Η μοίρα των ζώων: Σπασμένα θραύσματα σε έναν κύκλο γλώσσας

 

Στη μικρή φόρμα της, η νουβέλα του Στέφανου Ρέγκα, Η μοίρα των ζώων (Πλήθος, 2024), αποφεύγει κάθε συμβατική αφήγηση. Δεν έχει ήρωες, δεν έχει πλοκή — κι όμως, η ανάγνωση δημιουργεί μια αίσθηση έντασης που θυμίζει τα όνειρα λίγο πριν το ξύπνημα: ακαθόριστα, αλλά αδύνατο να τα αγνοήσεις.

Ο Ρέγκας οργανώνει το βιβλίο σε δεκατρία θραύσματα που κινούνται σαν σπείρες γύρω από έναν αόρατο πυρήνα. Οι εικόνες επιστρέφουν με μικρές παραλλαγές, δημιουργώντας έναν ρυθμό που είναι περισσότερο μουσικός παρά αφηγηματικός. Ο αναγνώστης παρασύρεται σε αυτήν την κυκλικότητα χωρίς να ξέρει πού ακριβώς οδηγείται — κι αυτή η αβεβαιότητα είναι το ίδιο το υλικό της αφήγησης.

Το αποτέλεσμα είναι μια πρόζα που λειτουργεί ως ποίηση: η γλώσσα δεν περιγράφει, αλλά στήνει ατμόσφαιρα. Η έννοια της «μοίρας» εδώ μοιάζει με το αναπόδραστο βάρος της ύλης, κάτι που ισχύει όχι μόνο για τα ζώα αλλά και για τους ανθρώπους. Το κείμενο προτείνει ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός — όλοι ανήκουμε στην ίδια αλυσίδα ευθραυστότητας, και κάθε ύπαρξη φέρει πάνω της το αποτύπωμα μιας σιωπηλής καταδίκης.

Ο Ρέγκας γράφει με τρόπο που θυμίζει περισσότερο μουσική σύνθεση παρά λογοτεχνικό έργο. Η επανάληψη λειτουργεί σαν μοτίβο, οι παύσεις σαν ρυθμικά διαστήματα. Κάθε φράση μοιάζει με χτύπημα τυμπάνου σε τελετουργία, όπου η ένταση δεν προκύπτει από το νόημα αλλά από την καθαρή δύναμη της γλώσσας. Σε αυτό, Η μοίρα των ζώων συγγενεύει με τη γραφή ποιητών όπως ο Παβέζε ή με τις πιο σκοτεινές στιγμές της Μάργκαρετ Άτγουντ: λόγος πυκνός, υλικός, που αποκαλύπτει τον κόσμο όχι μέσα από αφηγήσεις αλλά μέσα από θραύσματα αίσθησης.

Όπως συμβαίνει με πολλά έργα που ακροβατούν ανάμεσα στην ποίηση και τον πεζό λόγο, η γοητεία του βιβλίου δεν βρίσκεται στην ιστορία, αλλά στην υφή του. Η πρόταση είναι λιτή, σχεδόν άκαμπτη, και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά πυκνότητα. Δεν διαβάζεις απλώς· συμμετέχεις σε ένα τελετουργικό λόγου. Ο Ρέγκας δεν σου λέει τι να σκεφτείς· σε προσκαλεί να βιώσεις τον ρυθμό, να αφήσεις το κείμενο να σε κατακλύσει, όπως τα κύματα μιας μουσικής που δεν έχει αρχή ούτε τέλος.

Στην καλύτερη στιγμή του, Η μοίρα των ζώων θυμίζει τη δύναμη της λογοτεχνίας όταν απορρίπτει την ανάγκη να «πει κάτι» και προτιμά να δείξει πώς ακούγεται η σιωπή. Και είναι αυτή η σιωπή που μένει τελικά στον αναγνώστη — όχι ως κενό, αλλά ως μια βαθιά, ακαθόριστη παρουσία που συνοδεύει το βλέμμα του πολύ μετά την τελευταία σελίδα.