Κατηγορία
Αυτή η πόλη με κατοικεί
Έπλυνα ένα ρούχο
έπλυνα ένα εσώρουχα
έπλυνα εσένα
έπλυνα εμένα
Μια ολόκληρη πόλη
μας κρατά ομήρους
ανθρώπους και ισόγεια
που αγκομαχούν υπό το βάρος των ορόφων
γωνιές που μας υποδέχονται
γωνιές που μας απορρίπτουν
κορίτσια ανέμελα
στην απελπισία της γοητείας
άντρες που θέλουν να θηλάσουν
Αυτή η πόλη μας θρηνεί
Από την επικείμενη συλλογή “Συντονισμένα και Άναρχα”.
Ένα κουρασμένο μυρμήγκι επιμερίζεται
το παράπονο μ’ ένα πληγωμένο χελιδόνι.
Το ένα λέει «η ράχη μου δεν αντέχει άλλο
βάρος»
το άλλο λέει «τα φτερά μου δε θα με
σηκώσουν ποτέ».
Στο ενδιάμεσο ένας άρρωστος ψάχνει
έναν άρρωστο για να συνεννοηθεί.
Οι μέρες περνάνε
το μυρμήγκι, το χελιδόνι κι ο άρρωστος
φεύγουν.
Μένει το παράπονο.
Διαβάστε περισσότερα
Φυλλομετρώ το ημερολόγιο
των φόβων και των επιθυμιών
μιας μαγεμένης καρδιάς
που απίθωσα στο σεντούκι της ψυχής.
***
Ξορκίζω το κακό που αιχμαλωτίζει τον κόσμο.
Κανακεύω τις απόκρυφες επιθυμίες μου.
Ποιος πραγματικά είμαι;
Τι θέλω στ’ αλήθεια;
***
Ακατανόητοι στίχοι και μυστηριώδεις χρησμοί
βγαίνουν από τα χείλη
του απελπισμένου και πλανεμένου νου.
***
Διαβάστε περισσότεραΕίχε περπατήσει σ’ άτριφτες στράτες
του θυμαριού και του σπάρτου,
στα δάση,
μυρίζοντας ανθισμένη ρίγανη και βάτο,
έγνοια βαριά η ελευθερία,
τη ζύγιαζε
σαν κυλιόταν στο παχύ στρώμα της φτέρης
με τα μάτια γεμάτα χελιδόνια,
κι όταν κρυμμένος στις αφράτες καλαμιές
τρελός του πόθου,
δεν το φαντάστηκε, κορφολογώντας τη χαρά
πριν του βιτσίσει η λύπη τα λαγόνια.
Ήξερε πώς είναι,
να ψηλώνεις κι εσύ με τα βουνά στο φεγγαρόφωτο,
να ρίχνεις ρίζες, θεμέλια,
να αφήνεσαι στο πρωινό ξάφνιασμα του αγριμιού,
και στο κελάδημα των πουλιών,
να παραμονεύεις στο καταμεσήμερο
το φίδι στη σχισμή του βράχου,
την πασχαλίτσα στο μίσχο του λιναριού,
τα ελάφια στο ξέφωτο.
Ήξερε την πετροπέρδικα απ’ το τραγούδι,
το κιρκινέζι απ’ το φτερούγισμα,
ξεχώριζε
τις βερβερίτσες στις λεπτοκαρυές απ’ το ροκάνισμα.
Ήξερε πώς είναι,
να περπατάς στην κάψα και να μην καίγεσαι
κόντρα στο ρέμα της ποταμιάς
γυρεύοντας σαλαμάνδρες,
ήξερε πώς είναι να φιλεύεις μια σουσουράδα,
να μαυλίζεις την κίσσα,
να τ’ αγαπάς όλα,
όλα, για ν’ ανασαίνεις ελεύθερα.