Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Στέφανος Ρέγκας, «Η μοίρα των ζώων», εκδ. Πλήθος, 2024 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Η μοίρα των ζώων: Σπασμένα θραύσματα σε έναν κύκλο γλώσσας

 

Στη μικρή φόρμα της, η νουβέλα του Στέφανου Ρέγκα, Η μοίρα των ζώων (Πλήθος, 2024), αποφεύγει κάθε συμβατική αφήγηση. Δεν έχει ήρωες, δεν έχει πλοκή — κι όμως, η ανάγνωση δημιουργεί μια αίσθηση έντασης που θυμίζει τα όνειρα λίγο πριν το ξύπνημα: ακαθόριστα, αλλά αδύνατο να τα αγνοήσεις.

Ο Ρέγκας οργανώνει το βιβλίο σε δεκατρία θραύσματα που κινούνται σαν σπείρες γύρω από έναν αόρατο πυρήνα. Οι εικόνες επιστρέφουν με μικρές παραλλαγές, δημιουργώντας έναν ρυθμό που είναι περισσότερο μουσικός παρά αφηγηματικός. Ο αναγνώστης παρασύρεται σε αυτήν την κυκλικότητα χωρίς να ξέρει πού ακριβώς οδηγείται — κι αυτή η αβεβαιότητα είναι το ίδιο το υλικό της αφήγησης.

Το αποτέλεσμα είναι μια πρόζα που λειτουργεί ως ποίηση: η γλώσσα δεν περιγράφει, αλλά στήνει ατμόσφαιρα. Η έννοια της «μοίρας» εδώ μοιάζει με το αναπόδραστο βάρος της ύλης, κάτι που ισχύει όχι μόνο για τα ζώα αλλά και για τους ανθρώπους. Το κείμενο προτείνει ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός — όλοι ανήκουμε στην ίδια αλυσίδα ευθραυστότητας, και κάθε ύπαρξη φέρει πάνω της το αποτύπωμα μιας σιωπηλής καταδίκης.

Ο Ρέγκας γράφει με τρόπο που θυμίζει περισσότερο μουσική σύνθεση παρά λογοτεχνικό έργο. Η επανάληψη λειτουργεί σαν μοτίβο, οι παύσεις σαν ρυθμικά διαστήματα. Κάθε φράση μοιάζει με χτύπημα τυμπάνου σε τελετουργία, όπου η ένταση δεν προκύπτει από το νόημα αλλά από την καθαρή δύναμη της γλώσσας. Σε αυτό, Η μοίρα των ζώων συγγενεύει με τη γραφή ποιητών όπως ο Παβέζε ή με τις πιο σκοτεινές στιγμές της Μάργκαρετ Άτγουντ: λόγος πυκνός, υλικός, που αποκαλύπτει τον κόσμο όχι μέσα από αφηγήσεις αλλά μέσα από θραύσματα αίσθησης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στάθης Λειβαδάς, «Ένα φωτισμένο παράθυρο τη νύχτα»

Χρόνια παρακολουθούσα τις νύχτες από την ταράτσα του σπιτιού μου ένα φωτεινό ανοιχτό παράθυρο μιας πολυκατοικίας σε αρκετή απόσταση από μένα ώστε να μη μπορείς να διακρίνεις τίποτα στο εσωτερικό του.

Ένα φωτεινό παράθυρο που ήταν πάντα εκεί σαν μια φωτισμένη ερημική βάρκα μεσοπέλαγα της νυχτερινής σιγαλιάς, ένα παράθυρο που μέτραγε θαρρείς το χρόνο που κυλάει στην κλεψύδρα του βίου μου , που συνομιλούσε μαζί μου κάτω από τους αστερισμούς της νύχτας κάθε εποχής, που σιγοψιθύριζε αντιστικτικά τις φοβίες μου , που στοίχειωνε ανάμεσα στη μαρμαρυγή των άστρων αβάσταχτες εφηβικές νοσταλγίες, νεανικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, κρατώντας ζωντανή μια αύρα ονειρικού ταξιδιού σε εύθυμες πόλεις του τροπικού νότου όπου τις μεγάλες μέρες τις λουσμένες σε ένα εκτυφλωτικό φως τις ακολουθεί η νύχτα της κραιπάλης, του μπλούζ, του μάμπο, των λάτιν ρυθμών.

Ποτέ δεν μπόρεσα να δω κάποια ανθρώπινη φιγούρα μέσα από αυτό το παράθυρο, ούτε καν κάποια κίνηση που να δηλώνει ανθρώπινη παρουσία, το φωτεινό παράθυρο ήταν αυτό που ήταν, μια ακίνητη φωτεινή κηλίδα αιωρούμενη στο σκοτάδι.

Στα εφηβικά φοιτητικά χρόνια φανταζόμουν μέσα ένα εύχυμο γυναικείο κορμί, μια φοιτήτρια, ας πούμε, που χορεύει με την σκιά της γυμνή μπροστά στον καθρέφτη, ή ένα νεανικό ζευγάρι που συνουσιάζεται με τον βιολογικό παροξυσμό της ηλικίας, είτε μια πληθωρική καβλοπυρέσσουσα ώριμη γυναίκα που ελλείψει εραστή καταλαγιάζει με ένα υπερμεγέθη δονητή τις ασυγκράτητες ορμές της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τῆς Δασκάλας τὰ μάγια» (1909)

Μεγάλο θάμα ἔγινε, εἰς ὅλη τὴ γειτονιά ―καὶ εἰς ὅλο τὸ χωριὸ μάλιστα― ἕνα Σάββατον πρωί, καθὼς ἐπῆγεν ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μικρὰν ὑπασπιστίναν της, τὸ Οὐρανιώ, τὸ θυγάτριον τοῦ Παναγῆ τοῦ Κυραντώνη, διὰ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρταν τοῦ Σχολειοῦ· ἡ μικρὰ ὑπασπίστρια ἐπροπορεύετο κρατοῦσα ἕνα κομψὸν κουτί, καὶ δύο τυλιγμένα ἐργόχειρα, ἔκαμνε χαριτωμένους μορφασμοὺς καὶ τσακίσματα, εἶχε τὴν ξανθὴν πλεξίδα της λοξὰ πρὸς τὸ ἕνα αὐτί, κ᾿ ἦτον ὅλη μειδίαμα καὶ χάρις, ὥστε ἡ μὲν μυτίτσα της ἐγίνετο πλακαρὴ* καὶ σχεδὸν ἐξηλείφετο ἀπὸ τοὺς δύο μορφασμοὺς καὶ τ᾿ αὐλακάκια τὰ σχηματιζόμενα ἑκατέρωθεν, ἀπὸ τὸ πτερύγιον τῆς ρινὸς ἕως τὰ κάτω βλέφαρα, καὶ τὰ ματάκια της μισοκλεισμένα ἐτόξευαν ὑγρὸν σπινθῆρα· ἡ δασκάλισσα, χλωμή, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, λευκοφορεμένη, καθὼς καὶ ἡ μικρὰ συνοδός της, ἀναδεδεμένη τὸν στέφανον τῆς πλουσίας κόμης της, ἄμεμπτος εἰς τὰ τῆς μόδας· ἀλήθεια, τὰ κορίτσια τοῦ Σχολειοῦ, εἶχαν μάθει καλοὺς πολιτισμένους τρόπους ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς δασκάλες· ἐμάθαιναν γράμματα καὶ χειροτεχνήματα, ἔκαμναν ὡς καὶ γυμναστικήν, ἓν-δύο-τρία, εἰς τὸ προπύλαιον τοῦ Σχολείου· ἡ κόρη τοῦ Ντάκου εἶχε μάθει πῶς νὰ χτενίζῃ τὰ ἀχυρόχροα μαλλιά της, ξέπλεκα, ἁπλωμένα ἐπὶ τῶν νώτων, μέχρι τῆς μέσης, λευκοφοροῦσα ὡσὰν ἀνεράιδα τοῦ βουνοῦ· αἱ παιδίσκαι τοῦ Στόιου καὶ τοῦ Λεγαντῆ εἶχον μάθει μπλὲ μαρέν, καὶ καρρέ, ἀκόμη καὶ τρανσπαράν· καὶ τὸ θυγάτριον τοῦ Σταμάτη τοῦ Μπλατσίνη εἶχε μάθει εἰς ἕνα μονότονον, ἀχρωμάτιστον ἦχον διάφορα ἀνόητα τραγουδάκια· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξανθὴν πλεξίδα λοξὴν πρὸς τὸ αὐτί, ὅλαι σχεδὸν αἱ μαθήτριαι τὴν εἶχον ἀναπετάσει ἐσχάτως· ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸ αὐτὶ ἐβγῆκε τὸ μυαλὸ τῆς δασκάλας καὶ τῶν κοριτσιῶν, ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἐξητμίσθη ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς, διὰ μέσου τῶν ριζῶν ἑκάστης τριχός, καὶ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι εἶχε φύγει ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὀροφὴν τοῦ Σχολείου· πλὴν ταῦτα ἦσαν λόγια τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, τῶν γλωσσαλγῶν, ὁποὺ μεταχειρίζονται τὴν ρόκαν μόνον ὡς συνόδευμα τῶν κινήσεων τῆς γλώσσης, ἢ ἔχουν τὴν κακολογίαν οἱονεὶ ὡς κέλευσμα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ κόπου τῆς ρόκας. Ὁ κόσμος θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ βαδίζῃ ἐμπρός, πότε κούτσα-κούτσα, πότε σήκω-πέσε· μὲ σκιρτήματα μονοπόδαρα, μὲ σκοντάμματα, ἢ μὲ βήματα καρκίνου· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὅσοι ἐγήρασαν, κ᾿ ἐκουράσθησαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν· εἰς ὅσους «ἐπαλαιώθησαν, καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὑτῶν».

 

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ο κερδοσκόπος αναγνώστης, οι άμυνες της λογοτεχνίας και “Η τριλογία της Νέας Υόρκης” του Paul Auster» (γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης)

Τι γίνεται με την προβληματική ανάγνωση; Τι γίνεται με τη λογοτεχνία-παιχνίδι; Τι γίνεται όταν η ανάγνωση δρα με κριτήρια αγοράς και πλήξης και εισβάλλει στο σώμα της λογοτεχνίας, ενοχλώντας το – και συχνά, βανδαλίζοντάς το; Τι γίνεται με τις αντιστάσεις και τις άμυνες της λογοτεχνίας σ’ αυτή την περίπτωση; Τέτοια ερωτήματα θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου, αναλύοντας και θεωρητικοποιώντας την εξουσιαστική σχέση που συνάπτει ο κερδοσκόπος αναγνώστης με τα λογοτεχνικά κείμενα καθώς και τις άμυνες των τελευταίων, μέσα απ’ το παράδειγμα της ‘Τριλογίας της Νέας Υόρκης’, του Paul Auster, έναντί του.

Η ιδιότητα του αναγνώστη αποτελεί ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό πρότυπο κανονικοποιημένης μορφής του πολιτισμού μας. Πρόκειται για μια ιδιότητα η δράση της οποίας – όπως και κάθε άλλης – ορίζεται, διαμορφώνεται κι επιτελείται – τηρουμένων των εκάστοτε αναλογιών – απ’ τις τεχνολογίες εξουσίας της κυριαρχίας, της πειθαρχίας, της βιοπολιτικής (βλ. Foucault, 1982̇ Φουκώ, 1989̇ Φουκό, 1991̇ Φουκώ, 2008) και – εσχάτως – της ψυχοπολιτικής (βλ. Χαν, 2023). Ο αναγνώστης αυτορυθμίζεται, αυτοελέγχεται και αυτοπροσαρμόζεται στις υποδείξεις των νορμών και των κανόνων της κοινωνικής οργάνωσης και του κυρίαρχου λόγου και υποκύπτει αυτοβούλως στις επιταγές της νεοφιλελεύθερης κοινωνίας και της πολιτισμικής βιομηχανίας (Χορκχάιμερ & Αντόρνο, 1996).

Όπως ειπώθηκε, κανέναν υποκείμενο δεν ξεφεύγει απ’ το άγγιγμα της εξουσίας, δεν δραπετεύει απ’ το κλίμα της. Όλοι και όλα συμμετέχουν σ’ αυτή και με αυτή, οι πάντες και τα πάντα διαδραματίζουν ρόλους. Δεν υπάρχει κάποιος χώρος/τόπος εκτός εξουσίας. Η τελευταία διαχέεται ολούθε, είναι ρευστή, είναι παντού. Η εξουσία λοιπόν καταλαβαίνει κανείς ότι δεν είναι ένας πυρήνας, ένα κέντρο, ένα πρωταρχικό σημείο, αλλά αντίθετα είναι αποκεντρωμένη και διασκορπισμένη. Μιλάμε επομένως για σχέσεις εξουσίας (Foucault, 1982̇ Φουκό, 1991̇ Φουκώ, 2008).

Αφού λοιπόν είναι έτσι τα πράγματα, τότε προς τι η προσήλωση στον αναγνώστη; Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιδιότητα του αναγνώστη είναι ότι τείνει να μην παρουσιάζει μεγάλες – σε επίπεδο προθέσεων έστω – αποκλίσεις και παρεκκλίσεις απ’ τα επιβαλλόμενα πρότυπα: ακολουθεί τις οδηγίες και τις μορφοποιεί, θα λέγαμε, σχετικά πιστά. Θα ονομάσουμε αυτόν τον τύπο αναγνώστη ως κερδοσκόπο αναγνώστη. Η ανάγνωση που επιτελεί ο κερδοσκόπος αναγνώστης μπορεί να ειπωθεί ότι εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της «αλλοτριωμένης ανάγνωσης» (Κατσιγιάννης, 2024):

τι είναι λοιπόν η αλλοτριωμένη ανάγνωση; Θα μπορούσαμε να πούμε, με τους όρους του Barthes (2019: 176), ότι είναι το «να διαβάζουμε υπό την έννοια του να καταναλώνουμε», δηλαδή «να μην παίζουμε με το κείμενο» και να μην απολαμβάνουμε τόσο την ίδια του την ύλη όσο και την αναγνωστική διαδικασία (Μπαρτ, 2022) […] πρόκειται για έναν οριακό τρόπο λογοτεχνικής συνομιλίας όπου η ανάγνωση είναι απλώς μία αγγαρεία, μία μηχανική λειτουργία, η οποία τίποτα απολύτως δεν προσθέτει στον κόσμο του αναγνώστη, εκτός από την περαιτέρω συνήθειά του σε αλλοτριωτικές διαδικασίες (Κατσιγιάννης, 2024).1

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«”Μια δαγκωματιά”- 829 λέξεις για την Κατερίνα Γωγου» [γράφει ο Χρήστος Κανελλόπουλος]

 

Το πιο όμορφο αγόρι που είδε ποτέ της η Κατερίνα Γώγου ήταν ένας αντάρτης πόλης με αραιά ξανθά γένια και μακριά ξανθά μαλλιά, κουκουλωμένος στα σκουπίδια με το οπλοπολυβόλο στα χέρια, Λάμπρου Κατσώνη και Μπουκουβάλα γωνία.

Ήταν Δεκέμβριος του 1944 κι εκείνη ήταν 4 χρονών.

«Φυγε κοριτσάκι» της είπε. «Φύγε από δω! Θα με σκοτώσουν». Κι ύστερα της είπε. «Σκύψε να σε φιλήσω».

Το χρώμα των ματιών του δεν το συγκράτησε. Της φάνηκε όμως σαν τον Χριστό και τον ερωτεύτηκε. Και αργότερα σκέφτηκε ότι μπορεί και να΄ταν. Και δεν την ένοιαζε άμα δεν την πιστεύουν.

 

Εγώ Οδυσσέα, τον ουρανό τον είδα από την κορυφή της Γκιώνας κι απ’ τα δημόσια ουρητήρια της πλατείας Ομονοίας. Δεν έχω δεκάρα τσακιστή, ούτε σπίτι, ούτε γέρικο σκυλί να θυμάται και να με περιμένει. Με λένε Οδύσσεια.

 

Ξεκίνησε την καριέρα της ως παιδί θαύμα και πήρε μέρος με συμβόλαια τιμής στην «χαζοχαρούμενη  φινος – φιλμική πανδαισία», πάντοτε σε τριτο -δεύτερους ρόλους, άλλοτε ως μικρή σουρλουλού, άλλοτε ως σκανδαλιάρα μαθήτρια, κι άλλοτε ως αφελής υπηρετριούλα. Η Βουγιουκλάκη δεν την ήθελε. Ο Σακελλάριος όμως την συμπαθούσε. Γιατί ο Σακελλάριος ήταν ποιητής. Και οι ποιητές, κάτι παραπάνω ξέρουν.

Διαβάστε περισσότερα