Θρησκείες και τέχνη, όρια ανύπαρκτα επιμένω,
όχι δυσδιάκριτα,
με την ωριμότητα της γυναίκας,
που δεν καταπίνει λόγια χαλίκια
στο τριμμένο πουκάμισο έχω κεντήσει περιστέρια,
με την αθωότητα και
τη μελαγχολία του παιδιού, με την αφόρητη απόγνωση
μπροστά στην βαριά κλειδωμένη πόρτα
μ’ ένα τριαντάφυλλο να ματώνει στα χείλη
ίδιο παραμένει το ερώτημα αιώνες.
Λοξές απαγορευμένες ματιές, εσωτερικές παρηχήσεις
το φως, πρώτα στο βλέμμα, μετά στο νερό,
πριν γλιστρήσει απ’ τα χέρια στη λευκή σελίδα
η ποίηση ζωντανός παλμός,
στο αργαστήρι μιας τόσο φιλήσυχης ενασχόλησης,
κι εσύ φοβάσαι, εσύ, μην τυχόν και σε βλάψω,
μα, εσύ πιστεύεις σε ιδρωμένες φωνές,
εσύ έχεις ωραία φανταχτερή στολή για να αρέσεις,
ίσως να φοράς χρυσά γαλόνια και στον ύπνο σου…
για να αρέσεις, ή να εξουσιάζεις…
Ας γελάσω, ποια όνειρα…
Ποια όνειρα έχουν μέλλον χωρίς τα παιδιά
αυτά που σκοτώνονται στο βωμό σου,
που πνίγονται στα λασπωμένα ποτάμια
που πεθαίνουν από πείνα και δίψα
που κρέμονται έρημα κορμάκια σε συρματοπλέγματα.
Διαβάστε περισσότερα