Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Πέτρος Κυρίμης, Δυο μικρά πεζά

«Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ»

Αν σας πω, τι στάθηκε για πολύ καιρό ο καθημερινός μου εφιάλτης, σίγουρα θα με κοροϊδέψετε. Κι αυτό γιατί έχουμε συνηθίσει όταν ακούμε «εφιάλτης», να φανταζόμαστε κάτι τρομερό. Σας λεω λοιπόν, ορθά κοφτά ότι δεν ήταν ούτε βόας, ούτε κροταλίας, αλλά ήταν ένα μικρό σκυλάκι. Ένα μικρό σκυλάκι χρώματος βρώμικου λευκού και ράτσας «Κανίς». Εγώ από πάντα δεν τα πολυσυμπαθούσα αυτού του είδους τα σκυλιά, άλλωστε στις φτωχογειτονιές που μεγάλωνα, δεν ήτανε συνηθισμένο φαινόμενο. Πιο πολύ είχαμε να κάνουμε με εκείνα τα πανέξυπνα, αλλά ταπεινά, μπάσταρδα σκυλιά, που ελεύθερα και ταλαιπωρημένα, γυρνούσαν κάθε μέρα μέσα στα πόδια μας, σαν κάτι πολύ φυσικό και σχεδόν έπαιρναν κι αυτά μέρος στα παιχνίδια μας όταν θέλαμε, πειθήνια και φιλικά, μαθημένα από τις ανάγκες της επιβίωσης τους να μην απαιτούν, αλλά ούτε και να ζητιανεύουν. Έφτανε να τους πεις «έλα»κι ερχόντουσαν κοντά σου με εμπιστοσύνη, έφτανε να τους πεις «φύγε» και έφευγαν αδιαμαρτύρητα. Και έτσι είχαν τα πράγματα στη γειτονιά και στη ζωή μου σε σχέση με τα σκυλιά, ώσπου έκανε την εμφάνιση του ένα πρωί ο «Εφιάλτης». Πρώτα τον άκουσα και μετά τον είδα. Άκουσα κάτι γαυγίσματα σκύλου, που απλώς υπέθεσα ότι προέρχονταν από σκύλο, γιατί πρώτη φορά άκουγα κάτι τέτοιο. Ήτανε γαύγισμα – στρίγκλισμα, σαν να πάταγε απότομα φρένο μια αμαξοστοιχία. Μα εκείνο που έκανε το γαύγισμα – στρίγκλισμα, να θες να κλείσεις τα αυτιά σου να μην ακούς, ήτανε κάτι άλλο που είχε πιο πολύ σχέση με τον τόνο και την διάρκεια του γαυγίσματος, παρά με το ίδιο το γαύγισμα. Κοφτό επιτακτικό και επικίνδυνο, έμοιαζε σαν να ήταν, μετά ψύχωση του Χίτλερ. Το σπίτι που έμενα με τους δικούς μου, ήτανε μονοκατοικία αλλά χωρισμένη σε τέσσερα διαμερίσματα. Δύο κάτω και δύο απάνω. Το απέναντι από την πόρτα μας ήτανε εδώ και καιρό ξενοίκιαστο και τα φοβερά γαυγίσματα ερχόντουσαν από εκεί, σημάδι ότι ενοικιάστηκε. Όταν σε λίγο βγήκα να κάτσω στα σκαλάκια της εξώπορτας, όπως κάθε απόγευμα περιμένοντας τους φίλους μου, άκουσα την εσωτερική πόρτα του διαμερίσματος να ανοίγει και τα γαυγίσματα-στριγκλιές να γίνονται πιο έντονα. Μια γυναικεία φωνή απαλή σαν χάδι, έφτασε στ΄ αυτιά μου. Άκουσα την φωνή να μιλάει στο σκύλο σαν να ήτανε άνθρωπος, μα ο σκύλος ή δεν καταλάβαινε ανθρώπινα, ή δεν συμφωνούσε, ποιος ξέρει, γάβγιζε-στρίγκλιζε δυνατότερα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Λέκκας, “Γραμματόσημα V, VI”

Ο παππούς μου ο Νίκος, που δεν καταλάβαινε ετικέτες, μόνο εκλεκτά ξύδια.

Oλόγος για τον παππού μου τον Νίκο. Έναν άνθρωπο που εγώ δεν πρόλαβα ή μάλλον πρόλαβα ελάχιστα άλλα δεν έχω μνήμες. Τελευταίο παιδί ενός γαιοκτήμονα γεννημένος περί τα τέλη του 1890. Παντρεμένος με παιδιά αλλά, για τα σημερινά δεδομένα, δεν χαμπάριαζε από οικογένεια. «Θέλω να κάνω παιδί, αλλά χωρίς να γίνω πατέρας» δήλωνα κάποτε. Και αυτό το τόσο λαϊκό ήταν πέρα για πέρα παρεξηγημένο. Αλλά τι μπορούν να καταλάβουν Αυτοί. Απολύτως τίποτα. Ετικέτες κρασιών μόνο. Και αυτό στο κρασοχώρι που ζούμε. Το κονομήσαμε και μας κονόμησε.
Αν και το κόστος ήταν η περιθωριοποίηση, (γεια σου Δημήτριε Ποταμίτη, εκεί ψηλά που δεν πίστευες στο περιθώριο…). Το να είσαι φύση θέση καταγωγή περιθώριο Αυτοί πιστεύουν ότι μπορεί να εξαλειφθεί απλά με μια μόλις τριτοβάθμια εκπαίδευση, σε τεχνοκρατικά ιδρύματα και σε αυτά πτυχίο με 6 το πολύ. Και μετά τατουάζ (όχι το φυλακόβιων, αυτά με τα χρώματα ) μούσια, στρογγυλά γυαλιά, φρέντο με σαγιονάρα, Ντάβιντοφ και Βιβλία Χώρα. (Τα τελευταία είναι πανάκριβα τσιγάρα και πανάκριβο κρασί). ΔΑΠ στο πανεπιστήμιο ασφαλώς. Που στο σπίτι του κρεμασμένου κανείς δεν μιλάει για σκοινί, θα έπρεπε τουλάχιστον. Αλλά Αυτοί γλώσσα σε έχουν βάλει μέσα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Λέκκας, “Γραμματόσημα ΙΙΙ, IV”

Τα αποδυτήρια του Αγίου Κοσμά όπως κάποτε τα ουρητήρια στην Πλατεία Βάθη και Βικτώριας

Οι αντρικές καταστάσεις έχουν άμεσο λόγο για την ύπαρξη του Αντρικού Έρωτα. Τα αποδυτήρια των χώρων άθλησης και τα μπάνια των στρατοπέδων. Και τα δύο λανσάρουν έστω και άθελα τους το αντρικό κορμί. Γυμνό, γυμνασμένο, σε εφίδρωση και καμιά φορά τριχωτό. Αυτό μου έχει πει και ο Ποιητής Γιώργος Σαράτσης, ο αγαπητός Γιώργος εκ Θεσσαλονίκης που στην πραγματική του ζωή δουλεύει ως γυμναστής και είχε την τύχη ή την ατυχία να πάει φαντάρος (αυτό εξαρτάται από τον αποδέχτη). «Νικόλα τα αντρικά είναι όλα ομοφυλοφιλικά, μην ακούς….» Γιατί όλοι η άντρες στην Ελλάδα είναι ομοφυλόφιλοι. Το φανερώνουν, δεν το φανερώνουν. …

Ο Φίφης ο Αχτύπητος αν και δεν προσέφερε τίποτα στην τέχνη του εγχώριου κινηματογράφου κάτι προσέφερε, εξίσου σημαντικό ίσως. Το χιούμορ της λαϊκής αδερφής. Έστω και της φραγκάτης. Ένα χιούμορ που σε σώζει από συνεδρίες ψυχολόγων, ψυχιάτρων κτλ. Γιατί στα χωριά πίστευαν ανέκαθεν ότι οι αδερφές από τα γεννοφάσκια τους ήταν ψυχωτικά άτομα. Αμ, δεν. Δεν μιλάμε ούτε για τις σύγχρονες αδερφές που την αράξουν στο Γκάζι λες και δεν έχουν καμιά δουλειά, και κάποιος τους χορηγεί φράγκα να κουνάν το κώλο τους πέρα δώθε ανά την επικράτεια της περιοχής, ούτε για αυτές που μαζεύονται στα πάρκα, σκασιαρχείο από την οικογένεια, (σκασιαρχείο όχι και τόσο, απλά κινέζικα) και το σημάδι από την βγαλμένη βέρα αντιφεγγίζει ακόμα και στα σκοτάδια. Που τα συγκεκριμένα σκοτάδια τα έχουμε λατρέψει. Κουβέντα και ιστορία. Μιλάω για τις αδερφές, Μάγκες….

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Ταχτσής, «Τα ρέστα», 1972

`

— «Έφτυσα! Αλίμονό σου αν χαζέψεις πάλι στο δρόμο!»

Δεν έφτυνε ποτέ στ’ αλήθεια, μόνο με λόγια, μα το νόημα της απειλής ήταν καθαρό: Έπρεπε νάχεις γυρίσει πίσω πριν στεγνώσει το σάλιο.

Το πόσο γρήγορα στεγνώνει το σάλιο το καθόριζε εκείνη σύμφωνα με τις περιστάσεις, σύμφωνα με το κέφι της. Καμιά φορά στέγνωνε ώσπου να πεις κρεμύδι, σαν πουλί πήγαινες και σαν πουλί γύριζες, μα το σάλιο είχε στεγνώσει κιόλας, κι εκείνη σε περίμενε στην πόρτα με το λουρί στο χέρι.

Άλλοτε, γύριζες απ’ το θέλημα που σ’ είχε στείλει να της κάνεις και, στ’ αντίκρισμα του σπιτιού απ’ τη γωνιά του δρόμου, σ’ έπιανε τρεμούλα, κάτι έσπαγε μέσα σου, λυνόντουσαν τα γόνατά σου, αντί να πάν’ μπροστά, τα πόδια σου πήγαιναν πλάγια, πίσω, μπροστά, πλάγια, πίσω… Αναρωτιόσουνα γεμάτος αγανάκτηση με τον εαυτό σου τι σ’ είχε κάνει να ξεχαστείς τόσο πολύ, ποιος ζερζεβούλης σ’ είχε βάλει να σταθείς και να χαζέψεις τα παιδιά πούσερναν την κάργια απ’ το ποδάρι, αν άξιζε τον κόπο να φας τόσο ξύλο για μια διασκέδαση πούχε τύχει στο δρόμο σου, στην οποία δεν είχες λάβει καν μέρος, και που, το χειρότερο απ’ όλα, ανήκε κιόλας στο παρελθόν, ενώ η ώρα της Κρίσεως, η στιγμή της πληρωμής του λογαριασμού πλησίαζε αμείλικτα με κάθε βήμα πούκανες προς την πόρτα.

Κι όμως, συχνά οι φόβοι σου ήταν αδικαιολόγητοι. Έμπαινες στο σπίτι τρέμοντας σαν κατάδικος που πάει για εκτέλεση και, ξαφνικά, από την έκφραση του προσώπου της καταλάβαινες πως το σάλιο δεν είχε στεγνώσει ακόμα και το στήθος σου φούσκωνε μ’ ανακούφιση, και, γεμάτος αγάπη κι ευγνωμοσύνη, γεμάτος έκσταση μπροστά σ’ αυτό το θαύμα, την κοιτούσες, θάθελες να τρέξεις να τη φιλήσεις, οι τύψεις σου για το χάζεμα γινόντουσαν καπνός, και ξαφνικά λυπόσουνα που δεν είχες χαζέψει λίγο περισσότερο, τολμούσες μάλιστα και της έλεγες πως τα παιδιά στον απάνω δρόμο είχαν πιάσει μια κάργια και την έσερναν απ’ το ποδάρι μ’ ένα σπάγγο και την κλοτσούσαν σαν τόπι, ήταν σα να ομολογούσες καθαρά πως είχες χαζέψει, σα να την προκαλούσες να σου δείξει τα χαρτιά της, αν είχε σκοπό να σε δείρει, να σε δείρει μια ώρ’ αρχήτερα να τελειώνουμε. Μα εκείνη ή δε σούδινε καθόλου σημασία, ή σούλεγε κάτι εντελώς άσχετο με το χάζεμα και την κάργια, σούλεγε: — «Ασ’ το μπουκάλι στην κουζίνα, και πετάξου απέναντι στην κυρά-Χρυσή να της πεις νάρθει δυο λεπτά που θέλω να της μιλήσω».

Καμιά φορά μάλιστα —αλλά σπάνια— όταν ήταν στα κέφια της, όταν είχε έρθει αποβραδίς ο κύριος που της είχε αγοράσει το μικροσκοπικό γραμμόφωνο από την Έκθεση, ή ο κύριος πούφερνε πάντα τα μύδια και το κόκκινο χαβιάρι, τότε ξεχνούσε ακόμα και να φτύσει, κι όταν γύριζες από το φούρνο αγκομαχώντας από το βάρος της φραντζόλας που σούχε πέσει τρεις φορές στο δρόμο, όχι μόνο δε σε μάλωνε, μα σ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της και σούλεγε: — «Αχ, να χαρώ εγώ παιδί, που μεγάλωσε και μου κάνει δουλειές, τ’ αγοράκι μου το καλό, που όταν γεράσω, θα με παίρνει απ’ τον ίσκιο και θα με βάζει στον ήλιο!», και γελούσε με την καρδιά της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Διαπολιτισμική Παιδαγωγική και Θεωρία της “Πρόσληψης και Ανταπόκρισης”: Μια αμφίδρομη σχέση» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

`

«Στην πραγματικότητα ο αναγνώστης την ώρα που διαβάζει είναι αναγνώστης του εαυτού του» (1) έγραφε στις αρχές του 20ου αιώνα ο Marcel Proust και αυτό το ευφυολόγημα, σήμερα, στην εποχή της πολυπολιτισμικότητας αποκτά μιαν άλλη βαρύτητα. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ʼ60, η περίφημη Σχολή της Κωνσταντίας, στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας στη Δυτική Γερμανία, αντιτίθεται στις προγενέστερες συγγραφεο-κειμενοκεντρικές θεωρίες εμπλέκοντας στη διαδικασία της κατανόησης του λογοτεχνικού έργου τον εξοβελισμένο αναγνώστη. Η αισθητική της πρόσληψης του Jauss όσο και η θεωρία της αναγνωστικής ανταπόκρισης του Iser, δημιουργούν τη θεωρία της Πρόσληψης καταγόμενη από προγενέστερες θεωρίες όπως ο φορμαλισμός, ο τσέχικος δομισμός (Mukarovsky, Vodicka), η φαινομενολογία (Ingarden), η ερμηνευτική (Gadamer) και η κοινωνιολογία της λογοτεχνίας (Μίγγα, 2010: 17). Τα κείμενα και οι λογοτεχνικές παραδόσεις αποκτούν μια ενεργητική παρουσία εξαρτώμενα από τους ιστορικούς «ορίζοντες» μέσα στους οποίους προσλαμβάνονται. Έτσι, η «παραγωγή των έργων παίρνει την ιστορική της διάσταση μόνο από τη στιγμή της ανάγνωσής τους και ύστερα» (Moisan, 1992: 73) μέσα από το «ορίζοντα προσδοκιών» του αναγνώστη, «ένα διυποκειμενικό σύστημα ή δομή προσδοκιών, σε ένα σύστημα αναφορών, ή σε ένα νοητικό σύνολο που ένα υποθετικό άτομο φέρνει σε ένα οποιοδήποτε κείμενο» (Holub, 2004: 104). Το λογοτεχνικό έργο αποτελεί, πλέον, προϊόν διάδρασης συγγραφέα-κειμένου προσφέροντας παράλληλα τη δυνατότητα στον αναγνώστη να συμμετέχει στην παραγωγή νοήματος μέσω των «κενών απροσδιοριστίας» που καλείται να γεμίσει.. (Iser, 1978: 167). Ο ορίζοντας, λοιπόν, του αναγνώστη- μαθητή «είναι μέσο κατανόησης, αλλά και η κατανόηση εκ μέρους της δημιουργεί τον ορίζοντα. Η ανάγνωση είναι μεν ατομική πράξη, αλλά ο αναγνώστης αποκτά επάρκεια χάρη στις συλλογικές προσδοκίες. Οι αναγνώστες δεν είναι μόνο χωριστά άτομα, αλλά και κάτι συλλογικό, ένα είδος κοινότητας.» (Bogdanov: 1)

`

Σε μια πολυπολιτισμική κοινότητα όπως είναι η τάξη, αυτή η λογοτεχνική συνθήκη προτάσσει το πολιτισμικό κεφάλαιο, τα βιώματα και την εμπειρία των μαθητών και τους καθιστά ενεργητικούς δέκτες του κειμένου αφυπνίζοντας και χρησιμοποιώντας την κοινωνικοιστορική τους συνείδηση την οποία μπορεί να μετασχηματίσει «σε ενέργεια πολιτική ή κοινωνική» (Moisan, 1992: 74). Όλα αυτά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαπολιτισμικής παιδαγωγικής το οποίο χαρακτηρίζεται από αρχές και θεωρίες όπως του πολιτιστικού σχετικισμού και οικουμενισμού, των πολλαπλών αλλά και νέων συλλογικών ταυτοτήτων, της συνεργατικής και ενεργητικής μάθησης και του Εποικοδοµητισµού.

Διαβάστε περισσότερα