Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«ΣΩΠΑ ΔΑΣΚΑΛΕ!» θεατρικό έργο σε κείμενα Καζαντζάκη, Βιζυηνού, Λουντέμη, Χρηστοβασίλη, Αλεξίου, Βάρναλη.

`

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Στη σημερινή γιορτή θα κάνουμε ένα νοερό ταξίδι, μια περιήγηση στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας και θα δούμε τι έγραψαν για τα σχολεία της παιδικής τους ηλικίας μεγάλοι Έλληνες λογοτέχνες του 19ου και 20ου αιώνα. Θα αρχίσουμε από το Νίκο Καζαντζάκη και το βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο».

ΦΙΛΟΣ 1: Για πες μας, Νίκο, τι θυμάσαι από τα σχολικά σου χρόνια;

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Όταν γίνηκα πέντε χρονών με πήγαν σε μια δασκάλα να με μάθει να γράφω στην πλάκα γιώτες και κουλούρες, να μάθω να ζωγραφίζω, σαν θα μεγαλώσω, τα γράμματα της αλφαβήτας. Ήταν μια αγαθή γυναικούλα, κυρα-Αρετή την έλεγαν, κοντή, παχουλή, με μια κρεατοελιά, δεξιά στο πιγούνι. Μου οδηγούσε το χέρι, μύριζε καφέ η ανάσα της και μου έδειχνε πώς να κρατώ το κοντύλι και να κυβερνώ τα δάχτυλά μου.

ΦΙΛΟΣ 2: Φαντάζομαι πως δε θα την ήθελες για δασκάλα σου…

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Στην αρχή δεν την ήθελα, δεν μου άρεσε η ανάσα της, μα σιγά σιγά, δεν ξέρω πώς, άρχισε να αλλάζει, να φεύγει η κρεατοελιά, να λιγνεύει και να ομορφαίνει το πλαδαρό κορμί της.

ΦΙΛΟΣ 1: Σιγά σιγά θα μας πεις πως έγινε και όμορφη.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Σχεδόν. Ύστερα από λίγες εβδομάδες, έγινε ένας άγγελος, λιγνός με κάτασπρο χιτώνα.

ΦΙΛΟΣ 2: Την ξαναείδες ποτέ αυτή τη δασκάλα σου;

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Διάβηκαν τα χρόνια, ξενιτεύτηκα, γύρισα πάλι στην Κρήτη. Πέρασα από το σπίτι της δασκάλας μου. Στο κατώφλι κάθονταν στον ήλιο και λιάζονταν μια γριούλα. Τη γνώρισα από την κρεατοελιά στο πιγούνι. Τη ζύγωσα της έδωκα γνώρα. Άρχισε να κλαίει από τη χαρά της. Και μια στιγμή, δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα: -Κυρά Αρετή της είπα, φορούσες ποτέ άσπρο χιτώνα;

ΦΙΛΟΣ 1: Και τι σου απάντησε;

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Μνήστιτι μου κύριε, ξεφώνισε η κακόμοιρη κι έκανε το σταυρό της. Εγώ άσπρο χιτώνα, παιδί μου. Και κίνησαν τα μάτια της να τρέχουν.

ΦΙΛΟΣ 1: Κι όταν πήγες στο δημοτικό τι έγινε;

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Θυμάμαι πως ένιωθα μέσα μου περηφάνια και φόβο. Το χέρι μου ήταν σφηνωμένο στη φούχτα το πατέρα μου. Μπήκαμε σʼ ένα παλιό κτήριο, με μια φαρδιά αυλή κι ένα πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.

ΦΙΛΟΣ 2: Μετά ο πατέρας σου σʼ άφησε;

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα. Ποτέ δε θυμόμουν να μʼ έχει χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. -Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.

ΦΙΛΟΣ 1: Κι ο δάσκαλος πότε εμφανίστηκε;

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο. -Ετούτος είναι ο γιος μου, του ʽπε ο πατέρας μου. Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.

ΦΙΛΟΣ 2: Κατάλαβα. Από τον αυστηρό σου πατέρα σε αυστηρό δάσκαλο.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Το κρέας δικό σου, του ʽπε, τα κόκαλα δικά μου. Μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάνε τον άνθρωπο. -Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη. Έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στάθης Κομνηνός, Δύο Ποιήματα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Κυκλάδων κύκλος» και ένας αφοριστικός διάλογος με τον Ludwig Wittgenstein

Α

Με δυο γραμμές θαλασσινές
Αλιστικές σαν άσματα
Και άλλες δύο στεριανές
Από πηλό κατάπηλο
Διάτρητο από θυμάρι και δυόσμο
Το Άχρωμο να φτάνεις τόσο
Και τόσο το Σχήμα της Σάρκας
Το Υπερελληνικό
Κι ωστόσο στο γαλάζιο αμετάστρεπτα ορκισμένο
Που σαβανώνεται μʼ αυτό
Να στήνεις περιβόλι ορθάνοιχτο
Σαν τρύπα που το Χάος συγκρατεί
Πάμφτωχη στα μάτια δεινοσαύρων
Και στων Απλών τʼ αυτιά
Ιστιοφορία τρισάλμυρη
Ώστε κι ο Ιάπων να βλέπει τη γιαγιά του ολοζώντανη
Και τα νεφρά του διαυγή να ʼναι
Στα χέρια του σαν άρπες
Και να μιλά ελληνικά γράφοντας Χιραγάνα
Είναι αλήθεια θαύμα μέγα !

Μα ιδές ! Τοπίο έχουν τα θαύματα.
Και το τοπίο ανθρώπους.
Οι ανομάτιστοι αυτοί που γίνανε Τοπίο
Οι ακατάστιχοι
Δέρμα πανί
Δέρμα φτερό
Δέρμα λιοκούκουτσο
Κροκάλα
Νύχτες πανάρχαιες
Που φτιάχτηκαν με υλικά της γης τους
Όταν τʼ αφήσανε πολύ βαθιά τους νʼ αλωνίζουν !

Να πώς κερδίζονται οι γραμμές και δένεται ο Κόσμος.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Κεραμίδα-Αγνουσιώτη/Αριστούλα Δάλλη/Μαρία Δούμπα/Παναγιώτα Τσιανογιάννη, Ποιήματα & Πεζά (Εργαστήρι Γραφής Βυζίτσα 2016)

Μαρία Κεραμίδα-Αγνουσιώτη

ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ;

Στο ίδιο παγκάκι. Στη μνήμη, ακουμπισμένο πλάτη, ένα ζευγάρι.
Η μεγαλύτερη ξεπροβάλλει πάνω από την άλλη.
Ανδρας – Γυναίκα – Ζευγάρι – Ενα !
Ενα! μου έλεγες συνεχώς πως θα μείνουμε. Δεν είχες καμία αμφιβολία, καμία δεύτερη σκέψη δεν φιλοξενούνταν στην άκρη του μυαλού σου. Αντιστεκόμουν…μα με μάλωνες κάθε που αναφερόμουν σε προηγούμενες ιστορίες ανθρώπων –
Ανδρας – Γυναίκα – Ενα.
-Εμείς θα γίνουμε η εξαίρεση του κανόνα, απαντούσες .
Μου ζητούσες να σκέπτομαι λιγότερο και να αισθάνομαι περισσότερο.
Καλοκαίρι στο ίδιο παγκάκι στη θάλασσα δίπλα στον πρώην μικρό ταρσανά. Φωνές χαρούμενες συγγενών, φίλων.
Φίλοι! μου ζήτησες να μείνουμε, όλα τα άλλα ήταν ένα λάθος… Αδύναμα χρόνια(!) έτσι τα περιέγραψες. Φεύγοντας παραδέχτηκες πως έπρεπε να επιστρέψω στις δικές μου αρχές . – Να σκέπτομαι περισσότερο και να αισθάνομαι λιγότερο.
Επτά χρόνια κάθε τέτοια μέρα επιστρέφω, να περιεργαστώ το δικό μας παγκάκι, στο καλοκαιρινό θέρετρο που πήρε τη θέση του παλιού ταρσανά.
Σήμερα δεν μοιάζει άδειο. Μια μόνη φιγούρα, λίγο πιο κοντή από εσένα, ξεπροβάλλει.
Ισως περιμένει το ταίρι του…
Ισως περιμένεις εμένα…
Ανδρας – Γυναίκα –
Ενα ;

Αριστούλα Δάλλη, Δύο ποιήματα

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Μη ψάχνεις
της μοναξιάs σου το υφάδι
σε γνώριμους ρυθμούς
σε λόγια
σε μακρόσυρτους λυγμούς
για το χαμένο Παρθενώνα
τη μυστική κερκόπορτα
στο Δαίδαλο της μνήμης
ο μίτος χάνεται
σε σκοτεινές
ανήλιαγες στοέs
πέτρινες δίδυμες αδελφές
χωρίς πυρσούς
μήτε αναγνωρίσιμες γωνιές
μόνο ηχώ αντιλαλεί
που, πότε, ποιος

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Κανελλόπουλος, «Λάρισα. Μιὰ πόλη στὴ Λογοτεχνία», Οροπέδιο #17 (προδημοσίευση)


Τὸ 1974, ἐργάστηκα κάποιους μῆνες (ἀπὸ τὸν Γενάρη μέχρι τὸν Ἰούνιο), στὶς Ἐκδόσεις Ὁλκὸς τῶν Ἀντώνη Καρκαγιάννη, Γιάννη Κουτσιμανῆ καὶ Δήμου Μαυρομμάτη. Διακινοῦσα τὰ βιβλία τῶν Ἐκδόσεων στὰ βιβλιοπωλεῖα τῆς Ἀθήνας –καὶ ἤσαν πολλὰ τότε– καθὼς καὶ τὸ περιοδικὸ Ἀρχιτεκτονικὰ Θέματα. Ἐκτὸς ἀπʼ αὐτό, ὅταν ἡ κατάσταση τὸ ἀπαιτοῦσε ἔκανα κι ἄλλες δουλειές, ὅπως μεταφορὰ δοκιμίων ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο στὸν οἶκο, καὶ τʼ ἀνάπαλιν, μεταφορὰ τῶν τελικῶν τυπογραφικῶν δοκιμίων στὴν Γενικὴ Ἀσφάλεια Ἀθήνας, στὸ «Τμῆμα Λογοκρισίας», γιὰ τὸν «ἀπαραίτητο ἔλεγχο καὶ ἔγκριση» ἢ ἔκανα κάποιες ἐπισκέψεις σὲ σπίτια καὶ γραφεῖα διαφόρων παραγόντων ποὺ συνεργάζονταν μὲ τὸν οἶκο: διορθωτῶν, ἐπιμελητῶν, συγγραφέων, μεταφραστῶν, τυπογράφων… Ἔτσι μιὰ μέρα, μὲ ἔστειλε ὁ Καρκαγιάννης νὰ μεταφέρω τὸν φάκελο «μὲ τὰ δοκίμια πρὸς διόρθωσιν», στὸ γραφεῖο τοῦ κ. Γιάννη Ξυνοτρούλια, ὅπως μοῦ εἶπε, κλείνοντας τὸ μάτι στὸν Δῆμο Μαυρομμάτη, σʼ ἕνα στενό, κάθετο στὴν Βασιλίσσης Σοφίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴ Πρεσβεία… Ἦταν τὰ δοκίμια τοῦ βιβλίου «Τὰ Μικροαστικά», τοῦ Γιάννη Νεγρεπόντη, ὅπως διαπίστωσα μετὰ τὴν περιπέτεια ἀναζήτησής του, σʼ αὐτὸ τὸ μικρὸ στενὸ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴ Πρεσβεία, ὅπου εἶχε τὸ γραφεῖο του…
Τὸ γραφεῖο τοῦ «κ. Ξυνοτρούλια» δὲν τὸ βρῆκα ἀμέσως, διότι, εἶχα ὑποθέσει, πὼς ὁ συγγραφέας κ. Ξυνοτρούλιας, ἔπρεπε νὰ ἔχει ἕνα γραφεῖο ἀνάλογο μὲ τὴν ἰδιότητά του. Μεγάλο, μὲ ἀτέλειωτες βιβλιοθῆκες γεμάτες βιβλία κι ἕνα βαρὺ ξύλινο γραφεῖο… Στὰ κουδούνια τῆς πολυκατοικίας, δὲν ὑπῆρχε τὸ ἐπώνυμο «Ξυνοτρούλιας». Ἀπελπισμένος, ἐπέστρεψα πάλι στὴν Λεωφόρο καὶ ἀπὸ ἕνα περίπτερο τηλεφώνησα στὸν Ὁλκό, λέγοντας στὸν Καρκαγιάννη, ὅτι δὲν μπορῶ νὰ βρῶ τὸ γραφεῖο τοῦ «κ. Ξυνοτρούλια», γιατί δὲν γράφει τὸ ὄνομά του στὰ «κουδούνια».
Ὁ Καρκαγιάννης, μοῦ εἶπε μὲ νόημα: «Ψάξε σύντροφε, ἐκεῖ γύρω εἶναι» καὶ μοῦ ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο. Ἐν πλήρῃ συγχύσει, ἐπέστρεψα στὴν μικρὴ ὁδὸ Σεμιτέλου, ἔτσι λεγόταν τὸ στενό, στὴν πολυκατοικία μὲ τὸν ἀριθμὸ 2 καὶ ἤλεγξα προσεχτικά τα ὀνόματα τῶν ἐνοίκων στὸν πίνακα μὲ τὰ «κουδούνια». Τίποτα!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μιλτιάδης Φρύσσας, Δύο κείμενα/ Λίλια Τσούβα, Δυο κείμενα (Εργαστήρι Γραφής Βυζίτσα 2016)

“Με την πρώτη ματιά”

Φτάσαμε νύχτα. Όταν φεύγαμε απ’ τη Θεσσαλονίκη ήταν μέρα ακόμη. Ο ήλιος τύφλωνε τον μπαμπά μου όταν ο δρόμος μας έστριβε προ την δύση. Φορούσε τα ρέιμπαν αλλά κατέβασε και το σκέπαστρο του παρμπρίζ και κατέβαζε θεούς και δαίμονες κάθε φορά που φτάναμε σε διόδια εκτός από τα Μάλγαρα που ήταν φτηνά: οι παλιοκερατάδες, οι αδηφάγοι, οι υποκριτές, οι ψευταράδες, οι αλήτες και άλλα ακόμη καλλίτερα που τα σημείωσα νοερά, να τα θυμάμαι όταν χρειαστεί. Ευχαριστώ μπαμπά. Ο Ιούλος Βερν μόνο μια βρισιά μου είχε μάθει, κανάγιας, μα όποτε την έλεγα δε φαινόταν να ενοχλείται κανείς
Όταν με τα χίλια βάσανα φτάσαμε επιτέλους στην Καμπουρίτσα (ο μπαμπάς χανόταν συνέχεια ως συνήθως) πεινούσα. Μαμά πεινάω, γκρίνιαζα κάθε τόσο. Ο μπαμπάς αφού ρώτησε καναδυό στο δρόμο του χωριού και αφού κόντεψε να πατήσει έναν σκύλο που ήταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο, πάρκαρε τελικά στην άκρη του δρόμου.
Ξεφορτώσαμε. Η μαμά πήρε την κόκκινη βαλίτσα της και μπήκε σʼ ένα στενό καλντερίμι σέρνοντάς την: κρακρά, κρακρά. Θα τη σπάσεις Θάλεια, την είπε ο μπαμπάς. Να μʼ αφήσεις ήσυχη, Θρασύβουλε, του απάντησε εκνευρισμένη. Εκείνος κουβαλούσε τη δική του και τη δική μου στα χέρια. Μέσ’ απ’ τα σκοτάδια φτάσαμε σε μιαν αυλή με πλάκες. Μπροστά μας ένας πύργος θεόρατος. Σα μοναστήρι, σα κάστρο. Με μικρά παραθυράκια και πέτρινους τοίχους και κάτι μαύρες γραμμές κάθε τόσο. Μόνο πάνω-πάνω, το τελευταίο πάτωμα ήταν άσπρο και είχε μεγάλα παράθυρα. Αχ! ας κοιμηθούμε στα μικρά παραθυράκια, ευχήθηκα μέσα μου.
Ο μπαμπάς και η μαμά άρχισαν να μιλάνε με μια παράξενη, χαμογελαστή κυρία που μας υποδέχτηκε κι εγώ χάζευα από την πόρτα την αυλή, καθαρή και γεμάτη γλάστρες με λουλούδια γύρω-τριγύρω.
Μετά αποχαιρετίσαμε την κυρία και βγήκαμε πάλι στο δρόμο. Περπατήσαμε αρκετά και μετά από μια ανηφόρα, φτάσαμε σε μιαν ωραία πλατεία με μεγάλα δέντρα και φάγαμε. Εγώ σουβλάκι με πατάτες τηγανιτές. Έριξα μια σε μια γάτα που περίμενε δίπλα στην καρέκλα μου αλλά δεν την έφαγε.
Όταν γυρίσαμε στον πύργο που θα κοιμόμασταν, η μαμά με πήρε στο δωμάτιο που θα έμενε με τον μπαμπά, ανοιξε τη βαλίτσα μου και μου έδωσε να φορέσω τη νυχτικιά μου. Εσύ Θέμις, μου είπε, θα κοιμάσαι στο διπλανό δωμάτιο μαζί με ένα άλλο κοριτσάκι. Θα γίνετε φίλες.
Ανοίξαμε σιγά-σιγά την πόρτα μη την ξυπνήσουμε, προσέχοντας να μην κάνουμε τον παραμικρό θόρυβο. Δεν έβλεπα τίποτε. Η μαμά μου στα τυφλά βρήκε και άναψε το φωτάκι στο κομοδίνο. Κοίταξα το άλλο κρεββάτι. Το κοριτσάκι κοιμόταν κουκουλωμένο με το σεντόνι.
Ξαφνικά, η πόρτα που είχαμε αφήσει πίσω μας ανοιχτή εκλεισε με πάταγο από το ρεύμα. Το καϋμένο το κοριτσάκι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μας είχε πάρει χαμπάρι, πετάχτηκε μέχρι το ταβάνι, όπως, φαντάζομαι και όλοι όσοι κοιμόντουσαν στο κάστρο.
Έτσι μπόρεσα να δω για πρώτη φορά εκείνη που θα γινόταν φίλη μου: τα μαλλιά της ήταν μαύρα και σγουρά. Τα μάτια της είχαν το χρώμα της κανέλλας. Κοιταχτήκαμε. Πόση ώρα δεν μπορώ να πω. Μια στιγμή μάλλον. Μα την εικόνα εκείνη θα τη θυμάμαι όλη μου τη ζωή.

Διαβάστε περισσότερα