώρο της διανόησης και της τέχνης, όπως τον Νίτσε, τον Σοπέν, τον Ρέμπραντ. Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή αποτελεί ένα μωσαϊκό εκφραστικών μέσων και λυρικών διαθέσεων όπου εναλλάσσονται αβίαστα ελευθερόστιχα και αυστηρά δομημένα έμμετρα ομοιοκατάληκτα ποιήματα. Την ίδια αυτή συνταγή των Στατικών Ποιημάτων, τα οποία πρωτοκυκλοφόρησαν το 1948 από ένα μικρό εκδοτικό οίκο στην Ελβετία, τη δοκίμασε ο Benn και στις επόμενες συλλογές του: Trunkene Flut, Fragmente, Destillationen και Aprèslude.

`
Αν ο μύθος πηγάζει από το όνειρο και η ακύρωση και των δυο από τη σύγκρουση με την πάντα σκληρή πραγματικότητα, τότε τι άλλο μπορεί να είναι τα ποιήματα εκτός από υπενθυμίσεις μιας μοιραίας ενασχόλησης με το πανίσχυρο παρελθόν; Εδώ ο Benn προτάσσει πεισματικά το ποιητικό Εγώ που αντιτίθεται σε κάθε θεωρία κοινωνικής εξέλιξης, σχοινοβατεί διαρκώς ανάμεσα στην αλήθεια και τη μεταφορά, για να καταλήξει στην ποιητική μονάδα, στη λέξη και στον ήχο της, μαζί με τους συνακόλουθους συνειρμούς, δηλαδή σε μια μουσική φωνημάτων, ανοικτή σε ερμηνείες και έκδοχα αναγνώσεων. Ο χαρακτηρισμός «απόλυτο ποίημα», που έχουν δώσει μελετητές του έργου του σε ποιήματα, όπως «Κύμα της νύχτας» ή «Αστέρια», μπορεί να εκφράζει αυτήν ακριβώς την εγγενή αδυναμία της υπέρβασης του λόγου μέσω των λέξεων, εφόσον ο γλωσσικός κώδικας μεταβάλλεται ad infinitum. Αποστροφή απέναντι στα ανθρώπινα αλλά και συγκατάβαση, η ανθρώπινη κωμωδία παραμένει ωστόσο γεμάτη χρώματα και αρώματα, ελπίδες, μουσικές και εικόνες. Ποιος τολμά να το αρνηθεί; Αγριολούλουδα, ανθισμένα λιβάδια, φυλλωσιές, καλαμιές, ρόδα, κήποι και ρυάκια, είναι ορισμένα από τα γνώριμα στοιχεία των ποιητικών εικόνων στα Στατικά Ποιήματα. Κυρίαρχο συναίσθημα είναι η θλίψη. Σε μια Ευρώπη που μαστίζεται από κοινωνικές επαναστάσεις και πολέμους, από την αλλοτρίωση και τη φτώχεια, «όποιος από την καταστροφή ξεφύγει, ποτέ δε θα σταθεί εκεί που ανεμίζουν χαρωπά τα ρόδα στην αμμουδιά», καταλήγει ο Benn στο «Ανέφικτο», για να αναρωτηθεί σε ένα άλλο του ποίημα: «… δε σκέφτεσαι λοιπόν τη θλίψη σαν ύψιστη εντολή;» Βάλσαμο παρηγοριάς, εκτός από την τέχνη καθαυτή, είναι η ήρεμη ενατένιση, ο στοχασμός απαλλαγμένος από κάθε συναισθηματικό φόρτο, ο ακίνητος βυθός της ύπαρξης κάτω από τη θάλασσα των γεγονότων, μια θέση καθαρά νιτσεϊκή.

`
Ο άνεμος της Μεσογείου φυσά από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής, το «Αχ, μακρινή χώρα», και τη διαπερνά ολόκληρη, είτε υπαινικτικά με λέξεις όπως χελιδόνια, Ώρες, Τιτάνας, Αναδυομένη κ.α. είτε συνδηλωτικά με ρίμες δωρικής αυστηρότητας όπως στα ποιήματα «5ος αιώνας», «Αχέροντας», «Μεσογειακό». Πόσο λυτρωτικός μπορεί τελικά να αποδειχτεί ο μύθος για κάποιον που βασανίζεται από την απώλεια και τη ματαίωση; Λίγη σημασία έχει ένα τέτοιο ερώτημα όσο και μια απάντηση, τη στιγμή που η ποίηση εξακολουθεί να λειτουργεί πέρα από τα στενά χρονικά όρια της ζωής του ποιητή. Πως συμβαίνει αυτό; «Με την αθανασία που ʽχει η λέξη κι ο ήχος» αποφαίνεται ο Benn στο ποίημα «Στίχοι». Εδώ, όπως και σε άλλους στίχους, υποκρύπτεται μια κάποια θρησκευτική αντίληψη, άλλωστε ο ποιητής μεγάλωσε μέσα σε ένα αυστηρό προτεσταντικό περιβάλλον, κάτω από την ισχυρή πίεση του πάστορα πατέρα του να ασκήσει στο μέλλον το ιερατικό λειτούργημα.

`
Ένα έξοχο τώρα δείγμα σύζευξης νοήματος και ήχου βρίσκεται στους στίχους του «Εις μνήμην ύψωμα 317». Είναι γραμμένοι σε ομοιοκατάληκτο τροχαϊκό πεντασύλλαβο με δυο ενδιάμεσους εξασύλλαβους που έχουν άρση στην τελευταία συλλαβή, όσον αφορά τις δυο πρώτες στροφές, ενώ στην τρίτη διατηρείται ο πεντασύλλαβος με σταθερά τονισμένη την τελευταία συλλαβή. Πρόκειται για μια θρηνωδία όπου η έμφαση δίνεται στα αρχικά και καταληκτικά φωνήεντα κάθε στίχου, ένα μοιρολόι για τους νεκρούς του πολέμου, το οποίο ξεκινά σαν κλάμα με την τριπλή επανάληψη του φωνηεντικού χαρακτήρα e (den Bergen=στα βουνά). Το παρόν δηλώνεται, μετά από μια εξαίρετη συνήχηση (Spinne spinnt=αράχνη υφαίνει) μόλις στον όγδοο τελευταίο στίχο της πρώτης στροφής, με μια ανατριχιαστική εικόνα εγκατάλειψης (Netze vor das Tor=δίχτυα στην πύλη), αφού έχει προηγηθεί η ωμή εξιστόρηση των γεγονότων στο ύψωμα 317. Στις δυο επόμενες στροφές δε γίνεται άμεσα λόγος για τον πόλεμο, όμως υποδηλώνεται ξεκάθαρα με την επανάληψη των στίχων «wie die Stunde rinnt, spürst duʼs nicht im Ohr=πως κυλά η ώρα, νʼ ακούσεις δε μπορείς», καθώς και με τη χρήση των σύνθετων λέξεων Aschenflor=τεφρολούλουδα και Schattenchor=χορός σκιών. Η αυστηρή ρυθμική δομή, οι συγκοπτόμενες προτάσεις, οι απρόβλεπτες από σε στίχο σε στίχο εικόνες και τα επιμέρους μορφικά χαρακτηριστικά του είναι ικανά να αναδείξουν το συγκεκριμένο ποίημα ως μια από τις εντυπωσιακότερες συνθέσεις σε ολόκληρο το ποιητικό corpus του Benn.

`
Ένα άλλο εξαίσιο δείγμα γραφής, «Στην άκρη της Βόρειας Θάλασσας», ξεχωρίζει για τη σκληρή κοινωνική κριτική και την αμείλικτη ειρωνεία, με την οποία αντιμετώπιζε ο Benn το δυτικό πολιτισμό. Καταγράφεται εδώ η ατμόσφαιρα και το περιβάλλον όπου ζούσε η κόρη του από τον πρώτο του γάμο, σε μια αγροικία στο Oeresund, στα δανο-σουηδικά σύνορα. Γράφτηκε αρχικά ως τετράστροφο το 1930, ενώ το 1933 πήρε την τελική μορφή του εξάστροφου οκτασύλλαβου. Τελειώνει με τη λέξη εσύ (du), που τη συναντάμε συχνά μέσα στη συλλογή, και μοιάζει να θέτει το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης, κατονομάζοντας και συγχρόνως καταδεικνύοντας τον ανθρώπινο παράγοντα, όχι ως έρμαιο της μοίρας ή άλλων σκοτεινών δυνάμεων αλλά ως αποκλειστικά υπεύθυνο συγκεκριμένων επιλογών. Η χρήση της προσωπικής αυτής αντωνυμίας ανακαλεί το επικλητικό ιδίωμα ενός άλλου, πρόωρα χαμένου εξπρεσιονιστή ποιητή, του August Stramm. Στο «Αγία Πετρούπολη» που γράφτηκε το 1943, είναι ευδιάκριτη η τεχνική του μοντάζ. Σημειώσεις από βιβλία, σκέψεις, περιγραφές και σύντομοι διάλογοι συμπλέκονται γύρω από το κεντρικό θέμα, την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Έγκλημα και Τιμωρία».

`
`Ο ρυθμός με τον οποίο εναλλάσσονται ποιήματα και νοήματα είναι πραγματικά ιλιγγιώδης. Αναδρομές στην παγκόσμια ιστορία, βιογραφικές αναφορές, υπαρξιακοί προβληματισμοί, μυθολογικά στοιχεία, εκτιμήσεις γύρω από την τέχνη και πολλές ακόμη λεπτομέρειες, καταλήγουν στο ομότιτλο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Στατικά ποιήματα», το οποίο δίνει και το μέτρο της αντιμετώπισης ζωής και ποίησης από τον Benn. Είπε λοιπόν ψέματα ο μύθος, όπως συμπεραίνει ο ποιητής στο «Χαμένο εγώ»; Από τη μια υπάρχουν ασφαλώς τα «καταφύγια» των λέξεων, οι ώρες, τα όνειρα, τα ρόδα, η θλίψη, όμως πάνω από όλα das Erhabene, το εξέχον, το μυστηριακό, το υπέροχο, είναι αυτό που καθορίζει την ποιητική πορεία και δεν καθορίζεται.
Ας ολοκληρώσουμε αυτή τη μικρή δοκιμή στο έργο του σπουδαίου ποιητή Gottfried Benn, με την επισήμανση πως ό,τι τελικά διασώζεται στη μετάφραση είναι προς όφελος του αναγνώστη.

`

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΥΨΩΜΑ 317

Στα βουνά, εκεί που
νύχτωσαν άγνωστοι
δίχως φέρετρο κι άχυρα
θύματα σφαγών,
πως κυλά η ώρα,
νʼ ακούσεις δε μπορείς,
μια αράχνη υφαίνει τώρα
δίχτυα στην πύλη εκεί.

Στα βουνά που
η ζωή εκεί σε κάνει
να τρομάζεις πόσο
κοντά είναι οι πηγές,
πως κυλά η ώρα,
νʼ ακούσεις δε μπορείς,
απʼ τα βουνά κυλά,
τεφρολούλουδα σκορπά.

Α, στο βουνό, στεφανωμένο
με καλοκαίρι και καρπό,
δε μπορείς να δεις
ό,τι δεν είναι φωτεινό,
πως κυλά η ώρα,
νʼ ακούσεις δε μπορείς
πως με το βουνίσιο αγέρι
ένας χορός σκιών θρηνεί.