Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Χάρης Συνοδινός, «Δύο ξένοι»

Άσε με να σε φιλήσω
και στο λαιμό να κατοικήσω
σαν ψάρι σε ποτάμι
που δεν έχει πια λιμάνι,
γιατί χρόνια τώρα χάνει
τον δρόμο στην ακτή,
στην αφιλόξενη γραμμή
της πραγματικότητας,
της απτής αιωνιότητας.
Άσε με να είμαι ρέμα
και να έχω εγώ για στέμμα
μια τούφα των μαλλιών σου
σαν κηλίδα των παλιών σου
πληγών και του λυσιτελούς πόνου
ώσπου να γίνω πια του χρόνου,
εκβολή αλλά και πηγή
σε μια όμορφη φυγή.
Άσε με να κυλάω σαν τη φλέβα
πάντα στης καρδιάς το αίμα,
πάντα στο δέλτα της αγάπης
με τις δίνες και όσα δίνει
η Αφροδίτη σε εραστές,
για να δροσίσουν τις πληγές.
Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ηλίας Κουρκούτας, «Αυτή η πόλη με κατοικεί»

Αυτή η πόλη με κατοικεί
Έπλυνα ένα ρούχο
έπλυνα ένα εσώρουχα
έπλυνα εσένα
έπλυνα εμένα

Μια ολόκληρη πόλη
μας κρατά ομήρους
ανθρώπους και ισόγεια
που αγκομαχούν υπό το βάρος των ορόφων
γωνιές που μας υποδέχονται
γωνιές που μας απορρίπτουν
κορίτσια ανέμελα
στην απελπισία της γοητείας
άντρες που θέλουν να θηλάσουν
Αυτή η πόλη μας θρηνεί

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ηρακλής Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

Από την επικείμενη συλλογή “Συντονισμένα και Άναρχα”.

 

 

 

Ένα κουρασμένο μυρμήγκι επιμερίζεται

το παράπονο μ’ ένα πληγωμένο χελιδόνι.

Το ένα λέει «η ράχη μου δεν αντέχει άλλο

βάρος»

το άλλο λέει «τα φτερά μου δε θα με

σηκώσουν ποτέ».

Στο ενδιάμεσο ένας άρρωστος ψάχνει

έναν άρρωστο για να συνεννοηθεί.

Οι μέρες περνάνε

το μυρμήγκι, το χελιδόνι κι ο άρρωστος

φεύγουν.

Μένει το παράπονο.

 

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στέλιος Βάσσης, Ποιήματα

Φυλλομετρώ το ημερολόγιο
των φόβων και των επιθυμιών
μιας μαγεμένης καρδιάς
που απίθωσα στο σεντούκι της ψυχής.

***
Ξορκίζω το κακό που αιχμαλωτίζει τον κόσμο.
Κανακεύω τις απόκρυφες επιθυμίες μου.
Ποιος πραγματικά είμαι;
Τι θέλω στ’ αλήθεια;

***
Ακατανόητοι στίχοι και μυστηριώδεις χρησμοί
βγαίνουν από τα χείλη
του απελπισμένου και πλανεμένου νου.

***

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Zωή Δικταίου, «Φωτιές αφέντρες του κακού»

Είχε περπατήσει σ’ άτριφτες στράτες
του θυμαριού και του σπάρτου,
στα δάση,
μυρίζοντας ανθισμένη ρίγανη και βάτο,
έγνοια βαριά η ελευθερία,
τη ζύγιαζε
σαν κυλιόταν στο παχύ στρώμα της φτέρης
με τα μάτια γεμάτα χελιδόνια,
κι όταν κρυμμένος στις αφράτες καλαμιές
τρελός του πόθου,
δεν το φαντάστηκε, κορφολογώντας τη χαρά
πριν του βιτσίσει η λύπη τα λαγόνια.

Ήξερε πώς είναι,
να ψηλώνεις κι εσύ με τα βουνά στο φεγγαρόφωτο,
να ρίχνεις ρίζες, θεμέλια,
να αφήνεσαι στο πρωινό ξάφνιασμα του αγριμιού,
και στο κελάδημα των πουλιών,
να παραμονεύεις στο καταμεσήμερο
το φίδι στη σχισμή του βράχου,
την πασχαλίτσα στο μίσχο του λιναριού,
τα ελάφια στο ξέφωτο.
Ήξερε την πετροπέρδικα απ’ το τραγούδι,
το κιρκινέζι απ’ το φτερούγισμα,
ξεχώριζε
τις βερβερίτσες στις λεπτοκαρυές απ’ το ροκάνισμα.
Ήξερε πώς είναι,
να περπατάς στην κάψα και να μην καίγεσαι
κόντρα στο ρέμα της ποταμιάς
γυρεύοντας σαλαμάνδρες,
ήξερε πώς είναι να φιλεύεις μια σουσουράδα,
να μαυλίζεις την κίσσα,
να τ’ αγαπάς όλα,
όλα, για ν’ ανασαίνεις ελεύθερα.

Διαβάστε περισσότερα